Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Eτοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη μου

Ένα κομμάτι ταξιδιού έχει μείνει μέσα στην καρδιά μου και δεν θα το ξεχάσω ποτέ....
Σε ένα ταξίδι μας Χριστουγεννιάτικο στην Αυστρία, με ένα πούλμαν μισοσαράβαλο,(αυτά έχουν τα οικονομικά πακέτα) ξεμένουμε λόγω βλάβης του πούλμαν σ' ένα καφέ επαρχιακής οδού, ενώ γύρω μας το χιόνι έπεφτε τόσο πυκνό, που δεν έβλεπες τι υπήρχε στην άλλη μεριά του δρόμου. 
Ενώ συνήθως είμαι στενάχωρος άνθρωπος και θέλω να βαδίζω βάσει προγράμματος, δεν ενοχλήθηκα καθόλου, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εκδρομείς που άρχισαν τη γκρίνια και τα παράπονα. 
Πρώτη μου δουλειά ήταν να πάω να παραγγείλω μια καυτή σοκολάτα και να κάτσω μέσα στο καφέ δίπλα στην τζαμαρία να παρακολουθώ το χιόνι να πέφτει με το τουλούμι. 
Δεν με ενδιέφερε αν θα φτιαχτεί το πούλμαν, αν θα έρθει άλλο να μας μαζέψει, αν μείνουμε όλη νύχτα εκεί.... Διασκέδαζα το συμβάν και το απολάμβανα. 
Είχαμε μείνει εκεί περίπου δύο ώρες όταν ο αρχηγός της εκδρομής μας ανακοίνωσε πως ήρθε άλλο πούλμαν να μας πάρει. 
H φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο γιατί τότε  οι φωτογραφίες 
έβγαιναν σε φιλμ και τυπωνόταν, πράγμα που σημαίνει πως 
χωρίς σκάνερ δεν μπορούν να μεταφερθούν εδώ.
Μόλις βγήκαμε έξω  αντικρίσαμε   την απόλυτη πολυτέλεια μέσα σ' ένα ολοκαίνουριο πούλμαν. 
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς τη Βιέννη περνώντας μέσα από χιόνι ασταμάτητο, ενώ ο Αυστριακός οδηγός είχε βάλει video της πρωτοχρονιάτικης συναυλίας της συμφωνικής ορχήστρας της Βιέννης και η κλασσική μουσική ομόρφαινε ακόμη πιο πολύ το χιονισμένο σύνολο  δημιουργώντας την τέλεια Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα.
Μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο, είχε ήδη νυχτώσει κι εγώ αισθανόμουν απόλυτη χαλάρωση και αγαλλίαση. 
Ήρεμη και ήσυχη έπεσα στον πιο βαθύ ύπνο.
Τελικά ακόμη και στα ταξίδια αυτά που αξίζουν είναι "οι στιγμές".


Το Πετροκόριτσό μας  ή "ο πιο πιστός φίλος του σκύλου"
 έδωσε το έναυσμα  για να γράψουμε ταξιδιωτικές εμπειρίες μας
με τίτλο "Ετοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη μου".
Όποιος θέλει πληροφορίες ή να δηλώσει συμμετοχή ας κάνει κλικ εδώ.  

Μην ξεχνάτε πως μπορείτε να διαβάσετε 
και να βαθμολογείσετε 
τις ιστορίες του 7ου παιχνιδιού (2ου κύκλου)
"ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ''
μέχρι τις 7 το απόγευμα 
της Παρασκευής 2 Μαϊου 14
κάνοντας κλικ εδώ.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Από εδώ θα μπείτε στην ανάρτηση των ιστοριών του 7ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Δυστυχώς ένα πρόβλημα που παρουσίασε ο blogger 
δεν αφήνει να εμφανιστεί η προηγούμενη ανάρτηση με θέμα:

Ανάρτηση ιστοριών
7ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Για να μεταφερθείτε λοιπόν εκεί 
πρέπει να πατήσετε κλικ εδώ
ή απλά θα προχωρήσετε παρακάτω.
Τα σχόλιά σας και η βαθμολόγηση των ιστοριών
θα γίνει στην προηγούμενη ανάρτηση,
ακριβώς κάτω απ' τις ιστορίες, ως συνήθως.
Λυπάμαι πολύ για την ταλαιπωρία σας. 

Ανάρτηση ιστοριών 7ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Έφτασε λοιπόν η μέρα που θα πρέπει να διαβάσετε και να βαθμολογήσετε 
για να αναδείξετε την ιστορία της προτίμησής σας στο 7ο παιχνίδι του 2ου κύκλου.
Θέλω να ευχαριστήσω για ακόμη μία φορά όλους τους συμμετέχοντες  στο παιχνίδι μας, γιατί με εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος σ' αυτό.
Η συμμετοχή στο 7ο παιχνίδι  του 2ου κύκλου  με άγχωσε λιγάκι γιατί, αν και το διάστημα για τις συμμετοχές σας ήταν πολύ μεγαλύτερο του συνηθισμένου λόγω Πάσχα, ενεργοποιηθήκατε οι περισσότεροι μετά το Πάσχα αργοπορημένα.
Δεν ξέρω τελικά τι είναι δυσκολότερο, να γραφτεί μια ιστορία που περιέχει μια  υποχρεωτική φράση ή  πέντε υποχρεωτικές λέξεις; Καθώς φαίνεται μάλλον προτιμάτε τις 5 λέξεις γιατί ο αριθμός των συμμετοχών σας, απ' τη στιγμή που  το παιχνίδι βασίστηκε στην υποχρεωτική φράση, έπεσε κατακόρυφα. 
Γι' αυτό, θα ήθελα στα σχόλιά σας να μου γράψετε και τη γνώμη σας αν θέλετε να επανέλθουμε στις 5 υποχρεωτικές λέξεις ή να μείνουμε στην υποχρεωτική φράση για το επόμενο παιχνίδι μας.
Οι ιστορίες σας είναι αυτή τη φορά 14 στον αριθμό.
Για ακόμη μια φορά θα ζητήσω συγνώμη για τυχόν ανομοιομορφίες που θα συναντήσετε διαβάζοντας τις ιστορίες  στα διαστήματα και στη γραμματοσειρά, όμως παρόλο που δίνω όλες τις σχετικές εντολές στα windows, η μεταφορά τους στον blogger παρουσιάζει προβλήματα, λόγω του μεγάλου όγκου της ανάρτησης και του τρόπου που κάποιοι στέλνετε τις ιστορίες σας απευθείας στο mail και όχι ως συνημμένο έγγραφο των windows.
Οι κανόνες για τη βαθμολόγηση είναι οι εξής:
Μπορείτε να βαθμολογήσετε με 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά στην προτίμησή σας.
Όπως και τις προηγούμενες φορές, για αποφυγή αδικιών,
είναι πλέον υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε τρεις ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

Εγώ και αυτή τη φορά δεν θα βαθμολογήσω για ευνόητους λόγους...

Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος της  ανάρτησης αυτής. 
Χαρά δική μου αλλά και των συμμετεχόντων φαντάζομαι, θα ήταν να διαβάσω τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 
Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών  καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε, ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2/5/2014
7 η ώρα το απόγευμα.
Το Σάββατο  3/5/14
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του  7ου παιχνιδιού του 2ου κύκλου.

Ως τότε εσείς να στέλνετε με σχόλιο τις βαθμολογίες σας, 

Στο 7ο παιχνίδι του 2ου κύκλου
μαζεύτηκαν  14 ιστορίες
 βασισμένες στη φράση:

 "και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει" 
Και τώρα σας αφήνω να τις απολαύσετε.

ιστορίες από 1 έως  14

1.Περιοδεία
Δεν έχει σημασία ποια είναι, πως τη λένε. Ίσως Μαρία, Έλενα, Ανδριάννα, Έλσα. Ούτε από πού κατάγεται, που μένει, τι ηλικία έχει και τι χρώμα μαλλιών. Είναι η κοπέλα που μένει δίπλα σου. Μια  φίλη σου, μια γνωστή σου, ίσως μια μακρινή συγγενής σου.
Έχει μια ιστορία να σου διηγηθεί, από αυτές που δεν διαβάζεις πουθενά.
Που δεν εξομολογούνται.
Πάνε δυο ώρες που είναι κλεισμένη στο μπάνιο της. Καρφωμένη στο ίδιο σημείο. Κουλουριασμένη σε στάση εμβρυική. Με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα.
Στο κενό κοιτάζει. Νιώθει πως χόρτασε από άδεια παράθυρα. Έχασε και το νούμερο πια.
Πόσο είχε πεθυμήσει να ροζίσει. Κι ας μισούσε το ροζ.
Προσευχές και τάματα. Να δει ένα ροζ παράθυρο. Αυτό που θα την έκανε να ελπίζει πως το όνειρο δεν ήταν άπιαστο.
Ένα παράθυρο. Μια ροζ γραμμή. Τι ζητούσε; 
Προσεύχεται  στο θεό να είναι ψέμα. Πόσο άλλο να αντέξει. Χρόνια τώρα άδεια παράθυρα. Χωρίς γραμμές. 
Κι όσο σκέφτεται άλλες στη θέση της που μια ροζ γραμμή θα τις είχε σκοτώσει. Θα έκλαιγαν κι αυτές. Πόσο διαφέρει αλήθεια ένα κλάμα. Πόσο αλλιώτικα μπορεί να αντικρίζει κανείς μια τόσο δα μικρούτσικη γραμμή:
Μια κάθετη ροζ γραμμή σου δίνει το εισιτήριο. Να γίνεις μάνα. Για άλλες ισοδυναμεί με θάνατο. Τι να το κάνει το παιδί μια που δεν το θέλει; 
«Γιατί; Γιατί θεέ μου είσαι τόσο άδικος;
Γιατί είσαι τόσο σκληρός;»
Σκέφτεται όλη την ταλαιπωρία... Όλα πάλι από την αρχή. 
Εξετάσεις, ενέσεις, υπερηχογραφήματα, αγωνία, τρέξιμο, άγχος, ερωτήσεις... «τι έγινε κόρη; το έκανες το τεστ; σου ήρθε η περίοδος; ...δεν πειράζει κορίτσι μου ! Τον άλλο μήνα.»
Και βλέπει τότε την απογοήτευση στα μάτια τους!
Την ακύρωση! 
Δεν είναι ικανή. 
Ίσως είναι η δική σου ιστορία τελικά. Εσύ η ανίκανη. 
Και πνίγεσαι!
Κανείς δεν ρωτάει εσένα. Πώς είσαι, τι νιώθεις, τι θέλεις!
Κανείς. Γίνεσαι μόνο αυτή που δεν μπορεί. Αναρωτιέσαι γιατί τιμωρείσαι. Αν αξίζει κανείς τέτοια τιμωρία. 
Και μένεις εκεί καρφωμένη. Σε στάση εμβρυική. Δεν έχεις κουράγιο να βγεις , να τους αντιμετωπίσεις. Να ξεκινήσεις καινούργιο ανήφορο. Πονάς. Θυμώνεις. Θες να ουρλιάξεις. 
Γολγοθάς. Ένας ακόμα το ξέρεις πώς θα αρχίσει.
Ξανά τα βλέμματα. Οι αναστεναγμοί. Οι σιωπές. "Δεν πειράζει κόρη μου!"
«Ναι ρε πούστη μου! Πειράζει. Πείτε το καθαρά. Αφήστε στην άκρη τα προσχήματα! Ναι, σε βλέπουμε σαν μηχανή παραγωγής! Πείτε το καθαρά να ξέρω να βρίσω. Να μπορώ να θυμώσω με κάποιον. Να ξεσπάσω!»
Στεγνώνεις τα μάτια. Πάνε δυο ώρες που ξεροστάλιασες στο παγωμένο μάρμαρο. Τι θα αλλάξει; Θα σου κάνει τη χάρη στα ξαφνικά να πάρει άλλο χρώμα; Δεν γίνονται θαύματα ....
Βγαίνεις και ξέρεις πως ένας νέος γύρος ξεκινά...
Χάπια, ενέσεις, εξετάσεις, τρέξιμο, βλέμματα, αναστεναγμοί, ερωτήσεις, αγωνία, προσμονή, αναμονή, σφίξιμο, τσακωμοί, σιωπές, ερωτηματικά...
Ας είναι!
«Τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει», μονολογείς αποφασιστικά. Έχεις ανάγκη να το πιστέψεις.
Με την άκρη του μανικιού σου σκουπίζεις όπως-όπως τις τελευταίες βλέννες και βγαίνεις "σαν έτοιμος από καιρό , σαν θαρραλέος", που λέει κι ο ποιητής, να αντιμετωπίσεις το θίασο, εσύ η πρωταγωνίστρια!


