Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Tης Παναγίας (περίπου 45 χρόνια πριν)

Αν και το τελευταίο διάστημα συνειδητά απέχω απ' το blogging, ζώντας ένα καλοκαίρι εκτός διαδικτύου, σήμερα με συνεπήραν μνήμες και εικόνες  του παρελθόντος που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας.
Σήμερα ξημέρωσε η μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας που είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας.
Ενώ λοιπόν απολάμβανα ένα πρωινό καφεδάκι στη βεράντα του σπιτιού μου, μια βοή έφτασε στ' αυτιά μου από ένα πλήθος ανθρώπων που μίλαγαν μεταξύ τους κι έφτανε ο απόηχός τους  ως εμένα. 
Στρέφω το βλέμμα μου και εντοπίζω πως οι φωνές αυτές έρχονταν απ' τον περίβολο της εκκλησίας του χωριού, που μόλις είχε σχολάσει η λειτουργία της. 
Οι χωριανοί που βγήκαν στο προαύλιο αντάλλασσαν μεταξύ τους ευχές και χαιρετισμούς κι όλο αυτό έφτανε σε μένα σαν ένα βουητό παιδιών που παίζουν σε διάλειμμα σχολείου.
Τελευταία η σχέση μου με το τελετουργικό της εκκλησίας δεν είναι και πολύ καλές αφού δεν το ακολουθώ. Ο συνωστισμός, τα σπρωξίματα, η ορθοστασία, οι παρατηρήσεις των ιερέων για να ησυχάσει το εκκλησίασμα είναι πράγματα που δεν με αφήνουν να νιώσω την αγαλλίαση που πρέπει να νιώθει κανείς στην επικοινωνία του με το Θεό.
Ο Θεός είναι πάντα εκεί για όποιον τον έχει ανάγκη και κατά την ταπεινή μου άποψη δεν είναι απαραίτητη η μεσολάβηση παπάδων και λειτουργιών για την ουσιαστική επικοινωνία με αυτόν.
Σε ανύποπτο χρόνο, όποτε νιώθω την ανάγκη, πηγαίνω και  προσεύχομαι μόνη μου σε μια εκκλησία ή ένα ξωκλήσι.  
Δυο λόγια ψιθυριστά  μέσα απ' την καρδιά, ένα ευχαριστώ, μια ικεσία και κάποτε κάποια δάκρυα   μαζί με ένα ταπεινό σταυρό, ξεκινούν από  ένα απόμερο στασίδι για να φτάσουν ίσως ως τον ουρανό. Έπειτα προσκύνημα στις εικόνες και ένα μικρό κεράκι με τη φλόγα του να βγάζει μια λεπτή γραμμούλα καπνού που κατευθύνεται προς τα πάνω  μέσα σε απόλυτη ησυχία και ημίφως, συμβολίζει για μένα την προσπάθειά μας να γίνουμε "καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση" μ' Εκείνον. Λίγο παραπάνω ο καπνός σκορπίζει και τότε συνειδητοποιώ πόσο μικροί είμαστε μπροστά στη Μεγαλοσύνη του και πόσο " λίγες" είναι οι προσπάθειές μας να του μοιάσουμε.
Όμως το θέμα δεν είναι σήμερα αυτό. 
Απλά σήμερα ξεπήδησαν απρόσκλητες μνήμες του Δεκαπενταύγουστου της πρώτης δεκαετίας της ζωής μου. 
Δεκαετία του '60. 
Μέσα στον Αύγουστο ο μπαμπάς μου έκλεινε για δέκα ημέρες το ταξί του και όλη μαζί η οικογένεια ερχόμασταν για διακοπές στον παππού και στη γιαγιά στο νησί. 
Μια μικρή γεύση δέκα ημερών που ήταν τόσο διαφορετικές απ' αυτές της Αθήνας. 
Μνήμες αξεθώριαστες που νομίζω πως ήταν χθες. 
Αρχές Αυγούστου, που φτάναμε στο χωριό, θυμάμαι πάντα τη γιαγιά και τον παππού να νηστεύουν. 
Το ίδιο έκαναν και οι γονείς μου. Εξαίρεση αποτελούσαμε εμείς τα παιδιά που πίναμε γάλα απ' τις κατσίκες και τρώγαμε οπωσδήποτε τα φρέσκα αυγά και το τυρί που έφτιαχνε η γιαγιά. Συμπλήρωμα στο καθημερινό φαγητό μας ήταν και τα λουκάνικα που τηγάνιζε  η γιαγιά μέσα στη γλίνα τους.
Ωστόσο δύο μέρες πριν της Παναγίας νηστεύαμε κι εμείς για να κοινωνήσουμε. 
