Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Καλή χρονιά σε όλους

 με υγεία, 
για εσάς και 
τους αγαπημένους σας,
και χαρά 
στα σπίτια σας 
και στις καρδιές σας.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Φέτος τη Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων δεν γιορτάζουμε τον παππού.





Σαν σήμερα τέτοια μέρα 
πρώτη μας δουλειά ήταν να ευχηθούμε όλοι μαζί 
"Χρόνια Πολλά" 
στον αγαπημένο μας πατέρα και παππού 
Μανώλη. 
Φέτος ο λατρεμένος μας παππούς 
γιορτάζει την ονομαστική του εορτή  μόνος του 
και  μακριά μας ανάμεσα στους αγγέλους.  





Ευτυχώς τα  σοφά έθιμά μας,
που θέλουν τα εγγόνια να παίρνουν τα ονόματα των παππούδων ή των γιαγιάδων, 
μας κάνουν να να εξακολουθούμε να γιορτάζουμε 
και  να μην ξεχνάμε ποτέ αυτούς που έφυγαν. 
Εμείς φέτος, πρώτη χρονιά χωρίς εκείνον κοντά μας, 
 θα γιορτάσουμε  την ονομαστική γιορτή του μεγάλου μας αγοριού,  
που έχει τ' όνομά του.
Μέσα μας νιώθουμε πως είναι κοντά μας κι εκείνος.
Πονάει η αποχή του 
αλλά η ζωή προχωράει 
κι εκείνος θα ζει πάντα μαζί μας 
και ποτέ δεν θα τον λησμονήσουμε. 


Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Eυχές...

Όταν γεννιέται ο Χριστός 
γεννιέται μαζί Του και η ελπίδα 
για ένα κόσμο χωρίς βία, 
γεμάτο αγάπη και ειρήνη.



Σας εύχομαι  από καρδιάς 
Χρόνια Πολλά 
και καλά Χριστούγεννα.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

"Επιτέλους μπαμπά θα γιορτάσουμε μαζί"