2. Μέσα από το φίλτρο black & white
Ήρθες… Σε περίμενα… Δε σε ήθελα, μα σε περίμενα. Το ήξερα πως θα έρθεις κάποια στιγμή… Μήπως… σε κάλεσα εγώ; Τι ευγενικό να δεχτείς τη πρόσκληση… Καταλυτική η επιρροή σου… Επιβλητική η παρουσία σου…
 Δίνεις στη ζωή μια άλλη εικόνα. Όχι, δεν αλλάζει η ζωή. Ίδια είναι. Μα έχεις μια ικανότητα… Να, σαν το φίλτρο b&w στον επεξεργαστή φωτογραφίας. Το χρώμα χάνεται. Υπάρχει το ασπρόμαυρο σε ό, τι βλέπω. Όλα είναι ίδια… μα συνάμα, τόσο διαφορετικά. Το βλέπεις στα μάτια τους. Σαν μαθαίνουν τον ερχομό σου, το στόμα τους –για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου μόνο -  ανοίγει. Από την έκπληξη, το φόβο; (Όχι για μένα, γι’ αυτούς, αισθάνονται τη παρουσία σου ψυχρή στη ραχοκοκαλιά τους…) Αμέσως το χαμόγελο εμφανίζεται στα χείλη τους, ξεψυχισμένο και φυσικά τα αναμενόμενα λόγια ακολουθούν: « Δε πειράζει, έχει ο Θεός… Όλα καλά θα πάνε, θα το δεις!» Με διαβεβαιώνουν.
Πάει καιρός που σε έχω στη ζωή μου. Σύντροφο στις στιγμές της μοναξιάς μου. (Όχι ότι είμαι μόνη αλλά αποφεύγω πια τα βλέμματα που αδυνατούν να κρύψουν την αμηχανία τους… Κραυγάζει η αγωνία τους –μα πως δε το καταλαβαίνουν;- ξεκάθαρα διαβάζω μέσα τους : «Τέτοια εποχή, που να βρεθεί…»)
Θυμάμαι σαν ήμουνα στα νιάτα μου (Στα τριάντα δύο  είμαι μα πες η σκολίωση, πες ο ερχομός σου… πες οι βαθιές ρυτίδες στο μέτωπό μου - τις έχουν άνθρωποι που σκέφτομαι πολύ έλεγε ο δάσκαλός μου…) έβλεπα πως πέταγα στα όνειρά μου. Αλήθεια, θυμάμαι ακόμη την αίσθηση του αέρα στο πρόσωπό μου… Τι άδικη η φύση να μας στερήσει τα φτερά… Ήθελα τα φτερά να τα’ χω… Θα έμοιαζες τόσο μικρή από ψηλά, και ο κόσμος να ανοίγεται μπροστά μου, τα σύννεφα να με καλωσορίζουν, και ο Ήλιος να απλώνει τις αχτίδες του, σαν απλωμένα χέρια να με υποδεχτούν στο άπειρο… Κρίμα να μην έχω φτερά…
Σαν ήμουνα παιδί που λες (Δε σου τελείωσα ακόμη) μια γιαγιά γειτόνισσα γεμάτη από σοφία ήξερε το κατάλληλο λόγο να μου πει. Μια γριά καλόβολη, δεν ήξερε από βιβλία αλλά τα λόγια της σαν γιατρικό έμπαιναν στη καρδιά. Κάθε φορά που χτύπαγα και κλαιγόμουν –πως θα’ θελα να γύρναγα σε εκείνες τις στιγμές…- ψιθύριζε ένα γνωμικό σαν ξόρκι από μαγεία και όλα λες άλλαζαν στο λεπτό: «Υπομονή, υπομονή, καρτέρει και καρτέρει, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει…»
Μα σαν να βλέπω εκεί ψηλά τον Ήλιο να προβάλει, και τ’ απλωμένα χέρια του να με καλούν φαντάζουν. Το χρυσαφένιο χρώμα του το γκρίζο σου διαλύει και η εικόνα της ζωής αλλάζει μονομιάς. Και – για φαντάσου! - στη πλάτη μου με γαργαλούν δυο κάτασπρα φτερά…
«…Και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει…» Σε ευχαριστώ γιαγιούλα μου για αυτά τα μαγικά…

3. Τα τρία κλειδιά
Μια φορά και ένα καιρό σε ένα όμορφο κτήμα ζούσε ένα ευτυχισμένο αντρόγυνο με τα δύο παιδιά τους.
Οι γονείς δούλευαν στο κτήμα φυτεύοντας τη γη. Τα προϊόντα τους τα πουλούσαν στην αγορά. Τα παιδιά, όταν δεν πήγαιναν σχολείο, έπαιζαν με τα ζωάκια του κτήματος χοροπηδώντας ευτυχισμένα.
Κάποια μέρα όμως η μητέρα αρρώστησε και όσοι γιατροί κατέφθασαν δεν μπορούσαν να την κάνουν καλά.
Έτσι ο πατέρας ξεκίνησε να αναζητήσει το γιατρικό που θα την έκανε καλά. Τα παιδιά ήταν διαρκώς στο πλευρό της μητέρας και την φρόντιζαν. Όμως εκείνη χειροτέρευε και τέλος έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Ο πατέρας πήγαινε ένας μήνας από την ημέρα που έφυγε και δεν είχε φανεί ακόμα. Τα παιδιά απελπισμένα κάθισαν στο κατώφλι του σπιτιού τους και άρχισαν να κλαίνε.
Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους μια όμορφη νεράιδα. «Παιδιά  για να γίνει καλά η μητέρα σας πρέπει να της φέρετε να πιει νερό από την ακύμαντη λίμνη», τους είπε.
«Και που είναι αυτή;» την ρώτησε ο Φοίβος.
«Πάνω ψηλά σε κείνο το βουνό. Ο δρόμος θα είναι δύσκολος, μα πρέπει να τα καταφέρετε για να γίνει καλά η μανούλα σας. Πάρτε και αυτά τα τρία κλειδιά, θα σας χρειαστούν».
Τα παιδιά αφού φίλησαν την μανούλα τους, πήραν ένα παγουράκι και  ξεκίνησαν.
Μετά από ώρα άρχισαν να ανεβαίνουν το βουνό. Όσο προχωρούσαν σκοτείνιαζε ο τόπος και το μονοπάτι γινόταν δύσβατο. Σκουντουφλούσαν πάνω σε πέτρες και τα ποδαράκια τους είχαν γεμίσει γρατσουνιές.
«Δεν μπορώ άλλο», είπε η Μυρτούλα και έβαλε τα κλάματα, «τούτος ο  ανήφορος δεν έχει τελειωμό».
Κουράγιο αδελφούλα και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει, να θυμάσαι ότι πρέπει να σώσουμε την μανούλα μας.
Συνέχισαν χωρίς να ξεχωρίζουν τίποτα μπροστά τους, ώσπου κάτι εμπόδισε την πορεία τους. Ψηλαφιστά κατάλαβαν πως μια πόρτα υπήρχε εκεί. Αμέσως ο Φοίβος έβγαλε ένα από τα κλειδιά και την ξεκλείδωσε.
Μπροστά τους  φάνηκαν  πελώρια βράχια, ενώ στα αυτιά τους έφτανε θόρυβος από νερό που έπεφτε από ψηλά. Προχώρησαν μέσα από ένα στενό μονοπάτι και είδαν ένα καταρράκτη να ρίχνει με ορμή τα νερά του σε μια λίμνη. Όσο νερό όμως και αν έπεφτε στη λίμνη τα νερά της ήταν ασάλευτα.
Όταν πλησίασαν είδαν έναν άντρα αλυσοδεμένο σε ένα βράχο.
«Πατέρα πως βρέθηκες εδώ;».
«Φύγετε παιδιά μου, εδώ υπάρχει ένας κακός μάγος και θα σας κάνει κακό, αυτός με έδεσε».
«Μυρτούλα πιάσε εσύ νερό και εγώ θα ελευθερώσω τον πατέρα» είπε ο Φοίβος και βγάζοντας το δεύτερο κλειδί τον ελευθέρωσε, ενώ η Μυρτούλα γέμισε το παγούρι με νερό από την ακύμαντη λίμνη.
Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας και η βροντερή φωνή του μάγου ακούστηκε.
Ο πατέρας και τα παιδιά  άρχισαν να τρέχουν προς τη μεγάλη πέτρινη πόρτα που έβλεπαν λίγο πιο κάτω.
Ο Φοίβος χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε το τρίτο κλειδί και την ξεκλείδωσε. Αμέσως βρέθηκαν σε ένα λιβάδι γεμάτο όμορφα λουλούδια και δέντρα.
«Σωθήκαμε» φώναξαν και έγιναν όλοι μαζί μια αγκαλιά. Αμέσως έτρεξαν στο σπίτι τους, έδωσαν στην μανούλα να πιει το νερό και  εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Τους αγκάλιασε με λαχτάρα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

