Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Κουλουράκια... τα λεγόμενα διαίτης

Μπορεί τελικά η συνταγή για τα κουλουράκια που θα σας δώσω να μην είναι τόσο αθώα και διαίτης όσο ακούγεται στον τίτλο, όμως είναι πεντανόστιμα. 

Τα ονομάζω διαίτης γιατί, όταν πάει κανείς στο φούρνο και ζητήσει κουλουράκια διαίτης, αυτά ακριβώς θα αγοράσει.

Δεν μπορείς να τα πεις γλυκά γιατί δεν γλυκίζουν πολύ, ούτε όμως και αλμυρά γιατί δεν είναι. 

Είναι όμως πανεύκολα στην κατασκευή τους, στοιχίζουν ελάχιστα και όταν ξεκινήσει κανείς να τα τρωει δεν μπορεί να σταματήσει. 

Είναι ιδανικά για τα παιδιά στο σχολείο αλλά και με λίγο τυράκι σαν σνακ στη δουλειά. 

Συνοδεύουν υπέροχα ένα ποτό αλλά και τον καφέ ή το τσάϊ.

Τη συνταγή μου έδωσε η Τούλα από τη Νάξο, που φτιάχνει αγγέλους με τα χεράκια της και είναι απολύτως εγγυημένη, αφού την έχω φτιάξει κι εγώ, με την ίδια επιτυχία, 3 φορές μέσα σε 15 ημέρες.

Υλικά:

650 γραμμάρια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 κουταλάκια μπέϊκιν πάουντερ
250 γραμμάρια καλαμποκέλαιο
250 γραμμάρια κρασί ρετσίνα
4 κουταλιές (της σούπας) ζάχαρη άχνη 
1 κουταλάκι (του γλυκού) κοφτό αλάτι 

Εκτέλεση:

Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί και ζυμώνουμε μέχρι να γίνει ομοιογενής η ζύμη μας. 
Αφήνουμε τη ζύμη για  1/2 ώρα να ξεκουραστεί και στη συνέχεια πλάθουμε στρογγυλά κουλουράκια.
Στο φούρνο θα τα βρείτε πλασμένα λεπτότερα και πολύ μεγαλύτερα ή σαν μπαστουνάκια.
Μπορείτε να τα πλάσετε σε ότι σχήμα εσείς θέλετε.
Ψήνουμε σε λαμαρίνα καλυμμένη με αντικολλητικό χαρτί για 20 λεπτά στους 170 βαθμούς στον αέρα.
Προσοχή τα κουλουράκια πρέπει να τα βγάλετε όχι πολύ ροδισμένα. 
Αν ροδίσουν  αρκετά τότε στη γεύση θα δίνουν την εντύπωση του καμμένου.
Παρόλο που θα τα βγάλετε σχετικά άσπρα, είναι αφράτα και τραγανά ως το κέντρο τους.

                                                                                               Καλή σας επιτυχία


Για να πάρω το χρόνο μου να εγκληματιστώ στην καθημερινότητα της πόλης και να κάνω τις συσσωρευμένες απ' όλο το καλοκαίρι δουλειές παντός είδους, εσωτερικές και εξωτερικές, θα μου επιτρέψετε να μην συνεχίσω για κάποιο διάστημα ακόμη το παιχνίδι μας "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ". 
Άλλωστε ως τότε μπορείτε να παίρνετε μέρος στο "ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ" της Αριστέας μας.
Αν πάλι δεν το έχετε με την ποίηση, δεν πειράζει κρατείστε τις εμπνεύσεις σας για τη στιγμή που θα κάνει πάλι το ντεμπούτο του το παιχνίδι μας. 

Ως τότε πειραματιστείτε με τα κουλουράκια και δεν θα χάσετε.....

                                                                  Τα φιλιά μου σε όλους και όλες......


