Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Καλή χρονιά σε όλους

 με υγεία, 
για εσάς και 
τους αγαπημένους σας,
και χαρά 
στα σπίτια σας 
και στις καρδιές σας.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Φέτος τη Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων δεν γιορτάζουμε τον παππού.





Σαν σήμερα τέτοια μέρα 
πρώτη μας δουλειά ήταν να ευχηθούμε όλοι μαζί 
"Χρόνια Πολλά" 
στον αγαπημένο μας πατέρα και παππού 
Μανώλη. 
Φέτος ο λατρεμένος μας παππούς 
γιορτάζει την ονομαστική του εορτή  μόνος του 
και  μακριά μας ανάμεσα στους αγγέλους.  





Ευτυχώς τα  σοφά έθιμά μας,
που θέλουν τα εγγόνια να παίρνουν τα ονόματα των παππούδων ή των γιαγιάδων, 
μας κάνουν να να εξακολουθούμε να γιορτάζουμε 
και  να μην ξεχνάμε ποτέ αυτούς που έφυγαν. 
Εμείς φέτος, πρώτη χρονιά χωρίς εκείνον κοντά μας, 
 θα γιορτάσουμε  την ονομαστική γιορτή του μεγάλου μας αγοριού,  
που έχει τ' όνομά του.
Μέσα μας νιώθουμε πως είναι κοντά μας κι εκείνος.
Πονάει η αποχή του 
αλλά η ζωή προχωράει 
κι εκείνος θα ζει πάντα μαζί μας 
και ποτέ δεν θα τον λησμονήσουμε. 


Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Eυχές...

Όταν γεννιέται ο Χριστός 
γεννιέται μαζί Του και η ελπίδα 
για ένα κόσμο χωρίς βία, 
γεμάτο αγάπη και ειρήνη.



Σας εύχομαι  από καρδιάς 
Χρόνια Πολλά 
και καλά Χριστούγεννα.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

"Επιτέλους μπαμπά θα γιορτάσουμε μαζί"