4. H κόρη του απέθαντου                             
 Το πένθιμο αγγελτήριο στην κολώνα, μου άσκησε μια περίεργη έλξη….  πέθανε η κυρία Ξανθίππη , η παλιά αγαπημένη φίλη και συγκάτοικος και δεν το πήρα είδηση εγκαίρως….
Στη μνήμη μου ήρθε η καλοσυνάτη μορφή της με τα κάτασπρα μαλλάκια στερεωμένα σε κότσο ψηλά στο κεφάλι , το παιδικό χαμόγελο ζωγραφισμένο πάντοτε στο πρόσωπό της και ο γλυκός, παρηγορητικός  της λόγος :
«Ελα καλότυχη, πέρασε να σου φτιάξω ένα καφεδάκι, να σου γυρίσω και το κουπάκι….!»
« Υπομονή καλότυχη, αγάντα και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει….» 
«Εγώ είμαι η κόρη του απέθαντου, να με ακούτε καλότυχες, ξέρει ο Κύριος τι δοκιμασίες στέλνει στον καθένα, ποτέ δεν στέλνει περισσότερα  απ’ όσα μπορούμε να αντέξουμε….»
Χρόνια ζούσε στο μικρό ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας μας,  φροντίζοντας τις γλάστρες με  τα καλλωπιστικά στη μικρή αυλή, ενώ παράλληλα εκτελούσε χρέη καντηλανάφτισσας στο εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης.
Πριν δυo χρόνια περίπου, μετά από ένα εγκεφαλικό,  ένας ανηψιός της Μητροπολίτης, φρόντισε και τη μετέφερε στο  γηροκομείο. Tην είχαμε επισκεφθεί με τη  μητέρα μου, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, αν και  καταβεβλημένη,  μας υποδέχτηκε χαμογελαστή  ανακαθισμένη στα μαξιλάρια του κρεβατιού της, «καλώς τες τις καλότυχες, για πείτε μου τα νέα σας, τι κάνει η γειτονιά ;»  Η μάνα μου έδωσε πλήρη αναφορά για όλες τις κοινές γνωστές κι  αφού ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, εκείνη άρχισε τη διήγηση :…. «λοιπόν εγώ, γεννήθηκα στη Σύρα, είμαι η κόρη του απέθαντου, καραβοκύρης ήτανε ο πατέρας μου από το Τσιρίγο, αλλά επειδή είχε επιζήσει από τρομερές φουρτούνες και ναυάγια , δεν τον λέγανε καπετάν Σίμο αλλά καπετάν απέθαντο. Εγώ ήμουνα το πέμπτο θηλυκό στην οικογένεια, πριν από μένα γεννηθήκανε η Θάλεια, η Ουρανία, η Τερψιχόρη και η Μελπομένη, μετά γεννήθηκε, ανήμερα 15 Αύγουστο, ο Παναγιωτάκης, το μοναδικό αρσενικό παιδί, που πέθανε δυόμισυ χρονών από τη σκαρλατίνα, ύστερα ήρθα στον κόσμο εγώ κι η μάνα μου έγραψε: «Καπετάνιε μου, άλλη μία μούσα ήρθε στη φαμελιά μας» , ο πατέρας μου απάντησε :  « Καλότυχη να  ‘ναι,  αυτό το παιδί θα τ’ ονοματίσει ο νουνός που θα το βαφτίσει» έτσι ο νουνός , μου έδωσε τ’ όνομα της πεθαμένης αδελφής του και μ’ έβγαλε Ξανθίππη, βάζοντάς μου μαζί με το λάδι και μια γερή δόση από  χαρίσματα, υπομονή, εγκαρτέρηση,  αισιοδοξία, πίστη και καλοσύνη, ας  είναι αγιασμένα τα κοκαλάκια του»
Οι αδελφές μου παντρευτήκανε και σκορπίσανε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ο πατέρας μου πέθανε από συγκοπή  κάπου στη μέση του Ειρηνικού και η μάνα μου, στα χέρια μου.
Έγινα  καπελού κι εργάστηκα στα καλλίτερα ατελιέ της Αθήνας, στα 22 μου παντρεύτηκα,  από έρωτα, έναν  νεαρό αριστοκράτη, που  οι δικοί του τον αποκλήρωσαν. Χήρεψα στα 45, ο   Θεός δεν θέλησε να μου χαρίσει παιδιά, πέντε φορές απέβαλα, περάσαμε πολλά βάσανα με το συχωρεμένο, όμως αγαπιόμασταν  σε κάθε δυσκολία, μου έλεγε : «και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει». Δεν έχω παράπονο, η ζωή μου χάρισε πολλά καλά, γνώρισα  καλούς ανθρώπους, όπως εσείς καλότυχες καλή ώρα, να σας έχει ο Θεός καλά….»
Ας είσαι αναπαυμένη γιαγιά Ξανθίππη,  Καλό Παράδεισο να  ‘χεις !!!