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

"Αντίο" στον πατέρα της λήθης

«Nα μου τον φιλήσετε μόλις ξυπνήσει.Μην το ξεχάσετε. Κι εσείς κουράγιο και υπομονή…»
Κι έπειτα το αυτοκίνητο ξεκίνησε κι εγώ δεν έστρεψα το βλέμμα μου πίσω, γιατί δεν άντεχα να αντικρύσω τα δάκρυα του αυλακωμένου απ’ τις ρυτίδες προσώπου της.
Με την καρδιά μαύρη, με ένα βάρος θλίψης στο στήθος μου και με το κεφάλι βαρύ απ’ τις σκέψεις, μετά από μια ώρα δρόμο, μπήκα στο πλοίο και σε 5 ώρες βρισκόμουν στο σπίτι μου.
Ένα κεφάλαιο ίσως να έκλεισε με ένα «αντίο», που δεν κατάφερα να ξεστομίσω. Εκείνος ίσως να μην το καταλάβαινε, εγώ όμως σίγουρα θα λύγιζα σ’ αυτόν τον αποχωρισμό.
Τελευταία φορά που τον είχα δει ήταν την άνοιξη. Τώρα τον βρήκα βυθισμένο περισσότερο στον κόσμο της λήθης.
Αυτή τη φορά έμεινα μαζί τους είκοσι μέρες.
Ήταν αρκετές για να ξεπεράσουμε το εμπόδιο του άρρωστου μυαλού του και να γνωριστούμε απ’ την αρχή.
Ας αρχίσουμε όμως απ’ την αρχή.
Η πρώτη μου γνωριμία μαζί του έγινε πριν από 37 χρόνια και τότε σκάρωσε για χάρη μου ένα στιχάκι και μου  το τραγούδησε σε νησιώτικο σκοπό, όταν μπήκα στο σπίτι του σαν νύφη του πρώτη φορά.

«Έκανα με δίχως ζόρι
δεκαοχτώ χρονών μια κόρη»

Σε απάντηση ο αδελφός του και θείος του άντρα μου του είπε:

«Μα σου πήρανε κι εσένα
απ’ τους τρεις σου γιούς τον ένα»