"Κάντε εσείς το πρόγραμμά σας και μην με υπολογίζετε εμένα." 
Η χειρότερη φράση που αντέχουν να ακούν τα αυτιά της τόσα χρόνια τώρα.
Κάθε χρόνο, κάθε γιορτινή μέρα αυτή η φράση ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά της. 
Από τότε που πέθανε η μάνα της, ο πατέρας της τις μέρες των γιορτών ήθελε να βιώνει την απόλυτη μοναξιά, δεν είχε όρεξη για γιορτινά γεύματα, δεν ήθελε να συμμετέχει σ' αυτό που λέμε "γιορτάζω τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα". 
Θα μπορούσε να είναι πάντα μαζί τους, έστω και για λίγη ώρα για να της κάνει το χατήρι κι έπειτα  ας αποχωρούσε, αν ήθελε  να ξεκουραστεί. 
Λες και ήθελε να την γεμίζει με ενοχές που εκείνη ζούσε ακόμη ενώ η μητέρα της είχε χαθεί. 
Η τρομερή εμμονή του να θέλει να μένει μόνος του αυτές τις μέρες, της χάλαγε τη διάθεση, την έκανε να είναι αγχωμένη, να μην είναι και για εκείνη τίποτ' άλλο οι γιορτές παρά μια υποχρέωση να φάει δήθεν χαρούμενη μαζί με τον άντρα της και τα παιδιά της, ενώ  τον νου της τον είχε στον πατέρα της. 
Σερβίριζε κάθε χρόνο το φαγητό στα πιάτα κι άφηνε το τραπέζι στη μέση για να πεταχτεί στο σπίτι του  πατέρα της να του αφήσει το φαγητό του ζεστό, παρακαλώντας τον έστω και την τελευταία στιγμή να μετανιώσει και να πάει μαζί της στο γιορτινό τραπέζι μαζί με  όλη την οικογένεια. 
Εκείνος δήλωνε πως δεν έχει διάθεση για γιορτές και φαγητό και ότι θέλει να κοιμηθεί και να ξυπνήσει όταν θα έχουν πλέον  τελειώσει οι γιορτές. Έτσι της μετέδιδε αυτή τη διάθεση και ποτέ δεν είχε χαρεί το γιορτινό τραπέζι. Πάντα πάνω της απλωνόταν η σκιά της δικής του μοναξιάς. 
Γιορτές γεμάτες με τύψεις  γιατί εκείνη είχε την οικογένειά της και θα καθόταν στο γιορτινό τραπέζι ενώ  εκείνος θα ήταν και πάλι μόνος. 
Για κάποια χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας της πενθούσε κι εκείνη μέσα της τέτοιες μέρες. Όμως η σελίδα έπρεπε να γυρίσει. Ο χρόνος επούλωσε το τραύμα της απώλειας της μητέρας της, αφήνοντας όμως τη φροντίδα και την  αγωνία του μοναχικού πατέρα  σαν αγκάθι που πλήγωνε τις γιορτινές μέρες. 
Τα κορίτσια της όταν πέθανε η μάνα της ήταν 8 και 12 χρονών. Τώρα είναι μεγάλες κοπέλες 23 και 27 χρόνων. Την Παραμονή των Χριστουγέννων η μεγάλη  κόρη της κάλεσε στο σπίτι το αγόρι της και τους γονείς του. 
Εκείνη  φέτος πήρε την μεγάλη απόφαση να πάψει να αδικεί τον εαυτό της, τον άντρα της και κυρίως τα παιδιά της με τη μελαγχολική αυτή διάθεση που άφηνε να την κατακλύζει  και με τα αρνητικά συναισθήματα που της μετέδιδε ο πατέρας της. 
Το σκεφτόταν  καλά εδώ και μέρες. 
Το συμπέρασμα ήταν πως έπρεπε φέτος για χάρη της δικής της οικογένειας να περάσει κι εκείνη καλά χωρίς ενοχές. 
Έτσι λοιπόν τη συζήτηση  με τον πατέρα της αποφάσισε να την κάνει  αρκετές μέρες πριν τις γιορτές.
"Μπαμπά", του είπε αποφασιστικά, "αν φέτος δεν έρθεις να φας μαζί μας  το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων,  το φαγητό σου θα στο φέρω   απ' το πρωί γιατί στο σπίτι θα έχω καλεσμένους και δεν γίνεται να τους αφήσω και να τρέχω να σου το φέρω τελευταία στιγμή."
"Θα θέλαμε πολύ να είσαι μαζί μας για να γνωρίσεις  και το αγόρι της Μένιας που θα έρθει με τους γονείς του στο σπίτι, αλλά αν δεν θέλεις δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο."
Ξαφνιάστηκε ο πατέρας της, το ύφος του έδειξε πως δυσαρεστήθηκε, και η δυσαρέσκειά του ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
Εκείνη αγνόησε τη δυσαρέσκειά του και έκλεισε τα αυτιά της σε ότι ήταν αυτό που προσπάθησε να της πει για να την κάνει να νιώσει δυσάρεστα και βέβαια κατέληξε με την ίδια συνηθισμένη και τόσο μισητή γι αυτήν φράση: "Κάντε εσείς το πρόγραμμά σας και μην με υπολογίζετε εμένα." . 
Το πρωί της παραμονής, του χτύπησε την πόρτα, του είπε Χρόνια Πολλά και του άφησε φαγητό για το βράδυ. Φεύγοντας τον φίλησε και του είπε: " Να το ζεστάνεις πριν το φας στο φούρνο μικροκυμάτων κι αν τύχει να  μετανιώσεις και θέλεις να έρθεις, ξέρεις που είναι το σπίτι, θα σε περιμένουμε."
Δεν ξέρει τι ήταν αυτό που την έκανε αυτή τη φορά να μην νιώθει τύψεις για τη μοναξιά του. 
Είχε κουραστεί κάθε χρόνο, να ζει τα ίδια αρνητικά και δυσάρεστα συναισθήματα και πλέον θα ακολουθούσε τη γιορτινή διάθεση της οικογένειάς της χωρίς ίχνος τύψης. 
Πέρασε η μέρα με τα τρεξίματα της γιορτινής ετοιμασίας και αποφασισμένη δεν επέτρεψε σε καμία δυσάρεστη σκέψη να της χαλάσει αυτή τη διάθεση. Ήταν δικαίωμά της ξεχασμένο αυτό εδώ και πολλά  χρόνια και σήμερα έπρεπε να το διεκδικήσει και να το ευχαριστηθεί. 
Κατά τις 7 το απόγευμα,  όταν και η τελευταία λεπτομέρεια είχε τακτοποιηθεί στο σπίτι και το γιορτινό τραπέζι είχε στρωθεί, χτύπησε το κουδούνι. 
Άνοιξε την εξωτερική πόρτα, χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι.
Το ασανσέρ έφτασε και απ' την πόρτα φάνηκε να προβάλει ο πατέρας της, ντυμένος με το καλό του το κουστούμι, με μια μεγάλη χριστουγεννιάτικη σύνθεση με λουλούδια και κεριά και ένα τεράστιο κουτί ζαχαροπλαστείου στα χέρια του. 
Έτρεξε κοντά του να του πάρει το βάρος απ' τα χέρια του με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα χαράς. 
"Επιτέλους μπαμπά θα γιορτάσουμε μαζί", του είπε. 
Κι εκείνος,  μη θέλοντας να δείξει ότι η αποφασιστικότητα της κόρης του νίκησε το δικό του πείσμα και εγωϊσμό,  της είπε κοιτάζοντας το κέντρο του τραπεζιού.
"Καλά το κατάλαβα πως δεν είχες φροντίσει για λουλούδια. Η μάνα σου, αν θυμάσαι καλά, ποτέ δεν άφηνε το γιορτινό τραπέζι χωρίς λουλούδια. Έτσι είπα να σου  τα φέρω εγώ αφού θα έχεις και ξένους ανθρώπους στο τραπέζι. Και την τούρτα την έφερα, μέρα που είναι, για να είστε πάντα γλυκαμένοι." 
Εκείνο το βράδυ ήταν και για τους δυο τους πραγματική γιορτή. 
Για την ίδια, τον άντρα της και τα παιδιά της, ο πατέρας της ήταν το επίκεντρο της γιορτής και όλοι προσπαθούσαν να τον περιποιηθούν και να τον ευχαριστήσουν. Κι εκείνος επιτέλους, αφέθηκε χαλαρός να απολαύσει όλη την περιποίησή τους και την καλή παρέα που μαζεύτηκε  και τον πλαισίωσε με την αγάπη της.
Χάρηκε τη χαρά της μεγάλης εγγονής του και γνώρισε το αγόρι της και τους γονείς του, ενώ και οι  δυο εγγονές του, χάρμα οφθαλμών να τις βλέπει κανείς,  τριγύριζαν σαν μελισσούλες γύρω του και τον έπνιγαν με τα φιλιά τους. 
                  