5.O σπλαχνικός παλιάτσος
Απομακρύνθηκες, χαμένος και πάλι στο χάος του μυαλού σου.
Συστήθηκες στη μοναξιά, μπας και την εξευμενίσεις και σου ανοίξει τα κρυφά περάσματα που αγνοείς και τόσο λαχταράς.
Κι αυτή πήρε να παίζει τα λάθη σου, άσματα παράφωνα κι εκκωφαντικά από μεγάφωνο που τα ζωντανεύουν και περνάνε περιπαικτικά απ' την άκρη του ματιού σου.
Ακολουθώ το αίμα που τρέχει απ' τις πληγές σου
και σου φωνάζω μες στο χαμό "Στάσου!".
Παύεις να τρέχεις σα κυνηγημένος, μα παραμένεις φοβισμένος.
Δεν με τρομάζεις! Ίσως εγώ να ξέρω γιατί τρέχεις λαβωμένος, θα συνεχίσω.
Τα μάτια μου ψάχνουν να βρουν τα δικά σου, κι όταν τ' αντικρίζουν βλέπεις την ψυχή σου να καθρεφτίζεται και να ταυτίζεται μαζί τους.
Τα μάτια σου ρίχνουν την δακρυώδη βροχή τους κι ο ήλιος αρχίζει σιγά - σιγά να προβάλει από μέσα τους, σπιθοβολούν.
Η μορφή σου αρχίζει να τεντώνεται. Ισιώνεις.
Δεν είσαι πια πρωταγωνιστής σε άδειο σκηνικό.
Έχεις παρέα, μοιράζεσαι το βάρος.
Θα δέσω σφιχτά τις πληγές σου, θα καλύψω τα σημάδια σου και θα πάψουν να πονούν.
Θα σε βγάλω απ' το μνήμα της ζωής, και θα βγάλω εκείνη τη χαμένη ελπίδα απ' την τσέπη.
Θα σε πάρω στην αγκαλιά μου, και θα σε πάω σε χαρούμενους τόπους.
Θα χαζεύουμε μαζί τις φωτεινές επιγραφές.
Και τη στιγμή που θα βγαίνει το γέλιο γάργαρο από μέσα σου, θα σκύψω και θα σου σιγοψιθυρίσω πως είσαι ακόμα εδώ, όπως ήσουν και πρώτα.
Λέξεις που σου δίνουν το νόημα που ψάχνεις απελπισμένα και σχηματίζουν το κλειδί της πόρτας του λαβυρίνθου.
Καθώς θα στέκεσαι στην έξοδο, θα ξέρεις πως μόνο η αγάπη μπορεί να σώσει απ' τη λήθη.
Η μόνη ηχώ που μπορεί να σβήσει κάθε απόγνωσης κραυγή, με μια της φράση, σαν αγκαλιά, "και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει".  

6. Το γράμμα
Το κρύο ήταν τσουχτερό. Λες και αυτός ο χειμώνας επίτηδες ήταν πιο παγωμένος, για να είναι και η εξορία πιο σκληρή. Ανασκουμπώθηκε, ταίριαξε το κουρελιασμένο παλτό του και έψαξε την αριστερή του τσέπη. Έβγαλε ένα μολυβάκι και ένα κομμάτι χαρτί πολυκαιρισμένο. Ακόνισε το μολύβι με το σουγιά του και το σάλιωσε. Ξεκίνησε να γράφει. Δεν ήταν σίγουρος ότι ο παραλήπτης θα λάμβανε ποτέ αυτό το γράμμα. Δεν ήξερε καν τον τρόπο να το στείλει. Το μόνο που ήθελε ήταν να γράψει. Να βγάλει όλα αυτά που τον πονούσαν, να τα ενσωματώσει σε μια κόλλα χαρτί και ο πόνος να εξουδετερωθεί.
Αγαπημένη μου Μαριώ, εύχομαι το γράμμα μου να σε βρει καλά στην υγεία σου. Εδώ στο νησί τα πράγματα βαίνουν λίαν καλώς. Οι μέρες περνούν γοργά. Τα βράδια όταν ξαπλώνω αποκαμωμένος η σκέψη μου γυρίζει στο χωρίο και σε σας. Και είναι τόσο γλυκιά η αίσθηση αυτή. Ξεφεύγω για λίγο από αυτήν την απομόνωση και νομίζω ότι σε έχω δίπλα μου. Βλέπω το κορίτσι μας να παίζει με το πάνινο τόπι που της έφτιαξα, γεύομαι το μακαρόνι με την ντομάτα που έφτιαχνες, ακούω την Σίβα να χλιμιντρίζει, μυρίζω ακόμα και την ρετσίνα από τα πεύκα μας. Είναι τόσο μοναδική η θαλπωρή του σπιτιού μας, το τζάκι μας, το σιδερένιο κρεβάτι μας, η αυλή μας. Αυτή η μικρή αυλή που έκρυβε ένα κόσμο ολάκερο. Η κρεβατίνα μας, τα βασιλικά και τα σκυλάκια σου, η ροδιά μας, ο πέτρινος φούρνος μας.
Η νοσταλγία καμιά φορά νιώθω ότι είναι πιο έντονη και πιο βασανιστική απ’ την εξορία. Κουράγιο όμως κάνω μάτια μου και μετράω τις μέρες για να ξαναβρεθώ κοντά σας. Να έχεις πίστη στο Θεό πως θα γυρίσω. Αυτή η θάλασσα που τώρα μας χωρίζει, αυτή θα μας σμίξει ξανά.
Δεν θέλω να μου κρατάς κακία για τον λόγο που βρέθηκα εδώ. Κάποια μέρα θα καταλάβεις και εσύ και το παιδί μας. Κάποια μέρα θα καταλάβεις ότι η ελευθερία είναι δύσκολο πράγμα και η ανθρώπινη παράνοια ανίκητη κάποιες φορές.
Κουράγιο Μαριώ μου και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει.
Να μου φιλήσεις το κορίτσι και όλους τους ανθρώπους μας.
Δίπλωσε ευλαβικά το χαρτάκι και το έβαλε στην μέσα τσέπη του παλτού. Ήταν σαν να είχε την οικογένειά του στην αγκαλιά του. Με αυτή την υπέροχη σκέψη αποκοιμήθηκε.