Κάπως έτσι με καλωσόρισε στο σπιτικό του και την οικογένειά του και μεταξύ μας υπήρξε πάντα αυτή η ζεστασιά που εκείνος δημιούργησε για να με αγκαλιάσει και ένας σεβασμός αμφίπλευρος, αφού ποτέ δεν με στεναχώρησε κι εγώ πάντα τον εκτιμούσα.
Τον εκτιμούσα για τον ευθύ του χαρακτήρα, για την ντομπροσύνη του, γιατί ήταν αγωνιστής της ζωής, καλός οικογενειάρχης, άνθρωπος αγνός με μια στάση απέναντι στη ζωή γεμάτη σοβαρότητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια.
Για μένα ήταν ο δεύτερος πατέρας μου, όχι εκ των πραγμάτων αλλά επειδή εκείνος είχε καταφέρει να τον νιώθω τόσο κοντινό κι αγαπημένο.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια και ζήσαμε  σαν γονείς με παιδιά αλλά και σαν γείτονες  σε απέναντι σπίτια στην Αθήνα πολλές στιγμές, ενώ μέσα στην οικογένεια προστέθηκαν σιγά - σιγά  τα παιδιά μου και  εγγόνια του.
Κάποια στιγμή αποφάσισαν να ζήσουν με την πεθερά μου στο νησί μόνιμα και τότε πια ζούσαμε μαζί μόνο τα καλοκαίρια που πηγαίναμε για διακοπές.
Μας αγαπούσε, μας καλωσόριζε, μας φιλοξενούσε και ήταν διαθέσιμος να κάνει οτιδήποτε για να περάσουμε καλά.
Πάντα για μένα ο αποχωρισμός είναι δύσκολος αλλά αυτή τη φορά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να τον ζήσουμε κι οι δυο σιωπηλά.
Το  βράδυ πριν φύγω μας είπε καληνύχτα και τον καληνύχτισα κι εγώ με χαμόγελο. Δεν έπρεπε να τον αναστατώσω, αν καταλάβαινε πως την επόμενη μέρα θα έφευγα.
Πριν είκοσι μέρες που έφτασα ήμουν μια άγνωστη, που με δέχτηκε στο σπίτι του γιατί πάντα το σπίτι του ήταν ανοιχτό σε όλους.
Άγνωστος ήταν και ο ίδιος του ο γιός.
Αυτή η επίσκεψή μας εκεί είχε έναν άλλο χαρακτήρα.
Συνοδέψαμε την πεθερά μου μετά από μια επέμβαση, που δεν της επέτρεπε να περιποιηθεί ούτε τον ίδιο της τον εαυτό, για να κάνουμε πιο εύκολες για εκείνη τις μέρες μέχρι να αναρρώσει λίγο.
Μπήκα λοιπόν στα δύσκολα με αρκετό άγχος.
Πριν να ξυπνήσουν ετοίμαζα το πρωινό τους, το φαγητό τους, καθάριζα το σπίτι και φρόντιζα να πάρει τα χάπια του μαζί με κάθε γεύμα του, να τον οδηγώ στο κρεβάτι του που συνήθως δεν ήξερε που βρίσκεται… να είμαι κοντά του μην φύγει.
Τις περισσότερες φορές, σαν μικρό παιδάκι, αρνιόταν να φάει το φαγητό του και να πάρει τα φάρμακά του.
Τότε έκανα πως τον αγνοούσα… ακουμπούσα πάνω στο τραπέζι το φαγητό του και δεν του έλεγα να φάει. Άρχιζε να τρώει, αφού είχε ανακατέψει το φαγητό μέσα στο πιάτο και αφού όλοι είχαμε τελειώσει. Άλλες φορές έσπρωχνε στη μέση του τραπεζιού το πιάτο του για να φάμε όλοι απ’ αυτό, σαν να μην υπήρχαν άλλα πιάτα με φαγητό για εμάς και απαιτούσε να φάμε κι εμείς απ’ το δικό του φαγητό. Με την ίδια δοτικότητα μας κέρναγε και τα χάπια του. Δεν έκανε χαλάλι στον εαυτό του να πιεί τα φάρμακά του χωρίς να προσφέρει και σε μας.
Κάποιες φορές έβαζε τα χάπια του μέσα σε μια μπουκιά ψωμί και τα έτρωγε σαν σάντουιτς κι άλλοτε τα τύλιγε σε μια χαρτοπετσέτα για να τα βάλει στην τσέπη του ή τα έριχνε μέσα σε ποτήρι με νερό. Δεν μπορούσε κανείς να τον εμπιστευτεί να μείνει μόνος του, γιατί μπορεί να μην τα έπαιρνε και σ' αυτό το σημείο, όπως και σε πολλά άλλα, χρειαζόταν απόλυτη επίβλεψη.
Κάθε που έβγαινε στην αυλή και έμπαινε πάλι στο σπίτι, μας χαιρετούσε σαν να μας έβλεπε για πρώτη φορά. Έτσι λοιπόν όλη μέρα είχαμε χαιρετούρες.
Τα βράδια κι ενώ η πεθερά μου πήγαινε για ύπνο, εκείνος καθόταν και παρακολουθούσε να πλένω τα πιάτα και ήθελε να καθαρίσω πολύ καλά το τραπέζι, να μην μείνει ούτε ψίχουλο επάνω. Έτσι σχολαστικός και τελειομανής υπήρξε πάντα σε ότι έκανε στη ζωή του.
Μετά ήξερε πως θα κάτσω απέναντί του στο τραπέζι και θα τον ακούω να λέει πολλές  ιστορίες, την μία μετά την άλλη, χωρίς τέλος, που δεν τις καταλάβαινα γιατί ήταν τόσο μπερδεμένες όσο και το μυαλό του.
Κάποτε πιανόμουν από κάποιες λέξεις του και ρώταγα κάτι, έτσι για να νιώθει πως καταλαβαίνω αυτά που λέει και συμμετέχω.
Πάντα οι μπερδεμένες ιστορίες του είχαν να κάνουν με δουλειές που έπρεπε να γίνουν, σε οικοδομές, σε χωράφια, σε ζώα.
Ήξερα πως την επόμενη φορά, που θα πάω να τον δω, ίσως να μην μπορεί να μου διηγηθεί ούτε αυτές τις μπερδεμένες ιστορίες του.
Εντυπωσιακό είναι πως θυμόταν και σιγοτραγουδούσε στιχάκια που μίλαγαν για βάσανα...

«Τα βάσανά μου τα  απερί-
γραπτα θένε καρδιά γερή»

«Βάσανα και στεναχώρια
έχει η ζωή και ζόρια»

«Βάσανα που τα 'χει η ζω-
η μα τ' αντιμετωπίζω»