                          Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο κάλεσμα της Αριστέας για μια

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

"Για μεθαύριο έχει ο Θεός" μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Δύσκολα χρόνια.
Ο κατακτητής έχει λιώσει με τη μπότα του το ηθικό του κόσμου.
Όλο και περισσότεροι πεθαίνουν απ’ την πείνα.
Ειδικά στην Αθήνα, λένε πως οι άνθρωποι πεθαίνουν μέσα στους δρόμους κι οι συγγενείς τους δεν πάνε να τους αναγνωρίσουν, για να μην αναγκαστούν να δώσουν πίσω το δελτίο του συσσιτίου τους.
Εμείς εδώ, «Δόξα τω Θεώ», σκέφτηκε η κυρά Δήμητρα καθώς μάζευε το τραπέζι, « βρίσκουμε εύκολα  λάδι και χόρτα, δώρο του Θεού στο νησί»  και κάπως τα βγάζουμε πέρα.
Τέλειωσε κι αυτή η μέρα.
Η  Δήμητρα κοίμισε κι απόψε τα τέσσερα κοριτσάκια της, τα τέσσερα μικρά αγγελούδια της το ένα δίπλα στο άλλο. Με διαφορά 2 χρόνια περίπου η μία απ’ την άλλη, γέμιζαν το σπιτικό της με χαρές και φωνούλες. Η μεγάλη έχει περάσει εδώ και δυο μήνες τα οκτώ και η πιο μικρή την άλλη εβδομάδα θα γίνει 2 χρονών.
Απόψε πάλι δεν είχε τι να τα ταΐσει τα κορίτσια της, κι ας ήταν παραμονή Χριστουγέννων.
Προφασιζόμενη πως απόψε πρέπει να νηστέψουν για να μεταλάβουν  αύριο, έφτιαξε μια κατσαρόλα τσάι του βουνού κι έβαλε μπροστά λίγο μπαγιάτικο ψωμί , που τους το μοίρασε στα ίσια, για να το βουτήξουν μέσα και να χορτάσουν την πείνα τους. Τα άλλα βράδια είχαν και κάστανα αλλά σήμερα δεν είχε να τους δώσει ούτε απ’ αυτά.
Η μεγάλη  της κόρη  παραπονέθηκε πως πεινάει  και τότε εκείνη με τη φωνή της ιδιαίτερα παραστατική  τους μίλησε για ένα τεράστιο καράβι που σύντομα  θα ερχόταν στο νησί φορτωμένο με σταφίδες και καρύδια όλα μαζί  ανακατεμένα.
«Κι άμα έρθει», τους είπε, « θα πάω στο μεροκάματο για να ξεχωρίζω κι εγώ μαζί με άλλες πολλές γυναίκες  τα καρύδια απ’ τις σταφίδες και θα σας πάρω μαζί μου, να φάτε όσο θέλετε, να χορτάσετε και  να φουσκώσουν οι κοιλιές σας … τόσο που να μην μπορείτε να φάτε άλλο».
Αυτή τη μεγάλη την κόρη της δύσκολα μπορεί κανείς  πια να την ξεγελάσει . Σήμερα όμως έδειξε να πίστεψε την ιστορία αυτή με το κατάφορτο καράβι κι έτσι  την πήρε κι  αυτήν ο ύπνος μαζί με τις άλλες σχεδόν νηστικές  και μάλιστα έχοντας ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Τις σκέπασε προσεκτικά όλες και φίλησε τα μαγουλάκια τους, που ήταν κατακόκκινα απ’ τη ζέστη του τζακιού. Ευτυχώς το σπίτι ήταν ζεστό, γιατί από ξύλα και κλαδιά ήταν γεμάτος ο κόσμος! Και κάθε βράδυ ο Γρηγόρης, καθώς γύρναγε απ’ το μάζεμα της ελιάς έφερνε ένα ολόκληρο γομάρι για να ζεσταίνονται μέχρι το άλλο βράδυ.
Ο μεγάλος της καημός ήταν η   τρίτη της κορούλα που ήταν πετσί και κόκκαλο και δύσκολη πολύ στο φαγητό της, ανορεκτικό παιδί. Όλοι στο χωριό την ρώταγαν γιατί είναι τόσο αδύνατο αυτό το παιδί κι αυτό την σκότωνε.
Όταν βρισκόταν κάτι καλό, ξεχώριζε λίγο και το κράταγε στην άκρη γι’ αυτό το παιδί και του το τάιζε κρυφά απ’ τ’ άλλα για να μην ζηλεύουν.
Κι  απ’ το δικό της το ψωμί φύλαγε πάντα λίγο για να το φάει αυτό το παιδί, μην  πεθάνει.
Την προηγούμενη εβδομάδα έβαλε τα καλύτερα προικιά της μέσα σ’ ένα σεντόνι μαζί με τα τελευταία χρυσαφικά της, που είχε φέρει μαζί της η μάνα της όταν πέρασε  πρόσφυγας απ’ τ’ Αϊβαλή στη Μυτιλήνη,  και  αφού περπάτησε μισή μέρα, πήγε στα πλούσια χωριά, όπου κάποιοι είχαν τον τρόπο τους ακόμη, και λαίμαργα αγόραζαν  χρυσαφικά και κεντήματα πολύτιμα  σε εξευτελιστικές τιμές.  Τα πούλησε χωρίς δυσκολία στη γυναίκα του μαυραγορίτη, που μάζευε προίκες και χρυσαφικά για τα κορίτσια της και της είχε πει απ’ την προηγούμενη φορά να φέρει ότι κι αν είχε κι αυτή θα το αγόραζε γιατί εκτιμούσε πολύ την καλή δουλειά που είχαν πάνω τους.
Όλοι είχαν  να λένε πόσο χρυσοχέρα ήταν η Δήμητρα. Τα κεντήματά της ήταν τα πιο καλοδουλεμένα και πάντα με  πρωτότυπα σχέδια, σαν να μην τα είχαν πιάσει ανθρώπινα χέρια.
Την προηγούμενη είπε στη μάνα της κλαίγοντας πως θα πουλήσει τα τελευταία χρυσαφικά που της είχαν μείνει κι η μάνα της την καθησύχασε λέγοντάς της "Μη στεναχωριέσαι κόρη μου, κοίταξε να βοηθήσεις την οικογένειά σου τέτοιους καιρούς που ζούμε και τα χρυσαφικά, όταν οι άνθρωποι είναι καλά, ξαναγίνονται".
Με πόνο καρδιάς τα ξεπούλησε  προικιά και χρυσαφικά και μάλιστα χωρίς να ρίξει το  βλέμμα της πάνω τους όσο  η γυναίκα του μαυραγορίτη τα θαύμαζε και τα ξεδιάλεγε μαζί με τις κόρες της.
Της έδωσε για πληρωμή ένα τσουβαλάκι   αλεύρι , ένα τσουβαλάκι φασόλια και δύο κομματάκια παστό  χοιρινό χωμένα μέσα σε μπόλικο λίπος μέσα σ’ ένα τενεκεδάκι και τα έφερε σπίτι περπατώντας δίπλα στο ποτάμι και μέσα απ' τα χωράφια, μην την δουν οι κατακτητές και της τα πάρουν.
Αύριο, που είναι χρονιάρα μέρα, θα μαγειρέψει  το χοιρινό με κάμποσο  κρεμμύδι που γλυκαίνει και δίνει γεύση στο φαί και πολλά άγρια  χόρτα για να φτουρήσει. Με αυτό θα πρέπει να χορτάσουν τα τέσσερα παιδιά, εκείνη κι ο άντρας της και η μάνα της, που θα φάει μαζί τους.
Με τις σκέψεις αυτές τακτοποίησε τριγύρω και τοποθέτησε  τα καθαρά ρούχα των κοριτσιών πάνω στο τραπέζι για να τα ντύσει αύριο, να πάνε στην εκκλησία να τα μεταλάβει.
Σαν γυρίσουν, θα τους φτιάξει τσάι και θα  αλείψει με χοιρινό λίπος τέσσερα φετάκια ψωμί φρέσκο, απ’ αυτό που θα ζυμώσει απόψε και θα ψήσει πρωί - πρωί  πριν την εκκλησία για να μοσχομυρίσει το σπίτι.
Της έφερε η μάνα της και λίγη ζάχαρη και θα την πασπαλίσει πάνω στο ψωμί  για να νομίζουν τα παιδιά πως τρώνε γλυκό.
Αύριο θα ξεχωρίζει και το πρωινό και το γεύμα…. Θα είναι ανάλογο της μεγάλης γιορτής. «Για μεθαύριο έχει ο Θεός», σκέφτηκε φωναχτά κάνοντας το σταυρό της καθώς πήγαινε να πλαγιάσει δίπλα στο Γρηγόρη, που είχε ήδη αποκοιμηθεί κατάκοπος απ’ το ολοήμερο μεροκάματο.  
Ο Θεός είχε και για μεθαύριο και για όλο το διάστημα της κατοχής κι έδινε λιγοστό φαγητό στη Δήμητρα να ταίσει την οικογένειά της και να μην πεθάνουν τα παιδιά της. 
Είχε κι αργότερα όταν καλοπάντρεψε τα κορίτσια της κι είδε χρυσαφικά στα χέρια τους. Είχε δίκιο η μάνα της, που έλεγε ότι όταν οι άνθρωποι είναι καλά,  τα χρυσαφικά ξαναγίνονται.
Μέχρι που πέθανε, ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει στη βοήθεια του Θεού και να τον ευχαριστεί για ότι της είχε πλουσιοπάροχα χαρίσει. Την οικογένειά της που της γέμιζε τη ζωή  ως την τελευταία ανάσα της και τα κορίτσια της που της έκαναν τα γηρατειά της ευτυχισμένα.

 Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο κάλεσμα της Αριστέας για μια

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Η ιστορία είναι αληθινή,
και αφορά την αγαπημένη μου γιαγιά Δήμητρα.  


Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Μια πολύ μικρή ανάρτηση και ένα μεγάλο ευχαριστώ

Μια πολύ μικρή ανάρτηση και ένα μεγάλο ευχαριστώ 
στην Κάτια μας από το starsandicicles.blogspot.gr
που κάθε χρόνο διοργανώνει το πανηγύρι της 
για να μας μπάσει στο κλίμα των Χριστουγέννων. 
Κάτια μου, 
κατάφερες  να βάλεις ακόμη κι εμένα τη δύσκολη
 στη διαδικασία των Χριστουγεννιάτικων κατασκευών 
με συμμετοχή μου αυτές τις  Χριστουγεννιάτικες κάλτσες...

 

















Στη συνέχεια η κλήρωσή σου με ανέδειξε σε μια από τις τυχερές του δρώμενού σου
και μόλις χθες έλαβα απ' το ταχυδρομείο την χειροποίητη καρτούλα σου,
συνοδευόμενη από το δωράκι σου, 
που ήταν τόσο γλυκό και μοναδικό. 


Σου εύχομαι να έχεις Καλές Γιορτές 
και μάλιστα τις καλύτερες που είχες ως τώρα 
με την οικογένειά σου και τους ανθρώπους που αγαπάς. 

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Κι ο δρόμος είναι μακρύς ακόμη.