7. Όταν με είχαν ξεχάσει
Τώρα είμαι καλά. Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ εκείνον τον ατέλειωτο χειμώνα που πέρασα πάνω στα βουνά ολομόναχος. Εδώ έχω και ζέστη και φαΐ. Μα πάνω από όλα έχω παρέα.
Όποιος δεν έχει ζήσει ολομόναχος, δεν ξέρει τι σημαίνει να έχεις παρέα. Συνηθίζουν οι άνθρωποι να γκρινιάζουν για τη μοναξιά, λέει, που κρύβει η συναναστροφή. Δεν έχουν ιδέα τελικά τι θα πει να είσαι βυθισμένος στη μοναξιά. Κι αυτοί που έχουν σιωπούν. Όπως σιωπούσα κι εγώ τότε, αφού γνώριζα πως θα ήταν ανώφελο οτιδήποτε κι αν πω. Σάματις θα με άκουγε και κανείς;
Στην αρχή παρηγορούσα τον εαυτό μου. Ανεβοκατέβαινα στα μονοπάτια ψάχνοντας για φαΐ, για νερό, για συντροφιά και σκεφτόμουν συνέχεια μια φράση που έλεγε ο γέρο-Λάμπρος. «Και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει» είχε το συνήθειο να μουρμουράει κάθε φορά που έβλεπε τα δύσκολα. Τότε μου φαίνονταν αστεία. Μα φυσικά θα φέρει κατήφορο, προσπαθούσα να του πω, αφού αυτό ακόμα κι εγώ το καταλαβαίνω πια.
Πρώτη φορά στη ζωή μου -και  τα είχα ήδη φάει τα ψωμιά μου από τότε ακόμα-, άρχισα να βλέπω πίσω από τις λέξεις. Πίσω από ανήφορους και κατήφορους. Κατανοούσα με κάθε μου κύτταρο την αγωνία, αλλά και την ελπίδα που κρύβονταν πίσω τους. Κι ευχόμουν ολόψυχα ο δικός μου κατήφορος να μην ήταν για το χαμό μου, αλλά για τη σωτηρία μου. Όσο τίποτα άλλο, ήθελα να είχε δίκιο ο γέρος μου.
Ήμουν εδώ όταν τον πήραν. «Εγκεφαλικό», απεφάνθη με σοβαρότητα ο γιατρός. «Μάλλον», συμπλήρωσε, στολίζοντας τη διάγνωση με λίγη αμφιβολία και τη σοβαρότητα με αρκετή μοχθηρία, καθώς κοιτούσε γύρω με τα μικρούτσικα μάτια του γεμάτα απέχθεια. Όταν πλησίασα να δω, με αγριοκοίταξε και λούφαξα πάλι.
Το κακό τον βρήκε ξαφνικά κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Ευτυχώς ήταν το πανηγύρι στο πάνω χωριό και είχε μαζευτεί κόσμος. Κι ο γιατρός που αμφισβητούσε τον ίδιο του τον εαυτό, για το πανηγύρι είχε έρθει. Άντε να πάρεις στα σοβαρά άνθρωπο που είναι για τα πανηγύρια. Τον κοίταξα κι εγώ βάζοντας στο βλέμμα μου όση καχυποψία ένιωθα, αλλά χαμπάρι δεν πήρε.
Έτσι γέμισε ο τόπος νοματαίους κι έτσι άδειασε το ίδιο ξαφνικά. Κι έμεινα μοναχός να περιμένω. Όταν άρχισε το κρύο κι έπιασε να χιονίζει, όλα δυσκόλεψαν. Είχα πίστη όμως ακόμα. Έλεγα δεν μπορεί, όπου να ‘ναι θα φανούν. Είχα λίγο φαγητό και από υπομονή δα, φημίζομαι, αν και τότε κόντεψα να την εξαντλήσω όλη.
Ένα πρωί, η πόρτα δεν άνοιγε. Το χιόνι που έπεφτε πυκνό αποβραδίς την είχε φρακάρει κι όσο κι αν έσπρωχνα δεν ξεκουνούσε ούτε πιθαμή. Έμεινα έτσι κλεισμένος, ίδιος φυλακισμένος για μέρες. Το φαγητό είχε πια τελειώσει. Η πείνα γρήγορα άρχισε να με ροκανάει για τα καλά και καταλάβαινα πως ο δικός μου κατήφορος θα ήταν αδιανόητα απότομος και αδυσώπητα αργός. Τον αποδέχτηκα κι έμεινα να περιμένω το τέρμα.
Το τελευταίο βράδυ έπεσα για ύπνο κι ευχόμουν να μην ξυπνήσω ξανά. Ξύπνησα όμως, κι ήταν αυτό το πιο γλυκό μου ξύπνημα.
-Βρε, τον καημένο τον γαϊδαράκο, άκουσα μια φωνή, σαν άνοιξε η πόρτα. Τον ξέχασαν όλοι!

8.Skasmos Antonakis!
-  Antonis αργούμε; Μάϊνε κότσια πονέσανε γαμώτεν!
-  Αγάντα και φτάνουμε ρε Ανγκέλα… Και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα  φέρει! Λίγο ακόμα και βγαίνουμε στις αγορές.
-  Σφίγγεν και το σακάκι ρε Antonis!
-  Ξεκουμπώσου ρε Ανγκέλα! Μια βόλτα βγήκαμε, μη μου τη βγάλεις ξινή!
-  Bας ιστ ξινή;
-  Άει κοιτάξου στον καθρέφτη να μάθεις… Να, εδώ στη στροφή είναι η ταβέρνα!
-  Βας ιστ ταβέρνα;
-  Εδώ που θα ντερλικώσεις ρε Ανγκέλα… Κατσικάκεν, σαγανάκεν και  μελιτζαλοσαλάτεν… Βερστάντεν;
-  Αααα…κατσικάκεν… μπίτε!
-  Άιντε, μπίτεν - φάτεν να τελειώνουμε, ανάθεμα την ώρα που σ’ έφερα στην Πλάκα. Δεν σε πήγαινα στο Πασαλιμάνι καλύτερα, να δεις τις μαούνες!...
-  Βας ιστ μαούνες;
-  Ανγκέλα παράτα τις ερωτήσεις και μπούκαρε μέσα να τελειώνουμε. Σνελ!
-  Αααα… Ωραίεν ταβέρνεν!... Μπίτε Antonis, να κάτσουμε στο παράθυρεν! Ιχ θέλω να βλέπω όξω!
-      Είναι πιασμένο το παράθυρο ρε Ανγκέλα. Τι να κάνουμε δηλαδή; Να τους σηκώσουμε τους  ανθρώπους με το έτσι θέλω;
-  Γιααα!... Nα πάνε στα τσακίδιεν! Ράους!... Σνελ! Τσόγλαν μπόις!
-  Όχι… όχι… όχι! Μη βαράς ρε Ανγκέλα, θα φύγουν ήσυχα και αυτοβούλως. Ε παιδιά;
-      Λίμπλιχε Antonis… Δημοκρατία καπούτ! Και μην πας κόντρεν, γιατί θα σε στείλω Καλαμάτεν  να μαζεύεις μούσμουλεν.
-  Καλά ρε Ανγκέλα… να παραγγείλουμε;
-  Γιαααα!
-  Ψιτ, παιδί! Έλα για παραγγελία!
-  Να φέρω κατάλογο ή να σας πω τι έχουμε;
-  Πες μας… η κυρία δεν ξέρει να διαβάζει.
-  Το κατάλαβα κύριε… Αγράμματη, αλλά με βαρύ χέρι.
-  Σσστττ… τι λες παιδάκι μου; Ξέρεις ποια είναι αυτή; Kι εμένα; Δεν με γνώρισες;
-  Nαι μωρέ, σαν ποιους μοιάζετε; Α!..στην τηλεόραση δεν παίζετε; Στο παιχνίδι με την Μπεκατώρου;
-      Ω Γκοτ!... Θα σκίσω το πτυχίο μου! Κι είναι και του Χάρβαρντ! Ανγκέλα, να παραγγείλουμε να τελειώνουμε; Έχω αφήσει τα παιδιά μόνα και θα μου το κάνουνε
    βουλή το σπίτι…
-  Γιαα!... Να σου πω Antonis, εσύ θα πληρώσεν ε;
-  Τι ερώτηση!... Φυσικά εγώ!.. Δηλαδή, θα κάνω εξοδολόγιο. Είχα κάτι έκτακτα  αυτό το μήνα, δεν μου φτάνουν για τραπεζώματα.
-      Ντάνκεν Antonis!... Πού’σαι μικρέν, φέρτεν κατσικάκεν λαδορίγανεν,  σπανακόπιτεν, μελιτζανοσαλάτεν, τυροκαυτερέν, σαλάτεν και λουκάνικεν.
-  Φραγκφούρτης μαντάμ;
-  Νάϊν, Φραγκφούρτεν αηδίεν … χωριάτικα με πράσεν ουντ θρούμπι… Και  πέτα μια σφυρίδεν στα κάρβουνεν… Και μπύρεν!
-  Ποτήρι;
-  Νάϊν, βαρέλεν!
-  Μόνο αυτά;
-  Δεν πεινάεν… θα τσιμπήσεν μόνο. Έχεν και ταξίδεν μετά και θα στουμπώσεν αν φάεν πολύ.
-  Γλυκό θα πάρετε;
-  Νάϊν γλυκό! Κάνω δίαιτεν. Δεν χωράεν στα σακάκεν μου!
…………………………………
-  Αntonis… ωραίο νταμάρεν αυτό!
-  Η Ακρόπολη είναι ρε Ανγκέλα! Δεν έχεις ακουστά;
-  Νάϊν… Δεν σε πειράζεν να την πάρεν μαζί μου, ε Antonis;  Θα ξεμπαζώσεν το μέρος ουντ θα χτίσεν εδώ, Μall  νάμερ ζβάϊ.
-  Φοβάμαι ότι θα έχουμε αντιδράσεις Ανγκέλα.
-  Στ’ από τέτοιεν μου Antonis!
-  Ανγκέλα σταμάτα να επεμβαίνεις στις ζωές των άλλων. Άλτ!...
-  Skasmos Αntonakis! Τα “αλτ” και τους τσαμπουκάδεν σου, νάϊν σε μένα! Άει ρούφεν τ’ αυγό σου!
-  Ψιτ παιδί!... Άκουσα καλά; Με είπε Αντωνάκη της;
-  Καλά ακούσατε. Το αυγό το θέλετε μελάτο;

