Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

"Κερί αναμμένο" ο ρόλος της μάνας σε μόλις 500 λέξεις.


6  το πρωί.
Άφθονο νερό  τρέχει πάνω μου για  αφύπνιση των αισθήσεων.
Μηχανικά ετοιμάζομαι, παίρνω μαζί τα σκουπίδια φεύγοντας και  ρίχνω τελευταία ματιά στα δωμάτια των παιδιών.
Χτυπάω το κουδούνι της μαμάς μου, να  ανέβει να τα προσέχει και τρέχω να προλάβω τη συγκοινωνία. Μισώ  τα κόκκινα φανάρια της διαδρομής.
Οριακά  χτυπάω  κάρτα 7 και 29΄.
7 και 30΄ το μελάνι κοκκινίζει και 3 κόκκινα σημαίνουν απόλυση, σύμφωνα με την  εργασιακή πειθαρχία που απαιτεί η Διεύθυνση.
Φθάνει ο καφές και πριν προλάβω να τον πιώ αρχίζει τη επέλαση των βαρβάρων – συναλλασσομένων, που μιλούν δυνατά, γεμίζοντάς τον με  σάλια.
Οι ώρες περνούν  αγχοτικές και ενώ πλησιάζει η ώρα να σχολάσω,  σκάει   πρόβλημα, που απαιτεί λύση, ανεξαρτήτως λήξης ωραρίου.
Επιτέλους φεύγω!
Το λεωφορείο ασφυκτιά γεμάτο από ανθρώπους, που μυρίζουν βρώμικο ιδρώτα, ενώ σχεδόν καθημερινά κάποιος με χνώτα μεθυσμένου αφήνει τη  βαριά ανάσα του να φτάνει ως τη μύτη μου.
Συγκρατώ την αγανάκτησή μου γιατί δεν έχω δύναμη να  διαμαρτυρηθώ.
Παίρνω την ανηφόρα προς το σπίτι. Δυο μουτράκια, προβάλουν πίσω απ΄ το τζάμι με κολλημένες τις μυτούλες τους πάνω του. Δυο χεράκια χαιρετούν, σύμφωνα με τις υποδείξεις της γιαγιάς.
Ανεβαίνω  ασθμαίνοντας  τις σκάλες και  καθώς ανοίγει η πόρτα  κρέμονται και τα δυο  στο λαιμό μου, δίνοντάς μου  από ένα μεγάλο φιλί. Σκέφτομαι πως δεν θα άλλαζε τίποτα αν μου έδιναν αυτό το φιλί αργότερα,  αφού έριχνα πρώτα λίγο νερό στο πρόσωπό μου.
Σχεδόν στα όρθια βάζω λίγο φαγητό στο στόμα μου, ενώ παράλληλα βλέπω τετράδια και  βιβλία, που έχουν αυτομάτως μεταφερθεί δίπλα στο πιάτο μου. Τα νέα απ’ το σχολείο πέφτουν καταιγιστικά πάνω μου, κι εγώ άλλα ακούω κι άλλα αγνοώ ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους.
Παίρνω την τσάντα μου και τα δυο μικρά απ’ τα χεράκια και τρέχω να προλάβω, γυμναστήρια και αγγλικά.
Έτσι πέρασαν πάνω από 30 χρόνια ενώ τα μικρά μεγάλωναν κι έγιναν άντρες.
Σήμερα  φεύγουν πρωί για τη δουλειά τους κι εγώ ξυπνώ με  άνεση και ασχολούμαι χαλαρά με το νοικοκυριό.
5.30 η ώρα το μεσημέρι, ώρα προσμονής.
Μισοχαλαρώνω στον καναπέ έχοντας εκπαιδεύσει τα αυτιά μου να ξεχωρίζουν το παρκάρισμα των αυτοκινήτων τους.
Η πόρτα ανοίγει και  με χαιρετούν από μακριά κατευθυνόμενοι στο μπάνιο να πλύνουν τα  χέρια τους, ενώ  εγώ τρέχω στην κουζίνα να σερβίρω το φαγητό. Πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι στην πόρτα κρεμασμένη στο λαιμό τους  σαν παιδί, να τους δώσω ένα μεγάλο φιλί, όμως τους αφήνω να φάνε με ηρεμία, να ξαποστάσουν και να πουν ή να μην πουν τα νέα τους, ανάλογα με τη διάθεσή τους.
Τους έχω φτιάξει φασολάκια,  και τους ρωτάω αν θέλουν να τους τηγανίσω μαζί κανένα αυγουλάκι ή να τους ψήσω  από ένα μπιφτέκι. Αυτή είναι ακόμη η τακτική για να τους δελεάσω να φάνε κάτι υγιεινό και δεν εννοώ να την αλλάξω ως την ημέρα που θα κάνουν δική τους οικογένεια.
Σηκώνονται  και εξοφλούν το λογαριασμό. Μια μεγάλη αγκαλιά και από ένα φιλί ο καθένας πριν φύγουν για τα σπίτια τους. Χαιρετιόμαστε κλείνοντας  το ραντεβού της επόμενης μέρας.
"Κερί αναμμένο" ο ρόλος της μάνας σε μόλις 500 λέξεις.