Ο κόσμος στον οποίο ζούσε ανήκε σ’  ένα πολύ μακρινό παρελθόν.
Δεν ξεχώριζε αν  η γυναίκα με την οποία ζεί  είναι η γυναίκα του ή η μάνα του.
Άλλοτε πάλι,  σαν να ήταν κάποια άλλη, τη ρώταγε που βρίσκεται η Ευδοκία, δηλαδή η ίδια.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή της αντάμωσής τους, μόλις την πήγαμε στο σπίτι. Πολλοί ερωτευμένοι θα ζήλευαν τον βλέμμα που την κοίταζε, τον τρόπο που την αγκάλιαζε και τη φίλαγε.
Μια άλλη μέρα πρόσεξε πως είχε το χέρι της δεμένο,  και τότε θέλοντας να την ανακουφίσει, πήρε  το άλλο της χέρι και το έτριβε στην παλάμη κάνοντάς της μασάζ. Της χάιδευε τα δάχτυλα για πολλή ώρα, χωρίς να κουράζεται ή να βαριέται. 
Τις υπόλοιπες μέρες δεν μπόρεσε να καταλάβει πως είχε  δεμένο και εγχειρισμένο το χέρι της. Ίσως και να μην το έβλεπε πια.
Συχνά έψαχνε να βρει τους  πεθαμένους του γονείς του και το πατρικό του σπίτι.
Σαν βράδιαζε ζητούσε να πάει στο σπίτι του, προφανώς στο πατρικό του, που όμως δεν υπάρχει  εδώ και 40 χρόνια.
Κάθε απόγευμα νόμιζε πως τον περίμεναν άνθρωποι  έξω,  να τον πάρουν να πάνε για δουλειά και τότε ήταν αδύνατον να τον ξεγελάσεις για να μείνει στο σπίτι.
Τα κουρασμένα και πονεμένα του κόκκαλα, με το βάρος των 87 του χρόνων, ξαφνικά αποκτούσαν δύναμη και αποφασιστικότητα κι έκαναν το βήμα του τόσο γρήγορο που με δυσκολία προσπαθούσε κανείς να τον φτάσει.
Αυτό όμως διαρκούσε για περίπου 100 μέτρα. Μετά τα πόδια κουραζόταν, η μέση του δεν άντεχε στο βάρος των 87 του χρόνων και με δυσκολία προχώραγε μπροστά προς το άγνωστο… για να πάει να κάνει κάποια υποτιθέμενη δουλειά εκεί που τον περίμεναν « πολλοί νομάτοι», όπως έλεγε.
Αυτή η φωτογραφία είναι απ' το διαδίκτυο
Δυστυχώς δεν σκέφτηκα να φωτογραφήσω
το δικό του χέρι μέσα στο δικό μου.
Γύρω στα 500 μέτρα καταλάβαινε πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν και τότε μόνο μπορούσε να πειστεί να επιστρέψει πίσω.
Έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη μου, μου ανακοίνωνε πως φεύγει και μου ζήταγε να μην το πω στους άλλους.
Μη θέλοντας να προδώσω την εμπιστοσύνη του,  τον ρώταγα αν θέλει να πάω μαζί του να τον προσέχω και πάντα μου έλεγε ναι.
Καθώς πέρναγαν οι μέρες μόνος του πλέον μου ζήταγε να πάω μαζί του.
Στην επιστροφή τα βήματα του βάραιναν κι έφερναν το χέρι του μέσα στο δικό μου, όπου στηριζόταν για να αντέξει να φτάσει σπίτι. Αυτή την αφή νομίζω πως την νιώθω  ακόμη  μέσα στην παλάμη μου, όπως νιώθω ακόμη την αφή απ' το τελευταίο χάδι μου στο χέρι του πεθαμένου πατέρα μου.
Σ΄ όλο αυτό το μπέρδεμα του μυαλού του δεν μπορούσε να θυμηθεί ονόματα ούτε το δικό μου, ούτε του άντρα μου, του ίδιου  του παιδιού του. Ούτε βέβαια ήξερε πως ήταν παιδί του. Δεν θυμόταν ούτε τα αδέλφια του, ούτε κανέναν στη γειτονιά.
Θύμωνε με τον άντρα μου όταν δεν καθόταν κοντά μας για να ακούει τις ιστορίες του.
Δεν άντεχε τους θορύβους, τους δυνατούς ήχους και κάθε είδους φασαρία. Οι πολλές επισκέψεις και οι κουβέντες τον κούραζαν και όλο έλεγε: «Για σωπάστε… για σωπάστε…»
Γινόταν  επιθετικός απέναντι στην πεθερά μου, που δεν άντεχε τις παραξενιές του και κάποιες παράλογες αντιδράσεις του και του φώναζε θυμωμένη.
Τότε τρέχαμε  για να επιβάλλουμε ειρήνη.