9. Ο γάμος της Δήμητρας
Η Δήμητρα, η πιο νοικοκυρά, προκομμένη και άξια απ’ τα τρία κορίτσια της Χρυσώς, κόντευε τα τριάντα. Δεν ήταν πολύ όμορφη, ένα μελανούρι ήταν -εκείνα τα χρόνια αυτό δεν ήταν προτέρημα- μα είχε πλούσια σγουρά μαύρα μαλλιά, καλοσύνη και χαρακτήρα αδαμάντινο. Υπάκουη από μικρό παιδί, το «όχι» δεν ήξερε να το λέει στη μάνα της μήτε στον κύρη της.
Τα κορίτσια του χωριού, με έρωτα ή συνοικέσιο, συνηθιζόταν να παντρεύονται το αργότερο μέχρι τα εικοσιπέντε κι η Δήμητρα στα τριάντα ήταν ακόμη ανύπαντρη. Και να πεις πως δεν ερχόταν προξενιά! Την είχαν ζητήσει  τα καλύτερα παλληκάρια του χωριού. Το βιος της οικογένειας έφτανε να προικιστούν καλά τα τρία κορίτσια και τ’ ασπροκέντια της Δήμητρας, να στολίσουν πέντε σπίτια. Τα λογάριαζαν αυτά οι γαμπροί κι όλο πηγαινοερχόταν η Ασπασία η προξενήτρα στο σπίτι τους, αλλά ο πατέρας της κανέναν γαμπρό δε θεωρούσε κατάλληλο για τη Δήμητρα και γύριζε πίσω τα προξενιά.
Η Χρυσώ στεναχωριόταν κι ερχόταν  συχνά σε σύγκρουση με τον άντρα της, που με την ξεροκεφαλιά του θα άφηνε γεροντοκόρες τις κόρες τους. Οι δυο μικρές είχαν ακόμη καιρό μπροστά τους  αλλά η Δήμητρα είχε πια χαρακτηριστεί  «γεροντοκόρη».
Κι αυτή η ευλογημένη - σκεφτόταν η Χρυσώ και θύμωνε μαζί της - όλα αυτά τα χρόνια  δεν αγάπησε κανέναν να κλεφτεί μαζί του;  Θα το είχε πάρει  απόφαση κι ο πατέρας της, και θα ήταν όλα μέλι - γάλα. Άσε που θ’ άνοιγε κι ο δρόμος για τη δεύτερη κόρη που, κατά πως είχε καταλάβει η Χρυσώ, αγαπούσε το γιό του φούρναρη.
Το κακό βρήκε ξαφνικά το σπιτικό τους! Εκείνο το πρωί, σκούνταγε η Χρυσώ τον άντρα της να ξυπνήσει, αλλά  μάταια. Το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε για πάντα.
Στην κηδεία η Δήμητρα ντυμένη κατάμαυρα, βαλάντωσε να κλαίει για το χαμό του πατέρα της. Στον καφέ μαραζωμένο το κορίτσι είχε στεγνώσει απ’ τη στεναχώρια του.
Το ‘βλεπε το κορίτσι η κυρά Χρυσώ και πόναγε γι αυτό πιο πολύ απ’ το χαμό του άντρα της. Όταν πλησίασε να τη συλλυπηθεί η Ασπασία, η προξενήτρα,  η κυρά Χρυσώ της ψιθύρισε στ’ αυτί:
-Ασπασία μου, κανόνισε να πεις του Γρηγόρη πως, αν ακόμη τη θέλει τη θυγατέρα μου, μετά τα εννιάμερα να έρθει σπίτι κι εγώ θα του τη δώσω.
-Άστο πάνω μου Χρυσώ μου.
Το βράδυ, σαν μείναν μόνες οι τέσσερεις γυναίκες, η κυρά Χρυσώ πλησίασε τη Δήμητρα και της είπε:
-Κόρη μου, μη σκας και τούτος ο ανήφορος  κατήφορο θα φέρει.
-Σου σάλεψε φαίνεται μάνα και δεν ξέρεις τι λες, απάντησε η Δήμητρα.
Αυτή τη φορά η κυρά Χρυσώ ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Έκανε το σταυρό της κάτω απ’ το εικονοστάσι, γύρισε  προς τη φωτογραφία του συγχωρεμένου και  του είπε.
-Μέχρι εδώ άντρα μου έκανες κουμάντο εσύ. Τώρα το τιμόνι το παίρνω εγώ  και  δεν θ’ αφήσω τα κορίτσια μου γεροντοκόρες.
Την Κυριακή μετά τα σαράντα του άντρα της, η Χρυσώ πάντρεψε τη Δήμητρα με το Γρηγόρη και σε τρεις μήνες τη δεύτερη με το γιό του φούρναρη.
Έτσι το 1933 στο σπίτι της Χρυσώς έγιναν μια κηδεία και δυο γάμοι.
 Αυτή ήταν η αληθινή ιστορία του γάμου της γιαγιάς μου  Δήμητρας  με τον παππού μου τον Γρηγόρη.