Δεν θυμάμαι πια πόσες μέρες βρίσκομαι εδώ κρυμμένη μέσα στο δάσος, λίγα βήματα πριν τα σύνορα κάτω από αυτοσχέδια παραπήγματα, που βρήκαμε από προηγούμενους πρόσφυγες. Τα ρούχα έχουν βρωμίσει πάνω μου, γιατί νερό δύσκολα βρίσκεται ακόμη και για να πιούμε. Μυρίζει άσχημα και η ανάσα μου απ’ την αφαγία.
Λίγα κομμάτια ψωμί,  που φτάνουν ως εδώ, δεν φτάνουν και για μένα. Απλώνει το χεράκι της η Μπανού μου και με λαχτάρα σπρώχνει στο στόμα της ότι φαγώσιμο βρεθεί. Κι εγώ χορταίνω να την βλέπω να τρώει.
Ο άντρας μου έφυγε αρκετούς μήνες πριν απ’ την πατρίδα και κατάφερε να φτάσει στην Αγγλία, όπου τον περίμεναν τ΄ αδέλφια του.
Ήταν τυχερός. Πρόλαβε να φτάσει εκεί πριν σφίξουν τα πράγματα στην Ευρώπη. Μου μήνυσε να ξεκινήσω κι εγώ με το παιδί και τον αδελφό μου.
Δώσαμε σχεδόν  όλο το βιός μας για να βρούμε καταφύγιο απ’ τον πόλεμο που μαίνεται στην πατρίδα.
Στο πέρασμα προς την Ελλάδα χαθήκαμε με τον αδελφό μου, αφού μας χώρισαν σε διαφορετικά σαπιοκάραβα για να περάσουμε στα Ελληνικά νησιά. Δεν έμαθα τι έγινε και που βρίσκεται. Εμένα και  τη Μπανού μου μας έσωσαν κάτι ψαράδες  ανεβάζοντάς μας πάνω στη βάρκα τους, ενώ βυθιζόταν το σαπιοκάραβο που μας μετέφερε σαν ζώα  τόσες ψυχές.
Δεν ήταν ένα κακό παραμύθι αυτό που ζήσαμε, ήταν ένας ζωντανός εφιάλτης πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική. Προσπαθώ να το θάψω μέσα μου, όπως έθαψε η θάλασσα τόσα  αδικοχαμένα κορμιά…
Δεν είμαι μόνη μου, είναι κι άλλοι εδώ, λίγο πιο πέρα αλλά εγώ, μια γυναίκα μόνη, δεν έχω πολλές κουβέντες με τους υπόλοιπους. Οι περισσότεροι είναι  άντρες διαφόρων ηλικιών και μαζί μερικές γυναίκες, άλλες μόνες κι άλλες με τα παιδιά τους.
Στα μάτια των γυναικών βλέπεις ζωγραφισμένο  τον τρόμο και την αγωνία του αύριο.
Κάποιοι  άντρες έχουν αναλάβει ηγετικό ρόλο στη δυστυχία μας.
Είναι οι λίγο πιο τολμηροί, που δίνουν το σύνθημα για να περάσουμε απέναντι ή φροντίζουν να φέρουν λίγη τροφή για τα γυναικόπαιδα.
Δεν ρωτάω ποιους παράγοντες σταθμίζουν για να δουν αν θα κάνουμε απόπειρα να περάσουμε απέναντι. Ακολουθώ κι εγώ με τη Μπανού στην αγκαλιά, όποτε μας πουν.
Μέχρι σήμερα προσπαθήσαμε να περάσουμε τα σύνορα έξη φορές ανεπιτυχώς και γυρίσαμε και τις έξη φορές πίσω τρέχοντας καθώς ακούγαμε ήχους πυροβολισμών από τους συνοριοφύλακες απέναντι.
Μας ειδοποίησαν ότι απόψε τη νύχτα θα προσπαθήσουν να τραβήξουν τα βλέμματα και την προσοχή της περιπόλου σε λάθος σημείο  κάνοντας αντιπερισπασμό.
Μερικοί άνδρες θα περάσουν από ένα άλλο κοντινό πέρασμα, δημιουργώντας επεισόδιο, ώστε να τραβήξουν εκεί την προσοχή της περιπόλου και να μπορέσουμε εμείς τα γυναικόπαιδα να περάσουμε απέναντι και να χωθούμε μέσα στο πυκνό δάσος που φαντάζει τρομακτικό απέναντι.
Ότι είναι να γίνει πρέπει να γίνει απόψε, γιατί ο χειμώνας έχει ήδη φτάσει  και το κρύο είναι ανυπόφορο κι ο δρόμος είναι μακρύς ακόμη.  Δεν μπορώ να φανταστώ τι μας περιμένει ακόμη.
Αυτό που με κάνει να παλεύω ακόμα, είναι το κοριτσάκι  μου και το αθώο της βλέμμα όταν με ρωτάει πότε θα πάμε στο μπαμπά της, που μας περιμένει.



Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο παιχνίδι "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ" ,

που με επιτυχία εξελίχθηκε, για ακόμη μια φορά, 
στο στέκι της φίλης μας  Μαρίας   mytripssonblog.blogspot.gr.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Αγιο - Βασιλιάτικες κάλτσες για το κάλεσμα "Χριστουγεννιάτικο Πανηγύρι 2015" του blog "stars and icicles"


Τα Χριστούγεννα βρίσκονται προ των πυλών. 
Σε ένα μήνα περίπου θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε 
για τις καθιερωμένες ετοιμασίες, το στόλισμα του σπιτιού
και γενικώς κάθε φροντίδα εν όψει της μεγάλης γιορτής. 
Κι επειδή όλα δεν μπορούν να γίνουν την τελευταία στιγμή 
και κυρίως αυτά που έχουν να κάνουν με κατασκευές 
και θέλουν το χρόνο τους, είπα ν' αρχίσω νωρίς φέτος.
Έτσι ξεκίνησα βρίσκοντας κάτι ξεχασμένα ρεταλάκια από εταμίν.
Με μια πρώτη ματιά φάνηκε ότι ήταν αρκετά μεγάλα
για να γίνουν διακοσμητικές κάλτσες Αγιοβασιλιάτικες.

