"Κάντε εσείς το πρόγραμμά σας και μην με υπολογίζετε εμένα." 
Η χειρότερη φράση που αντέχουν να ακούν τα αυτιά της τόσα χρόνια τώρα.
Κάθε χρόνο, κάθε γιορτινή μέρα αυτή η φράση ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά της. 
Από τότε που πέθανε η μάνα της, ο πατέρας της τις μέρες των γιορτών ήθελε να βιώνει την απόλυτη μοναξιά, δεν είχε όρεξη για γιορτινά γεύματα, δεν ήθελε να συμμετέχει σ' αυτό που λέμε "γιορτάζω τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα". 
Θα μπορούσε να είναι πάντα μαζί τους, έστω και για λίγη ώρα για να της κάνει το χατήρι κι έπειτα  ας αποχωρούσε, αν ήθελε  να ξεκουραστεί. 
Λες και ήθελε να την γεμίζει με ενοχές που εκείνη ζούσε ακόμη ενώ η μητέρα της είχε χαθεί. 
Η τρομερή εμμονή του να θέλει να μένει μόνος του αυτές τις μέρες, της χάλαγε τη διάθεση, την έκανε να είναι αγχωμένη, να μην είναι και για εκείνη τίποτ' άλλο οι γιορτές παρά μια υποχρέωση να φάει δήθεν χαρούμενη μαζί με τον άντρα της και τα παιδιά της, ενώ  τον νου της τον είχε στον πατέρα της. 
Σερβίριζε κάθε χρόνο το φαγητό στα πιάτα κι άφηνε το τραπέζι στη μέση για να πεταχτεί στο σπίτι του  πατέρα της να του αφήσει το φαγητό του ζεστό, παρακαλώντας τον έστω και την τελευταία στιγμή να μετανιώσει και να πάει μαζί της στο γιορτινό τραπέζι μαζί με  όλη την οικογένεια. 
Εκείνος δήλωνε πως δεν έχει διάθεση για γιορτές και φαγητό και ότι θέλει να κοιμηθεί και να ξυπνήσει όταν θα έχουν πλέον  τελειώσει οι γιορτές. Έτσι της μετέδιδε αυτή τη διάθεση και ποτέ δεν είχε χαρεί το γιορτινό τραπέζι. Πάντα πάνω της απλωνόταν η σκιά της δικής του μοναξιάς. 
Γιορτές γεμάτες με τύψεις  γιατί εκείνη είχε την οικογένειά της και θα καθόταν στο γιορτινό τραπέζι ενώ  εκείνος θα ήταν και πάλι μόνος. 
Για κάποια χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας της πενθούσε κι εκείνη μέσα της τέτοιες μέρες. Όμως η σελίδα έπρεπε να γυρίσει. Ο χρόνος επούλωσε το τραύμα της απώλειας της μητέρας της, αφήνοντας όμως τη φροντίδα και την  αγωνία του μοναχικού πατέρα  σαν αγκάθι που πλήγωνε τις γιορτινές μέρες. 
Τα κορίτσια της όταν πέθανε η μάνα της ήταν 8 και 12 χρονών. Τώρα είναι μεγάλες κοπέλες 23 και 27 χρόνων. Την Παραμονή των Χριστουγέννων η μεγάλη  κόρη της κάλεσε στο σπίτι το αγόρι της και τους γονείς του. 
Εκείνη  φέτος πήρε την μεγάλη απόφαση να πάψει να αδικεί τον εαυτό της, τον άντρα της και κυρίως τα παιδιά της με τη μελαγχολική αυτή διάθεση που άφηνε να την κατακλύζει  και με τα αρνητικά συναισθήματα που της μετέδιδε ο πατέρας της. 
Το σκεφτόταν  καλά εδώ και μέρες. 
Το συμπέρασμα ήταν πως έπρεπε φέτος για χάρη της δικής της οικογένειας να περάσει κι εκείνη καλά χωρίς ενοχές. 
Έτσι λοιπόν τη συζήτηση  με τον πατέρα της αποφάσισε να την κάνει  αρκετές μέρες πριν τις γιορτές.
"Μπαμπά", του είπε αποφασιστικά, "αν φέτος δεν έρθεις να φας μαζί μας  το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων,  το φαγητό σου θα στο φέρω   απ' το πρωί γιατί στο σπίτι θα έχω καλεσμένους και δεν γίνεται να τους αφήσω και να τρέχω να σου το φέρω τελευταία στιγμή."