Κωμικοτραγικές καταστάσεις εξελίσσονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας αλλά και της νύχτας, όπου  ξέφευγε απ’ την προσοχή της, όταν την έπαιρνε ο ύπνος και  λέρωνε διάφορα σημεία του σπιτιού, νομίζοντας πως ήταν τουαλέτα. Δεν μπορούσα όμως να θυμώσω μαζί του, που αναγκαζόμουν να καθαρίζω νυχτιάτικα. Δεν το ήθελε... απλά η σύγχιση του μυαλού του ή ίσως κάποιες παραισθήσεις έφταιγαν για όλα.
Κάποιες φορές προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα και να φύγει κι ένα πρωί γύρω στις 7 κάποιος συγχωριανός τον έφερε πίσω στο σπίτι.
Είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι πρώτος απ’ όλους και με την πιζάμα του έφυγε απ' το σπίτι με προορισμό την υποτιθέμενη  δουλειά που τον περίμενε.
Ευτυχώς το μέρος είναι μικρό και οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους κι έτσι δεν έχει κίνδυνο να χαθεί όταν το σκάει κρυφά.
Είναι πάμπολλα τα περιστατικά που έζησα και θα μπορούσα να σας διηγηθώ, αυτά όμως δεν έχουν καμιά σημασία.
Σημασία έχει πως ο άνθρωπος αυτός, του οποίου η λογική έχει πάψει να λειτουργεί προ πολλού, που η λησμονιά έχει κατακτήσει το είναι του και έχει γίνει φύση του, ζει βασιζόμενος στο συναίσθημα.
Αντιλαμβάνεται όλες τις καταστάσεις και τις διαθέσεις των ανθρώπων με βάση το συναίσθημα που, κατά την άποψή μου, έχει καταλάβει και τη θέση της λογικής και έτσι προσπαθεί να πει ευχαριστώ με ευγνωμοσύνη και καλή συμπεριφορά ή αντίθετα δείχνει εκνευρισμό και θυμό.
Μαζί τα πηγαίναμε πολύ καλά.
Μια μέρα, θέλοντας να δω αν καταλαβαίνει κάποια πράγματα, του είπα πως ο γιός μου και εγγονός του είναι σε ηλικία γάμου και αν έχει υπόψη του κάποια καλή κοπέλα για να του προτείνει κι εκείνος απάντησε:
«Εσένα να πάρει, που θα βρει καλύτερη;» κι αυτό για μένα ήταν σαν αναγνώριση της  όλης στάσης μου σαν νύφη του τα 37 χρόνια που γνωριζόμαστε .
Με ρώταγε συχνά όταν με έβλεπε να κεντάω :
«Τι κάνεις κοπέλα μου; Ακόμα δουλεύεις;»
Δυστυχώς για μένα, είναι η δεύτερη φορά που ζω την ίδια ιστορία.
Το πρώτο κοντινό μου θύμα της άνοιας ήταν ο πατέρας μου.
Εκπαιδευμένη λοιπόν τώρα έζησα  πάλι την επανάληψη των ίδιων οδυνηρών σκηνών και καταστάσεων.
Μια μέρα που καθόμουν και κένταγα πέρασε δίπλα μου και μου είπε:
«Γεια σου Φλουρί μου»
Ποτέ δεν με είχε φωνάξει όλες τις μέρες με το όνομά μου «Φλώρα» και εκείνη τη μέρα με φώναξε «Φλουρί». Έτσι με φώναζε μόνο ο πατέρας μου. Ήθελα να κρυφτώ σ' ένα δωμάτιο και να κλάψω δυνατά.
Δεν ξέρω τι σήμαινε όλο αυτό. Δεν μπόρεσα να το εξηγήσω. Ήταν πάνω απ’ τα όρια της λογικής.
Νόμιζα πως, μέσα απ’ τα λόγια του, μίλαγε ο  ίδιος ο πατέρας μου, που τον έχω χάσει πριν αρκετά χρόνια.
Έφυγα με ένα «αντίο», που δεν λέχτηκε σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που με ξανα - γνώρισε και με ξανα – αγάπησε μέσα σε είκοσι μέρες.
Δύο μέρες μετά την αναχώρησή μου, όπως μου μετέφερε ο άντρας μου, που έμεινε μαζί τους, με ζητούσε και ρώταγε: «Που είναι η κοπέλα;»
«ΑΝΤΙΟ» λοιπόν, σ’ έναν πατέρα που κάθε μέρα βυθίζεται περισσότερο στη λήθη του και που ίσως την επόμενη φορά δεν μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί μου  αλλά ούτε και  να με ξανα –γνωρίσει.


Βρίσκομαι και πάλι κοντά σας μετά από μεγάλη αποχή.
Χαίρομαι που σας ξαναβρίσκω και 
σας παρακαλώ να μου δώσετε λίγο χρόνο ακόμη 
μέχρι να αρχίσω και πάλι τις επισκέψεις μου στα blog σας.
Δουλειές που συσσωρεύτηκαν
δεν με αφήνουν ακόμη να είμαι συνεπής απέναντί σας.
Όμως ειλικρινά σας αγαπώ και μου έχετε λείψει πολύ.