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 2ο παιχνίδι "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ" που διεξάγεται πλέον άψογα και με μεγάλη επιτυχία στο blog http://mytripssonblog.blogspot.gr χάρη στην προσπάθεια και τον κόπο της Μαρίας.
Προσωπικά σας ευχαριστώ όλους γιατί το ακολουθείτε στο νέο του στέκι και εύχομαι καλή συνέχεια, τόσο στη Μαρία όσο και σε όλους εμάς, που το αγαπήσαμε και βρισκόμαστε ενεργά κοντά του.  

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

το παιδί - "Μέλισσα"...


Σκατζόχοιρος, Χελώνα, Αράχνη, Μέλισσα

Μια φορά και έναν καιρό σ’ έναν τόπο μακρινό ζούσε μια μητέρα με τέσσερα παιδιά, έναν γιο και τρεις κόρες. 

Τον γιο τον λέγανε Σκατζόχοιρο και τις κόρες Χελώνα, Αράχνη και Μέλισσα. 

Ήταν πολύ αγαπημένοι και με το πέρασμα των χρόνων μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και φύγανε μακριά από την μαμά τους.

Πέρασαν πολλά χρόνια και όταν η μητέρα τους αρρώστησε και έφτασε στα τελευταία της,  φώναξε τη γειτόνισσα να ειδοποιήσει τα παιδιά της να τα δει λίγο πριν πεθάνει.
“Κυρία γειτόνισσα σε παρακάλω ενημέρωσε τα παιδιά  μου πως είμαι βαριά άρρωστη και πως θέλω να τα δω”, είπε η μητέρα με τρεμάμενη φωνή.
Έτσι και έγινε. Η γειτόνισσα ταξίδεψε μακριά και πήγε να βρει τον γιο, τον κ.Σκατζόχοιρο.
“Σκατζόχοιρε τρέξε,,η μαμά σου είναι βαριά άρρωστη και σε χρειάζεται κοντά της.”
Ο Σκατζόχοιρος εκείνη την ώρα έφραζε το χωράφι του και ούτε που έδωσε σημασία στη γειτόνισσα.
“Δεν μπορώ κυρία γειτόνισσα, δε βλέπεις που έχω πολλή δουλειά; Σε παρακαλώ πήγαινε στην ευχή της Παναγίας”.
Η γειτόνισσα πήρε τον δρόμο της επιστροφής και είδε τη μητέρα που περίμενε με αγωνία να δει τον γιο της. Μετέφερε τα λόγια του και με πικρή καρδιά η μητέρα είπε: “Τα παλούκια που φράζει να  μπουν όλα στην πλάτη του.”
Και από τότε ο γιος της, Σκατζόχοιρος μεταμορφώθηκε στο ζωάκι μας τον σκατζόχοιρο, με τα αγκάθια στην πλάτη.
Την επόμενη μέρα η γειτόνισσα πήγε να βρει την κόρη, την Χελώνα. Η Χελώνα ήταν μητέρα πολλών παιδιών και την ώρα που τη βρήκε η γειτόνισσα έπλενε σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη τα ρούχα τους.
Χελώνα μου, ήρθα ως εδώ να σ’ενημερώσω πως η μαμά σου είναι βαριά άρρωστη και θέλει να σε δει”, είπε η γειτόνισσα.
Δεν μπορώ να ‘ρθω κυρία γειτόνισσα, έχω μπουγάδα”, απάντησε.
Η γειτόνισσα μετέφερε τα λόγια της Χελώνας στην μητέρα και εκείνη στενοχωρημένη απάντησε:
Να γυρίσει η σκάφη στην πλάτη της, αφού δεν ήρθε να με δει”.
Έτσι έγινε το γνωστό σε όλους μας ζωάκι η χελώνα.
Πήγε και στη δεύτερη κόρη, την Αράχνη και της είπε πόσο ανάγκη είχε να τη δει η μητέρα της, αφού ήταν βαριά άρρωστη. Η Αράχνη ύφαινε ένα μεγάλο μάλλινο χαλί εκείνη την ώρα. Αφοσιωμένη στον αργαλειό της δεν σήκωσε καν το πρόσωπό της να δει τη γειτόνισσα και απάντησε βιαστικά: “Κυρία γειτόνισσα, βλέπεις πόση δουλειά έχω.Θέλω να τελειώσω το υφαντό  μου, δεν έχω χρόνο”.
Η γειτόνισσα έδωσε την απάντηση της Αράχνης στην μητέρα. Η μητέρα στενοχωρήθηκε πολύ, απογοητεύτηκε που τα παιδιά της δε θέλανε να τη δουν και με δάκρια στα μάτια είπε: “Να υφαίνει, να υφαίνει και ποτέ να μην τελειώνει”. Και από τότε η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και ποτέ δεν τελειώνει.
Την επόμενη μέρα η γειτόνισσα πήγε να βρει και την τελευταία κόρη, την Μέλισσα. Η Μέλισσα, μητέρα πολλών παιδιών κι εκείνη ζύμωνε στη σκάφη ψωμί για τα παιδιά της.
Τρέξε Μελισσά μου, η μαμά σου είναι βαριά άρρωστη και θέλει να σε δει”, είπε η γειτόνισσα.
Η Μέλισσα ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα, χωρίς καν να πλύνει τα χέρια της από το ζυμάρι έτρεξε με λαχτάρα, όσο πιο γρήγορα μπορούσε κοντά στην μητέρα της.
Η μητέρα ευχαριστήθηκε που η Μέλισσα έτρεξε αμέσως κοντά της και της έδωσε την ευχή της:
“Να είσαι ευλογημένη, κόρη μου, από τον Θεό και ότι πιάνεις μέλι να γίνεται.”.
Από τότε η γνωστή σε όλους μας μέλισσα θεωρείται ευλογημένη. Από τη μέλισσα παίρνουμε το μέλι, αυτό το χρυσαφένιο, εύγεστο, θεραπευτικό και με αντισηπτικές ιδιότητες προϊόν και κάνουμε και τα φυσικά κεριά με κερί μέλισσας για την ευχαριστία μας προς τον Θεό.