"Θα θέλαμε πολύ να είσαι μαζί μας για να γνωρίσεις  και το αγόρι της Μένιας που θα έρθει με τους γονείς του στο σπίτι, αλλά αν δεν θέλεις δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο."
Ξαφνιάστηκε ο πατέρας της, το ύφος του έδειξε πως δυσαρεστήθηκε, και η δυσαρέσκειά του ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
Εκείνη αγνόησε τη δυσαρέσκειά του και έκλεισε τα αυτιά της σε ότι ήταν αυτό που προσπάθησε να της πει για να την κάνει να νιώσει δυσάρεστα και βέβαια κατέληξε με την ίδια συνηθισμένη και τόσο μισητή γι αυτήν φράση: "Κάντε εσείς το πρόγραμμά σας και μην με υπολογίζετε εμένα." . 
Το πρωί της παραμονής, του χτύπησε την πόρτα, του είπε Χρόνια Πολλά και του άφησε φαγητό για το βράδυ. Φεύγοντας τον φίλησε και του είπε: " Να το ζεστάνεις πριν το φας στο φούρνο μικροκυμάτων κι αν τύχει να  μετανιώσεις και θέλεις να έρθεις, ξέρεις που είναι το σπίτι, θα σε περιμένουμε."
Δεν ξέρει τι ήταν αυτό που την έκανε αυτή τη φορά να μην νιώθει τύψεις για τη μοναξιά του. 
Είχε κουραστεί κάθε χρόνο, να ζει τα ίδια αρνητικά και δυσάρεστα συναισθήματα και πλέον θα ακολουθούσε τη γιορτινή διάθεση της οικογένειάς της χωρίς ίχνος τύψης. 
Πέρασε η μέρα με τα τρεξίματα της γιορτινής ετοιμασίας και αποφασισμένη δεν επέτρεψε σε καμία δυσάρεστη σκέψη να της χαλάσει αυτή τη διάθεση. Ήταν δικαίωμά της ξεχασμένο αυτό εδώ και πολλά  χρόνια και σήμερα έπρεπε να το διεκδικήσει και να το ευχαριστηθεί. 
Κατά τις 7 το απόγευμα,  όταν και η τελευταία λεπτομέρεια είχε τακτοποιηθεί στο σπίτι και το γιορτινό τραπέζι είχε στρωθεί, χτύπησε το κουδούνι. 
Άνοιξε την εξωτερική πόρτα, χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι.
Το ασανσέρ έφτασε και απ' την πόρτα φάνηκε να προβάλει ο πατέρας της, ντυμένος με το καλό του το κουστούμι, με μια μεγάλη χριστουγεννιάτικη σύνθεση με λουλούδια και κεριά και ένα τεράστιο κουτί ζαχαροπλαστείου στα χέρια του. 
Έτρεξε κοντά του να του πάρει το βάρος απ' τα χέρια του με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα χαράς. 
"Επιτέλους μπαμπά θα γιορτάσουμε μαζί", του είπε. 
Κι εκείνος,  μη θέλοντας να δείξει ότι η αποφασιστικότητα της κόρης του νίκησε το δικό του πείσμα και εγωϊσμό,  της είπε κοιτάζοντας το κέντρο του τραπεζιού.
"Καλά το κατάλαβα πως δεν είχες φροντίσει για λουλούδια. Η μάνα σου, αν θυμάσαι καλά, ποτέ δεν άφηνε το γιορτινό τραπέζι χωρίς λουλούδια. Έτσι είπα να σου  τα φέρω εγώ αφού θα έχεις και ξένους ανθρώπους στο τραπέζι. Και την τούρτα την έφερα, μέρα που είναι, για να είστε πάντα γλυκαμένοι." 
Εκείνο το βράδυ ήταν και για τους δυο τους πραγματική γιορτή. 
Για την ίδια, τον άντρα της και τα παιδιά της, ο πατέρας της ήταν το επίκεντρο της γιορτής και όλοι προσπαθούσαν να τον περιποιηθούν και να τον ευχαριστήσουν. Κι εκείνος επιτέλους, αφέθηκε χαλαρός να απολαύσει όλη την περιποίησή τους και την καλή παρέα που μαζεύτηκε  και τον πλαισίωσε με την αγάπη της.
Χάρηκε τη χαρά της μεγάλης εγγονής του και γνώρισε το αγόρι της και τους γονείς του, ενώ και οι  δυο εγγονές του, χάρμα οφθαλμών να τις βλέπει κανείς,  τριγύριζαν σαν μελισσούλες γύρω του και τον έπνιγαν με τα φιλιά τους. 
                  