Στη συνέχεια βρήκα στο internet 
μερικά Χριστουγεννιάτικα σχεδιάκια με σχετικά λίγη δουλειά.
Απ' αυτά διάλεξα έναν Αγιο - Βασίλη 
κι ένα αλογάκι παιχνίδι.













Βρήκα  κλωστή κόκκινη - μπορντώ μεταλλική
(κι αυτή από περίσσευμα προηγούμενων κεντημάτων)
και ξεκίνησα δουλειά....
Με ένα στυλό ζωγράφισα το περίγραμμα Αγιοβασιλιάτικης κάλτσας 
εις διπλούν, γιατί δύο θα ήταν οι κάλτσες που θα έφτιαχνα.
Αποτύπωσα με βελονιά κομπλέν πάνω στο εταμίν 
τα δύο σχεδιάκια που είχα διαλέξει
κι έπειτα εμπλούτισα  τις κάλτσες  με ότι ερχόταν στο μυαλό μου....
μικρές εύκολες μπορντούρες, αστεράκια
αλλά και ευχές για την χρονιά που θα έρθει.





















Αφού τελείωσε η κεντητική εργασία
αγόρασα ένα κατακόκκινο ύφασμα 
ώστε να γίνουν με αυτό τα πίσω κομμάτια απ' τις  κάλτσες 
αλλά  και για να αποτελέσει τη φόδρα της κάθε μιας.
Για το λόγο αυτό κόπηκαν απ' το  κόκκινο ύφασμα 
έξη κομμάτια στο σχήμα της Αγιο - Βασιλιάτικης κάλτσας, 
- τρία για κάθε μπότα.
Ένα φαρδύ κόκκινο σατέν λοξό ρέλι 
ανέλαβε να συνδέσει το μπρος με το πίσω κομμάτι της κάλτσας 
 και τα δύο  ενδιάμεσα κομμάτια που είχαν το ρόλο της φόδρας.
Η δουλειά τελικά δεν ήταν λίγη, 
γιατί χρειάζεται προσοχή στη λεπτομέρεια
και χρόνος αρκετός  για τη συναρμολόγηση.
  
Όμως η ικανοποίηση  απ' το τελικό  αποτέλεσμα
είναι αυτή που στο τέλος σβήνει κάθε ίχνος κόπου.

Αυτή η κατασκευή μου 
είναι η συμμετοχή μου  στο κάλεσμα 
του blog "stars and icicles",
που και για φέτος ανέλαβε να διοργανώσει η φίλη μας Κάτια.









Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες της νύχτας: " Καλή τύχη και όλα θα πάνε καλά"