Επειδή ο παππούς και η γιαγιά είχαν πολλά παιδιά, συνέπιπτε να  φιλοξενούμαστε ταυτόχρονα δύο ή και τρεις οικογένειες, συνεπώς υπήρχαν κι άλλα παιδιά στο σπίτι, τα ξαδέλφια μας.
Το βραδάκι της παραμονής, πριν τον ύπνο, κάναμε μπάνιο όλα τα παιδιά, το ένα μετά το άλλο , όχι με το λάστιχο στην αυλή όπως όλες τις άλλες μέρες μετά το μπάνιο της θάλασσας, αλλά με νερό που η γιαγιά ζέσταινε σε μεγάλα καζάνια και τη σκάφη που έβγαινε στην αυλή γι αυτό το λόγο, λες κι αυτό το μπάνιο είχε κάποιο ιδιαίτερο ρόλο, εξαγνιστικό.
Η μαμάδες μας τοποθετούσαν από βραδύς τα καλά  ρούχα του καθενός μας   πάνω σε ξεχωριστές καρέκλες για τον καθένα. Κάτω απ' την καρέκλα έμπαιναν και τα καλά μας παπούτσια ώστε το πρωί να είναι όλα έτοιμα, να πλυθούμε, να καλοχτενιστούμε και να ντυθούμε γρήγορα για να πάμε στην εκκλησία. 
Ακόμη και το χτένισμα εκείνης της ημέρας η μαμά το έκανε διαφορετικό. 
Κάποιο καινούριο κοκκαλάκι για τα μαλλιά, κάποιο κοτσιδάκι με  κορδελάκι που ταίριαζε χρωματικά με τα ρούχα μας, μας έκαναν να νιώθουμε ξεχωριστές.
Καλοντυμένες  με καινούρια φορεματάκια πάντα και με καινούρια λευκά σοσονάκια που μόλις το πρωί τους είχαμε αφαιρέσει την συσκευασία που τα κράταγε δυο-δυο μαζί, προσεγμένες  ως την τελευταία λεπτομέρεια, ξεκινούσαμε για την εκκλησία. 
Καθώς περπατούσαμε στο πλακόστρωτο μέχρι να φτάσουμε στην εκκλησία, τρέμαμε μήπως πατήσουμε ακαθαρσίες που είχαν αφήσει τα γαϊδούρια του χωριού και χαλάσει το άψογο της εμφάνισης, που είχε φροντίσει για εμάς η μαμά.
Σαν φτάναμε στην εκκλησία κρατώντας τη μαμά μας δεξιά κι αριστερά απ' το χέρι, αισθανόμασταν όλους να μας κοιτάνε απ' την κορυφή ως τα νύχια. Τότε καμάρωνα και το χαιρόμουν όλο αυτό. Αυτή η νοοτροπία,  που αργότερα συνειδητοποίησα πως χαλάει όλη την ουσία της γιορτής, δεν έχει αλλάξει δυστυχώς καθόλου με την πάροδο του χρόνου και είναι αυτή που με έχει κάνει να μην πηγαίνω στην εκκλησία μέρες γιορτινές σαν τη σημερινή. 
Παρέλειψα να σας πω πως η λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου δεν γινόταν στην μεγάλη κεντρική εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά σε μια μικρότερη εκκλησία στο κάτω μέρος του χωριού, στην Παναγία. 
Όλα τα σπίτια της γειτονιάς εκεί γύρω γιόρταζαν και ήταν ανοιχτά για επισκέψεις. 
Μετά τη μετάληψη και το σχόλασμα της εκκλησίας, ο κόσμος ανηφόριζε προς τα πάνω και διασκορπιζόταν σε επισκέψεις που γίνονταν στα σπίτια των συγγενών που έμεναν σ' αυτή τη γειτονιά. 
Με το αντίδωρο στο χέρι εμείς τα παιδιά, ξέραμε πως η πρώτη μας επίσκεψη  θα ήταν στο σπίτι του μπαρμπα - Χανού και της θείας Ανδριάνας, άνθρωποι πολύ μεγάλης ηλικίας, θείος και θεία του παππού. Εκεί ο μπαμπάς μου και η μαμά μου έπιναν καφεδάκι με τους δυο  ηλικιωμένους, που τους έβλεπαν μια φορά το χρόνο κάθε τέτοια μέρα, κι εμείς τα δυο κοριτσάκια αφηνόμασταν στις αγκαλιές και το κανάκεμα που μας έκανε η θεία Βιολέτα, η κόρη τους. 