                          Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο κάλεσμα της Αριστέας για μια

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

"Για μεθαύριο έχει ο Θεός" μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Δύσκολα χρόνια.
Ο κατακτητής έχει λιώσει με τη μπότα του το ηθικό του κόσμου.
Όλο και περισσότεροι πεθαίνουν απ’ την πείνα.
Ειδικά στην Αθήνα, λένε πως οι άνθρωποι πεθαίνουν μέσα στους δρόμους κι οι συγγενείς τους δεν πάνε να τους αναγνωρίσουν, για να μην αναγκαστούν να δώσουν πίσω το δελτίο του συσσιτίου τους.
Εμείς εδώ, «Δόξα τω Θεώ», σκέφτηκε η κυρά Δήμητρα καθώς μάζευε το τραπέζι, « βρίσκουμε εύκολα  λάδι και χόρτα, δώρο του Θεού στο νησί»  και κάπως τα βγάζουμε πέρα.
Τέλειωσε κι αυτή η μέρα.
Η  Δήμητρα κοίμισε κι απόψε τα τέσσερα κοριτσάκια της, τα τέσσερα μικρά αγγελούδια της το ένα δίπλα στο άλλο. Με διαφορά 2 χρόνια περίπου η μία απ’ την άλλη, γέμιζαν το σπιτικό της με χαρές και φωνούλες. Η μεγάλη έχει περάσει εδώ και δυο μήνες τα οκτώ και η πιο μικρή την άλλη εβδομάδα θα γίνει 2 χρονών.
Απόψε πάλι δεν είχε τι να τα ταΐσει τα κορίτσια της, κι ας ήταν παραμονή Χριστουγέννων.
Προφασιζόμενη πως απόψε πρέπει να νηστέψουν για να μεταλάβουν  αύριο, έφτιαξε μια κατσαρόλα τσάι του βουνού κι έβαλε μπροστά λίγο μπαγιάτικο ψωμί , που τους το μοίρασε στα ίσια, για να το βουτήξουν μέσα και να χορτάσουν την πείνα τους. Τα άλλα βράδια είχαν και κάστανα αλλά σήμερα δεν είχε να τους δώσει ούτε απ’ αυτά.
Η μεγάλη  της κόρη  παραπονέθηκε πως πεινάει  και τότε εκείνη με τη φωνή της ιδιαίτερα παραστατική  τους μίλησε για ένα τεράστιο καράβι που σύντομα  θα ερχόταν στο νησί φορτωμένο με σταφίδες και καρύδια όλα μαζί  ανακατεμένα.
«Κι άμα έρθει», τους είπε, « θα πάω στο μεροκάματο για να ξεχωρίζω κι εγώ μαζί με άλλες πολλές γυναίκες  τα καρύδια απ’ τις σταφίδες και θα σας πάρω μαζί μου, να φάτε όσο θέλετε, να χορτάσετε και  να φουσκώσουν οι κοιλιές σας … τόσο που να μην μπορείτε να φάτε άλλο».
Αυτή τη μεγάλη την κόρη της δύσκολα μπορεί κανείς  πια να την ξεγελάσει . Σήμερα όμως έδειξε να πίστεψε την ιστορία αυτή με το κατάφορτο καράβι κι έτσι  την πήρε κι  αυτήν ο ύπνος μαζί με τις άλλες σχεδόν νηστικές  και μάλιστα έχοντας ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Τις σκέπασε προσεκτικά όλες και φίλησε τα μαγουλάκια τους, που ήταν κατακόκκινα απ’ τη ζέστη του τζακιού. Ευτυχώς το σπίτι ήταν ζεστό, γιατί από ξύλα και κλαδιά ήταν γεμάτος ο κόσμος! Και κάθε βράδυ ο Γρηγόρης, καθώς γύρναγε απ’ το μάζεμα της ελιάς έφερνε ένα ολόκληρο γομάρι για να ζεσταίνονται μέχρι το άλλο βράδυ.
Ο μεγάλος της καημός ήταν η   τρίτη της κορούλα που ήταν πετσί και κόκκαλο και δύσκολη πολύ στο φαγητό της, ανορεκτικό παιδί. Όλοι στο χωριό την ρώταγαν γιατί είναι τόσο αδύνατο αυτό το παιδί κι αυτό την σκότωνε.
Όταν βρισκόταν κάτι καλό, ξεχώριζε λίγο και το κράταγε στην άκρη γι’ αυτό το παιδί και του το τάιζε κρυφά απ’ τ’ άλλα για να μην ζηλεύουν.
Κι  απ’ το δικό της το ψωμί φύλαγε πάντα λίγο για να το φάει αυτό το παιδί, μην  πεθάνει.