Δύο η ώρα μεσάνυχτα, χτυπάει το τηλέφωνο και τα μάτια ανοίγουν δύσκολα.
Μια ανησυχία με διακατέχει κι ένα νυσταγμένο "παρακαλώ" απευθύνεται στην απέναντι μεριά του σύρματος.
-Συγνώμη που σ' ενοχλώ Χαρούλα μου τέτοια ώρα, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να σε δώ πριν ξημερώσει.
-Άννα μου, τι συμβαίνει κορίτσι μου; τι έπαθες;
-Βιάσου Χαρούλα μου, γιατί δεν θα με προφτάσεις. Φεύγω ξημερώματα.
Βάζω βιαστικά τη ρόμπα μου πάνω στους ώμους μου και κατεβαίνω στο δεύτερο με το ασσανσέρ.
Η Άννα μου ανοίγει την πόρτα και μου γνέφει να μιλάω σιγά για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά.
Το σαλόνι ολόγυρα ήταν γεμάτο με ρούχα καλοκαιρινά, χειμωνιάτικα, δικά της και των παιδιών.
Μέσα σε σακκούλες και κούτες βρίσκονταν τα παιχνίδια τους ανακατεμένα και βιαστικά ριγμένα.
- Τι έγινε Αννούλα μου; με τρόμαξες.
-Έφτασε το τέλος Χαρούλα μου, επιτέλους  πήρα τη μεγάλη απόφαση κι ας άργησα τόσο.
-Πες μου Αννούλα μου, τι έγινε;
-Τι να σου πω; Όλα έγιναν  κι απόψε όπως γίνονται κάθε βράδυ το τελευταίο διάστημα. Ντύθηκε, ετοιμάστηκε και βρόντηξε την πόρτα πίσω του, χωρίς να μου πει ούτε αντίο.
Μια φλασιά μου ήρθε κι  άρπαξα τα παιδιά απ' το χέρι και τον ακολούθησα. Να φανταστείς ούτε τα μπουφάν τους δεν τους φόρεσα, αυτά με τις πυζάμες τους κι εγώ με την παντόφλες.
Λίγα μέτρα παραπίσω μαζί με τα παιδιά τον είδαμε να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Σταμάτησα ένα ταξί, που ερχόταν πίσω και τον ακολούθησα.
Στο Χαλάνδρι σταμάτησε το αυτοκίνητό του, βγήκε έξω και με κάποιον μίλησε στο κινητό του.
Βγήκα απ' το ταξί και κρύφτηκα πίσω από ένα περίπτερο. Τα παιδιά γκρίνιαζαν γιατί κρύωναν κι ο μεγάλος με ρώταγε που πάμε μέσα στη νύχτα.
-Περίμενε λίγο αγάπη μου, του είπα. Σε λίγο θα γυρίσουμε στο σπίτι, αλλά σε παρακαλώ μη μιλάς και μην γκρινιάζεις.
Δεν πέρασαν 5 λεπτά και μια έξαλλη ξανθιά γυναίκα τον πλησίασε και φιλήθηκαν παθιασμένα.
Της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, μπήκαν και οι δύο μέσα κι έφυγαν χωρίς να με αντιληφθούν.
Νόμισα πως με χτύπησε κεραυνός, ένιωσα πως βγαίνει η ψυχή από μέσα μου. Λιποθύμησα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν δίπλα μου μια γυναίκα, που βγήκε από ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο δίπλα.
Δεν την είχα προσέξει αλλά εκείνη, που είχε παρακολουθήσει την όλη σκηνή, όταν με είδε να καταρρέω έσπευσε να με  βοηθήσει.
Με οδήγησε σ' ένα σκαλοπάτι εκεί δίπλα, μου έφερε ένα μπουκαλάκι νερό απ' το περίπτερο, έριξε τη ζακέτα της πάνω στα παιδιά για να μην κρυώνουν κι  όταν συνήλθα μου είπε:
-Μην το κάνεις αυτό κορίτσι μου στον εαυτό σου, μη βασανίζεσαι, είναι κρίμα. Μη χάνεις την αξιοπρέπειά σου,  πάρε τα παιδάκια σου και γύρνα στο σπίτι σου. Σκέψου καλά κι αποφάσισε ό,τι η λογική σου σε συμβουλέψει να κάνεις.
Τρέμοντας την ευχαρίστησα, μπήκα σ' ένα ταξί και γύρισα στο σπίτι.
Έβαλα τα παιδιά στο κρεβάτι να κοιμηθούν και πήρα  το θάρρος να κάνω τη μεγάλη κίνηση.
Τηλεφώνησα στους γονείς μου. Αρκετά  άντεξα, αρκετά πέρασα.
Αποφάσισα να τους  μιλήσω  για την κατάσταση και παρακάλεσα τον πατέρα μου να έρθει απ' το χωριό να με πάρει,  πριν να ξημερώσει.
'Επρεπε να μου μιλήσει για αξιοπρέπεια η ξένη γυναίκα, για να αντιληφθώ πως την έχω ήδη χάσει προ καιρού και να ψάξω για καταφύγιο στη θαλπωρή της οικογένειάς μου.
Οι γονείς μου έπεσαν απ' τα σύννεφα. Ο πατέρας μου έφυγε ξαφνικά και τώρα οδηγεί για να έρθει να με πάρει. Κι έχω και την αγωνία του να φτάσει καλά μετά από τέτοια σύγχιση που πήρε απόψε ο άνθρωπος.
Δεν μπορούσα να περιμένω το πρωί. Δεν αντέχω να μπω πάλι στη διαδικασία της αντιπαράθεσης μαζί του. Εγώ  να του μιλάω κι εκείνος να με φωνάζει τρελή.
Τόσο καιρό ανέχτηκα πολλά Χαρούλα μου.
Τον ερωτεύτηκα και  μόλις παντρευτήκαμε τον ακολούθησα στην Αθήνα αφήνοντας για χατίρι του πίσω μου τη δουλειά μου, την περιουσία μου, τους γονείς μου.
Για χάρη του επέτρεψα στους δικούς του να με υποβιβάζουν, να με θεωρούν κατώτερη.
Ποτέ δεν πληρούσα τις προδιαγραφές τους, ώστε να είμαι η κατάλληλη για το γυιό τους γυναίκα.
Θεωρούσαν πως οι ορίζοντές μου ήταν περιορισμένοι, επειδή έζησα και μεγάλωσα στην επαρχία.
Το ότι στο μεταξύ κάναμε  μαζί δύο παιδιά, δεν συγκίνησε ποτέ κανέναν.
Με πρόσβαλαν και μου φέρονταν ανάρμοστα.
Ακόμη και στα παιδιά μου δεν φέρονταν όπως στα άλλα τους εγγόνια.
Εγώ  ανεχόμουν, δεν μιλούσα κι εκείνος, αν και έβλεπε, ποτέ δεν με υπερασπίστηκε.
Μέχρι που άρχισε κι εκείνος να με θεωρεί " λίγη " για τον εαυτό του κι άρχισε τα ξενοκοιτάζει.
Τα του τελευταίου χρόνου, Χαρούλα μου, τα ξέρεις καλά.
Εκείνος δεν έδινε λογαριασμό για τίποτα, δεν ενδιαφερόταν καθόλου για εμάς κι όταν τόλμαγα να πω κάτι, ακολουθούσαν φωνές, σπασίματα  και καυγάδες καθημερινοί.
Ακόμη και όταν η Μαρία από τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας τον είχε δει με άλλη και  μου μίλησε καλυμμένα γι αυτό, δεν μπορούσα να το πιστέψω και να το παραδεχτώ.
Έχουμε να βρεθούμε ερωτικά πάνω από δύο χρόνια, από την εγκυμοσύνη του δεύτερου παιδιού.
Εσύ είσαι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο τόλμησα ν' ανοίξω την καρδιά μου και να πω τα παράπονά μου. Μου συμπαραστάθηκες στο Γολγοθά μου και  μου στάθηκες σε κάθε  δυσκολία σαν μάνα, σαν αδελφή. Εσύ με στήριξες όλο αυτό το διάστημα και η δική σου παρέα ήταν για μένα παρηγοριά.
Καταλάβαινα πως οι συμβουλές σου ήταν σωστές, αλλά μου ήταν αδιανόητο να τον αφήσω.
Μέχρι που χθες βράδυ κάτι μου έκανε κλικ.
Έπρεπε να δω με τα ίδια μου τα μάτια για να ξυπνήσω.
Χαρούλα μου, δεν μπορούσα να φύγω χωρίς να σε χαιρετίσω και να σ΄ευχαριστήσω για όλα.
Δεν ξέρω αν θα γυρίσω πίσω ποτέ.
Προς το παρόν θα μείνω με τους γονείς μου κι ελπίζω κάποτε να μπορέσεις να έρθεις εσύ να με δεις.
Δεν θα χαθούμε, αλλά τώρα το μυαλό μου είναι θολωμένο και δεν ξέρω πότε θα συνέλθω.
Την αγκάλιασα και μαζί κλάψαμε για κάμποση ώρα.
Έπειτα τη βοήθησα να μαζέψει τα τελευταία της πράγματα.
Tέλος έγραψε ένα σύντομο σημείωμα στον άντρα της, λέγοντάς του ότι φεύγει, ότι δεν επιθυμεί να την ενοχλήσει και κάθε περαιτέρω συνεννόησή τους θα γίνεται μέσω δικηγόρου και το άφησε πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας.
Κατά τις 5 το πρωί  χτύπησε το κουδούνι και ήταν ο πατέρας της.
Ανήσυχος και αναστατωμένος, αλλά πολύ υποστηρικτικός απέναντί της, βοήθησε να φορτώσουμε το αυτοκίνητο με τα πράγματά της. Πήρε αγκαλιά  το μεγάλο παιδί κοιμισμένο και το έβαλε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Εκείνη κράταγε στην αγκαλιά της το μικρό παιδί.
Αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά και τα δάκρυα θόλωσαν  τα μάτια μας.
Κάθισε κι εκείνη στο πίσω κάθισμα, κοιτάζοντάς με  και μέσα απ' το κλειστό τζάμι τα χείλη της ψέλιζαν:
"Αντίο κι ευχαριστώ για όλα".
" Καλή τύχη και όλα θα πάνε καλά", της απάντησα και τη χαιρέταγα ώσπου το αυτοκίνητο χάθηκε στο τέλος του δρόμου.





Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Γλυκάκι βρώμης με ξηρούς καρπούς για τον απογευματινό καφέ.

Ένα πολύ εύκολο και με εγγυημένη επιτυχία γλυκάκι για τον καφέ. 
Το γλυκάκι αυτό μπορούν να το φάνε και όσοι δεν αγαπούν τα  γλυκά 
γιατί έχει μια φίνα  ελαφριά γεύση και επιπλέον είναι  υγιεινό. 


Υλικά

1 κούπα cranberries ή σταφίδα
1 κούπα καυτό νερό
3/4 κούπας καλαμποκέλαιο
1 & 1/2 κούπας ζάχαρη μισή - μισή άσπρη και καστανή
2 κουταλάκια μπέϊκιν
1 κουταλάκι κρέμα μπαλσάμικου με πορτοκάλι
1 αυγό
2 βανίλιες 
1 κουταλάκι κανέλλα
1/2 κουταλάκι αλάτι
2 κούπες βρώμη
2 & 1/2 κούπες φαρίνα
1/2 κούπα ξηρούς καρπούς χοντροκομμένους
1/4 της κούπας σουσάμι

Μαρμελάδα της αρεσκείας μας για το γέμισμα.

Εκτέλεση

Στην κούπα με τα cranberries ρίχνουμε το καυτό νερό και αφήνουμε για 5 λεπτά. 
Σ΄ ένα μπωλ ή στο μίξερ ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί
και τα cranberries ή τη σταφίδα μαζί με το νερό τους,
εκτός της μαρμελάδας.
Αφήνουμε 10 λεπτά τη ζύμη  για να σφίξει. 
Με το κουτάλι μας ρίχνουμε   κουταλιές  ζύμης, μακριά τη μία από την άλλη,
πάνω σε αντικολλητικό χαρτί που έχουμε στρώσει στη λαμαρίνα μας.
Προσοχή μην βάλετε πάνω από 12 γιατί απλώνουν και θα κολλήσουν μεταξύ τους.
Ψήνουμε στο φούρνο για 15 περίπου λεπτά στους 180 βαθμούς Κελσίου.
Παίρνουμε με τη ζύμη αυτή 36 περίπου μεγάλα  μπισκότα. 
Αφού τα ξεκολλήσουμε απ' τη λαδόκολλα,
τα  αφήνουμε να κρυώσουν λίγο
και  τα ενώνουμε δύο - δύο μαζί, 
βάζοντας ανάμεσά τους 1 κουταλάκι μαρμελάδα για να κολλήσουν. 

Εγώ προτίμησα να χρησιμοποιήσω cranberries και όχι σταφίδες,
κάσιους άψητα για ξηρούς καρπούς 
και μαρμελάδα βύσσινο για να τα κολλήσω μεταξύ τους.

Το γλυκάκι αυτό δεν θέλει καμία δεξιότητα ή τεχνική. 
Απευθύνεται σε αρχάριους της ζαχαροπλαστικής
και έχει σίγουρη επιτυχία.
Κυρίως όμως έχει τέλεια γεύση 
και άρωμα κανέλλας που το κάνει ιδανικό συνοδευτικό 
ενός ζεστού καφέ.