Η θεία Βιολέτα ήταν ένας γελαστός άνθρωπος με φιλέ στα μαλλιά της και μια ιδιαίτερη φωνή που ακόμη νομίζω πως την ακούω στ' αυτιά μου. Τα παιδιά της ήταν αγόρια μεγαλύτερης ηλικίας και ο καημός της που δεν είχε κορίτσια την έκανε να μας παίζει και να χαίρεται μαζί μας σαν να είμασταν κούκλες στα χέρια της. 
Οι κουραμπιέδες, συνοδευόμενοι από νεράκι δροσερό της στάμνας,  ήταν το απαραίτητο τρατάρισμα μαζί με τον καφέ πριν βγουν τα ποτηράκια με ρακί για τους άνδρες και λικέρ τριαντάφυλλο για τις γυναίκες. 
Εμείς δύσκολα στο φαγητό τότε, το μόνο που δεν αρνιόμασταν ήταν η σπιτική δροσερή λεμονάδα που μας κέρναγε η θεία Βιολέτα, η οποία δεν παρέλειπε να μας τυλίγει στην χαρτοπετσέτα τον κουραμπιέ που είχαμε αρνηθεί, μήπως τον φάμε κάποια άλλη στιγμή στο σπίτι.
- Πάρτε το για κουμπάνια, έλεγε χαρακτηριστικά η θεία Βιολέτα.
 "Κουμπάνια", απ΄το ιταλικό "compania", λεγόταν το κέρασμα, που υποχρεωτικά έπρεπε να πάρεις  μαζί σου, αν δεν το έτρωγες στο σπίτι που στο κέρναγαν.
Οι αξιαγάπητοι αυτοί άνθρωποι επέμεναν πάντα να μείνουμε το μεσημέρι μαζί τους για φαγητό, αλλά αυτό ήταν αδύνατον, αφού στο σπίτι μας περίμενε το κατσικάκι που είχε σφάξει για εκείνη τη μέρα ο παππούς και η τεράστια πιατέλα με ένα βουνό μακαρονάδας μέσα, πασπαλισμένη με μπόλικο τριμμένο τυρί βολάκι*, ζεματισμένη  με βούτυρο απ' τα χέρια της γιαγιάς και μια σάλτσα κατακόκκινη από λιαστό πελτέ, κι αυτόν φτιαγμένο απ' τα χέρια της.  
Με δυσκολία μας άφηνε απ' την αγκαλιά της η θεία Βιολέτα όταν φεύγαμε κι εμείς σκύβαμε το κεφάλι μας και φιλούσαμε το χέρι του μπάρμπα - Χανού και της θείας Ανδριάνας με σεβασμό κι εκείνοι μας φιλούσαν στα μαλλιά. 
Ανηφορίζοντας, και ακριβώς πάνω απ' τον αμαξωτό δρόμο ήταν το σπίτι της θείας Μαργέττας, μιας ψηλής και μεγαλόσωμης γυναίκας με αδρά χαρακτηριστικά. 
Εκεί φτάναμε την ώρα που είχε ήδη τελειώσει η τελετουργία του καφέ για όσους βρίσκονταν από νωρίτερα εκεί. 
Η σάλα του σπιτιού και η βεράντα ήταν γεμάτη κόσμο και θυμάμαι σαν τώρα τον μεγάλο μεταλλικό δίσκο με το δαντελένιο δισκόπανο, με τον οποίον έρχονταν  ποτήρια με δροσερό νερό. 
Στα χείλη των ποτηριών ισορροπούσε ένα κουταλάκι, που κράταγε στα χέρια της η μεγάλη κόρη της οικογένειας, η Ανδριάνα.
Ακολουθούσε η   δεύτερη κόρη της οικογένειας, η Μαρία, που κράταγε το ασημένιο γλυκοδοχείο στα χέρια της.
Οι καλεσμένοι ένας - ένας, καθώς τους πλησίαζαν τα δύο κορίτσια,  έπαιρναν με το κουταλάκι πάνω απ' το στόμιο του ποτηριού, μια μικρή ποσότητα γλυκού απ' το γλυκοδοχείο - συνήθως αυτό ήταν άνθος λεμονιού ή ροδοζάχαρη** -,  το έβαζαν στο στόμα τους, εύχονταν "Χρόνια Πολλά και του χρόνου", έπιναν το δροσερό νεράκι και άφηναν το χρησιμοποιημένο κουταλάκι μέσα στο  άδειο ποτήρι. 
Σε λίγο ο ίδιος δίσκος γέμιζε με ποτήρια γεμάτα  δροσερή σουμάδα. Ποτέ δεν την δοκίμασα γιατί αυτό το γαλακτερό της χρώμα δεν μου άρεσε καθόλου. 