Την προηγούμενη εβδομάδα έβαλε τα καλύτερα προικιά της μέσα σ’ ένα σεντόνι μαζί με τα τελευταία χρυσαφικά της, που είχε φέρει μαζί της η μάνα της όταν πέρασε  πρόσφυγας απ’ τ’ Αϊβαλή στη Μυτιλήνη,  και  αφού περπάτησε μισή μέρα, πήγε στα πλούσια χωριά, όπου κάποιοι είχαν τον τρόπο τους ακόμη, και λαίμαργα αγόραζαν  χρυσαφικά και κεντήματα πολύτιμα  σε εξευτελιστικές τιμές.  Τα πούλησε χωρίς δυσκολία στη γυναίκα του μαυραγορίτη, που μάζευε προίκες και χρυσαφικά για τα κορίτσια της και της είχε πει απ’ την προηγούμενη φορά να φέρει ότι κι αν είχε κι αυτή θα το αγόραζε γιατί εκτιμούσε πολύ την καλή δουλειά που είχαν πάνω τους.
Όλοι είχαν  να λένε πόσο χρυσοχέρα ήταν η Δήμητρα. Τα κεντήματά της ήταν τα πιο καλοδουλεμένα και πάντα με  πρωτότυπα σχέδια, σαν να μην τα είχαν πιάσει ανθρώπινα χέρια.
Την προηγούμενη είπε στη μάνα της κλαίγοντας πως θα πουλήσει τα τελευταία χρυσαφικά που της είχαν μείνει κι η μάνα της την καθησύχασε λέγοντάς της "Μη στεναχωριέσαι κόρη μου, κοίταξε να βοηθήσεις την οικογένειά σου τέτοιους καιρούς που ζούμε και τα χρυσαφικά, όταν οι άνθρωποι είναι καλά, ξαναγίνονται".
Με πόνο καρδιάς τα ξεπούλησε  προικιά και χρυσαφικά και μάλιστα χωρίς να ρίξει το  βλέμμα της πάνω τους όσο  η γυναίκα του μαυραγορίτη τα θαύμαζε και τα ξεδιάλεγε μαζί με τις κόρες της.
Της έδωσε για πληρωμή ένα τσουβαλάκι   αλεύρι , ένα τσουβαλάκι φασόλια και δύο κομματάκια παστό  χοιρινό χωμένα μέσα σε μπόλικο λίπος μέσα σ’ ένα τενεκεδάκι και τα έφερε σπίτι περπατώντας δίπλα στο ποτάμι και μέσα απ' τα χωράφια, μην την δουν οι κατακτητές και της τα πάρουν.
Αύριο, που είναι χρονιάρα μέρα, θα μαγειρέψει  το χοιρινό με κάμποσο  κρεμμύδι που γλυκαίνει και δίνει γεύση στο φαί και πολλά άγρια  χόρτα για να φτουρήσει. Με αυτό θα πρέπει να χορτάσουν τα τέσσερα παιδιά, εκείνη κι ο άντρας της και η μάνα της, που θα φάει μαζί τους.
Με τις σκέψεις αυτές τακτοποίησε τριγύρω και τοποθέτησε  τα καθαρά ρούχα των κοριτσιών πάνω στο τραπέζι για να τα ντύσει αύριο, να πάνε στην εκκλησία να τα μεταλάβει.
Σαν γυρίσουν, θα τους φτιάξει τσάι και θα  αλείψει με χοιρινό λίπος τέσσερα φετάκια ψωμί φρέσκο, απ’ αυτό που θα ζυμώσει απόψε και θα ψήσει πρωί - πρωί  πριν την εκκλησία για να μοσχομυρίσει το σπίτι.
Της έφερε η μάνα της και λίγη ζάχαρη και θα την πασπαλίσει πάνω στο ψωμί  για να νομίζουν τα παιδιά πως τρώνε γλυκό.
Αύριο θα ξεχωρίζει και το πρωινό και το γεύμα…. Θα είναι ανάλογο της μεγάλης γιορτής. «Για μεθαύριο έχει ο Θεός», σκέφτηκε φωναχτά κάνοντας το σταυρό της καθώς πήγαινε να πλαγιάσει δίπλα στο Γρηγόρη, που είχε ήδη αποκοιμηθεί κατάκοπος απ’ το ολοήμερο μεροκάματο.  
Ο Θεός είχε και για μεθαύριο και για όλο το διάστημα της κατοχής κι έδινε λιγοστό φαγητό στη Δήμητρα να ταίσει την οικογένειά της και να μην πεθάνουν τα παιδιά της. 
Είχε κι αργότερα όταν καλοπάντρεψε τα κορίτσια της κι είδε χρυσαφικά στα χέρια τους. Είχε δίκιο η μάνα της, που έλεγε ότι όταν οι άνθρωποι είναι καλά,  τα χρυσαφικά ξαναγίνονται.
Μέχρι που πέθανε, ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει στη βοήθεια του Θεού και να τον ευχαριστεί για ότι της είχε πλουσιοπάροχα χαρίσει. Την οικογένειά της που της γέμιζε τη ζωή  ως την τελευταία ανάσα της και τα κορίτσια της που της έκαναν τα γηρατειά της ευτυχισμένα.

 Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο κάλεσμα της Αριστέας για μια

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Η ιστορία είναι αληθινή,
και αφορά την αγαπημένη μου γιαγιά Δήμητρα.