Αυτό είναι ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι που πολλοί μπορεί να θυμούνται από παλιά αναγνωστικά του Δημοτικού ή άλλα βιβλία ανθολόγια που διαβάζαμε στις τάξεις κάποτε. Το βρήκα στο  http://www.panorama-grevena.gr/  και το μετέφερα εδώ  προκειμένου να προβληματιστούμε  μαζί.


Βλέποντάς το παραμύθι από άλλη σκοπιά, δεν θα εστιάσω στην συμπεριφορά της μέλισσας ούτε και στην ευχή της μάνας .
Ούτε στις κατάρες  θα αναφερθώ, θεωρώντας ότι χρησιμοποιήθηκαν  μέσα στο παραμύθι για τη δημιουργία εικόνων και έντονων εντυπώσεων στα μάτια των παιδιών που το ακούν.
Στην πραγματικότητα οι μητέρες και γενικότερα οι γονείς, ό,τι κι άν πάθουν, όσο κι αν στεναχωρηθούν εξαιτίας των παιδιών τους, δεν τα καταριούνται, απλά καταπίνουν και πληγώνονται.
Ας προβληματιστούμε λοιπόν σχετικά με τη  αδιάφορη στάση των  παιδιών, που δεν έχει σημασία αν λέγονται Σκατζόχοιρος, Χελώνα, Αράχνη, Κώστας, Μαρία, Γιώργος, Άννα....  
Σημασία έχει πως την δύσκολη ώρα συνήθως ανάμεσα στις οικογένειες βρίσκεται μόνο ένα παιδί - "Μέλισσα", που στέκεται κοντά στο γονιό τις τελευταίες δύσκολες ώρες.
Το περίεργο είναι πως όλοι μας έχουμε διδαχτεί αυτό το παραμύθι, όμως λίγοι πήραμε το σωστό μήνυμα. 
Όλοι μας καλούμαστε κάποια στιγμή να συμπεριφερθούμε σαν τη Μέλισσα, όμως προτιμούμε το ρόλο του Σκατζόχοιρου, της Χελώνας ή της Αράχνης γιατί  έχουμε γίνει αλαζωνικοί και εγωϊστές και θεωρούμε δεδομένο ότι οι γονείς  μόνο είναι αυτοί που έχουν υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά τους και πρέπει να τους προσφέρουν και να τα φροντίζουν  από την ώρα που θα γεννηθούν μέχρι να φύγουν για πάντα.
Είναι πολύ οδυνηρό για τους γονείς στο τέλος του βίου τους να συνειδητοποιούν ότι ανάθρεψαν  παιδιά σκληρά, άσπλαχνα και ασυγκίνητα, που με φτηνές δικαιολογίες, περί δήθεν υποχρεώσεων της καθημερινότητας, προσπαθούν να αποτινάξουν από πάνω τους την υποχρέωση συμπαράστασης  στους γονείς τους. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν πικραμένοι, απογοητευμένοι και  παραμελημένοι.
Κι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται ανά τους αιώνες,  στα σπίτια μας... στα διπλανά... στα κοντινά... και δεν αποκλείεται να βρεθούμε κι εμείς στη δύσκολη αυτή θέση του γονιού που έχει την ανάγκη των παιδιών του, ας δώσουμε με πράξεις το  παράδειγμα της σωστής συμπεριφοράς προς τους γονείς μας γιατί τα παιδιά μας, που μας παρατηρούν σιωπηλά από μικρά έως και μεγάλα, καταγράφουν μέσα τους και παπαγαλίζουν  τις  δικές μας συμπεριφορές.

Αφιερωμένο στο παιδί -"Μέλισσα", που με θαυμασμό παρακολουθώ τον τελευταίο καιρό να δίνει και την ψυχή του για να απαλύνει τον πόνο του άρρωστου πατέρα .