Τη σουμάδα ακολουθούσαν αμυγδαλωτά και καλτσούνια ενώ κάποιοι προτιμούσαν να συνεχίσουν με ρακί.
Όταν  έφτανε το μεσημέρι αποχαιρετούσαμε όσους  θα έμεναν για μεσημεριανό φαγητό στης θείας Μαργέτας και πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς που είχε έτοιμο στρωμένο το μεγάλο γιορτινό τραπέζι με νοστιμιές φτιαγμένες από την ίδια με προϊόντα που είχαν όλα παραχθεί από εκείνη και τον παππού.
Βγάζαμε τα ρούχα μας και τα ακουμπούσαμε πάνω στις ίδιες καρέκλες προσεκτικά για να τα ξαναφορέσουμε το απόγευμα όταν θα ακολουθούσαν οι επισκέψεις σε συγγενικά σπίτια, που είχαν Μαρίες και γιόρταζαν το Δεκαπενταύγουστο.
Δεν θα ξεχάσω το κοκκινέλι του παππού μου με το ρουμπινί χρώμα, το μεθυστικό άρωμα και τα μικροσκοπικά ποτηράκια που έβγαιναν για να πιούμε από μια γουλιά κι εμείς τα παιδιά. 
Το μεσημέρι, ενώ οι γυναίκες μαζί με τη γιαγιά, που συντόνιζε τις κινήσεις, μάζευαν τα πιάτα, εμείς καθόμαστε στη σκιά στο πίσω μέρος του σπιτιού και αφού το τραπέζι είχε μαζευτεί, η μαμά μου και οι θείες μου μας έβαζαν για ύπνο δυο-δυο τα παιδιά στις μεταλλικές καριόλες, που φάνταζαν τεράστιες στα μάτια μας. 
΄Ενα παραμύθι  βοηθούσε για να κάνουμε ησυχία και να ξεκουραστούν για λίγη ώρα  οι μεγάλοι. 
Το απόγευμα ακολουθούσαν οι επισκέψεις στις εορτάζουσες Μαρίες, Μαρουλίτσες και Μαριγούλες  και το βράδυ, μετά τις επισκέψεις, πηγαίναμε  στο πανηγύρι που στηνόταν στο καφενείο - ταβέρνα του χωριού, όπου παίζαμε με άλλα παιδιά του χωριού και χαζεύαμε τους μεγάλους να χορεύουν ασταμάτητα μπάλο. 
Κατά τις 12 το βράδυ, η μαμά, αν και δυσανασχετούσαμε, μας πήγαινε  με το ζόρι στο σπίτι για να μας βάλει για ύπνο κι εκείνη επέστρεφε στο πανηγύρι για να καθήσει εκεί ως αργά μαζί με την μπαμπά μου.
Σήμερα τα πράγματα έχουν απλοποιηθεί πολύ. 
Κανείς δεν χαλαλίζει το μπάνιο του στη θάλασσα για να κάνει, όπως τότε, τις καθιερωμένες πρωϊνές επισκέψεις. 
Δεν έχω πλέον υπόψη μου σπίτια που ντύνονται στα γιορτινά τους για να δεχτούν αυτές τις επισκέψεις αλλά και ανθρώπους που αισθάνονται τόση χαρά σαν ανταμώνουν μια φορά το χρόνο με συγγενείς.
Ξέφτισαν όλα, όπως και οι προετοιμασίες για να είναι η μέρα αυτή ιδιαίτερη, ούτε καν τα μεσημεριανά τραπέζια που στήνονται στα σπίτια δεν έχουν την  ίδια αυθεντική γεύση και τη γιορτινή εκείνη ατμόσφαιρα.  



Θέλω να ευχηθώ από καρδιάς σε όλους σας 

"Χρόνια Πολλά και του χρόνου", 
ιδιαιτέρως όμως να στείλω τις ευχές μου
σε όλες και όλους τους εορτάζοντες φίλους bloggers από εδώ,

αφού το γράψιμο αυτό ήταν μια εξαίρεση στην απόφασή μου να απέχω για το καλοκαίρι και δεν θα περάσω απ' τα blogs των εορταζόντων για να ευχηθώ ξεχωριστά στον καθένα.

Σας φιλώ όλους σας και ελπίζω να περνάτε καλά. 



*τυρί βολάκι= ξερό τυρί που φτιάχνεται στην Άνδρο και την Τήνο. Το χρησιμοποιούν τριμμένο πάνω απ' τα μακαρόνια
** γλυκό ροδοζάχαρη=γλυκό φτιαγμένο με πέταλα εκατοντάφυλλου τριαντάφυλλου