10. Η γούργουλα 
Το μέτωπό μου ακόμα ζεματάει… Θα ανέβασα πυρετό… Κοίταξέ τους… Με λυπούνται. Με λυπούνται. Εμένα, την Βενετιά την γούργουλα. Οίκτος στο βλέμμα. Άλλοι αδιάφοροι… Σκατόψυχοι..
Δεν τον χρειάζομαι τον οίκτο, ούτε την λύπησή σας… Εγώ είμαι η Βενετιά η γούργουλα.
«Να ζήσεις να τον θυμάσαι γούργουλα», έτσι μου λένε όλοι. Να ζήσεις να τον θυμάσαι. Όλοι τους έτσι με φωνάζουν. Γούργουλα. Το όνομά μου δεν το θυμούνται εδώ και καιρό, κι ας με βάφτισε ο παππάς Βενετιά. Από μικρή, λεπτός και στενός ο λαιμός μου. Φόραγα τα ψεύτικα τα κρεμαστά κι όλες σιχτιρίζανε στη γειτονιά τη μάνα μου.
«Πάλι στολίστηκε η γούργουλά σου μωρή; Στη γύρα για γαμπρό παγαίνει;»
Εμένα τώρα που με βλέπετε  είμαι η σκιά του εαυτού μου.
«Να μεγαλώσεις γρήγορα», βόγκαγε η μάνα. «Να μεγαλώσεις να δεις κι εσύ την γλύκα..». Μα εγώ δεν είχα μεγάλα όνειρα, μόνο να παντρευτώ τον Τρύφωνα. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να μην θυμώνει η μάνα, να γευτώ την γλύκα.. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να με πάρει γυναίκα του ο Τρύφωνας.
«Έτσι είναι η ζωή γούργουλά μου να σε χαρώ. Ζωή σε λόγου σου», κράζαν αρπακτικά γύρω μου.. Και δώστου ψιθύριζαν στο αυτί και με έδειχναν με οίκτο. Παιδιά δεν απόκαμα. Ο Τρύφωνας έλεγε εγώ είμαι η φταίχτρα. Εγώ είμαι η στέρφα. Χήρα τώρα η Βενετιά. Και μαζευτήκαν και πολλοί. Παράπονο δεν έχω. Τον αγαπούσανε τον Τρύφωνα. Φίλοι, συγγενείς, οι κοκότες.. Έχω να το λέω… Κύριος ο Τρύφωνας. Μπροστά μου τίποτα δεν είδα. Κάποτε ήρθε σπίτι με σημάδια. Τι είναι αυτά Τρύφωνα; Χτυπήθηκα με  το βουβόσκυλο τον γαμπρό μου.. Χτυπάει την Μελανία. Έπιανα μετά την κουνιάδα μου, σηκώνει χέρι μωρή δύστυχη ο άντρας σου; Θα τον καθαρίσει ο Τρύφωνάς μου. Δεν με λυπάσαι να χάσω το στεφάνι μου για τα καμώματά σας; Έσκυβε το κεφάλι η Μελανία μην προδοθεί. Τελικά έμαθα την αλήθεια… Παντρεμένη κανόνιζε ο προκομμένος και σαν φτάσαν τα χαμπέρια στου κερατά τα αυτιά, που τον πονεί και που τον σφάζει τον Τρύφωνά μου… Να αγιάσει το χέρι του.. «Κάνε υπομονή γούργουλά μου, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει», μερόνυχτα με παρηγορούσε η Μελανία.
Παράπονο δεν έχω, εκτός σπιτιού έκανε τις βρωμοδουλειές του. Μην παραγνωριστούμε με καμιά… Ένα δεν του συγχώρεσα ποτέ.. που έλεγε εμένα στέρφα κι άκληρη μ’ άφησε. Μόνο μια νύχτα που έκλαιγα και σταματημό δεν είχα, με αγκάλιασε ο Τρύφωνάς μου, έβαλε το άδικο στόμα του στο μέτωπο και μου δωσε φιλί. «Μπορεί να φταίω κι εγώ Βενετιά μου. Ποιος ξέρει; Ήταν γραπτό μας βλάστημα να μην δούμε…».
Λόγια, καφέδες και λιβάνι. Λόγια. «Θεός σχωρέστον γούργουλά μου». «Να ζήσεις να τον θυμάσαι»… Και το φιλί στο μέτωπο εδώ κι ώρα ζεματάει. Στο διπλανό τραπέζι ένα γεννοβόλι, ίδιο ο Τρύφωνάς  μου.

11.Ο Φώτης
(Αφήγηση στρατιώτη της δεκαετίας του 1970)
   Κέντρο νεοσυλλέκτων. Έχει περάσει ένας δύσκολος μήνας. Έχουν αναπτυχθεί φιλίες, παρέες αλλά και αναπόφευκτες αντιπάθειες. Στο θάλαμό μου είμαστε τριανταπέντε. Είναι Μάρτης, το κρύο τσουχτερό.
   Κάποια νύχτα επιστρέφω από τη σκοπιά. Ανεβαίνω στο διώροφο κρεβάτι μου, προσεκτικά για να μη κουνήσω τον αποκάτω. Στο μισό μέτρο, απέναντι από μένα, κοιμάται ο Φώτης. Στο πάνω κρεβάτι κι αυτός.
  Ο Φώτης είναι εύσωμος, χοντροκαμωμένος, και στους τρόπους το ίδιο. Τραχύς στις κουβέντες του. Δεν έχει συμπάθειες στο θάλαμο. Τον ανέχονται όλοι. Εμένα δε με πάει αλλά ούτε και μου μπαίνει. Είχε συλλάβει κάποιο βλέμμα μου σε μια χοντράδα που διέπραξε και αισθάνθηκε εκ μέρους μου απόρριψη. Του μιλώ πάντα φιλικά, όμως με κρατάει σε απόσταση.
  Απόψε ο Φώτης είναι ανήσυχος. Όλο γυρνάει πλευρό χωρίς βέβαια να λογαριάζει τον αποκάτω του που τον ταρακουνάει.
  Κάποια στιγμή ανάβει ένα μικρό φακό και φωτίζει ένα γράμμα που κρατάει στο άλλο χέρι. Είμαι στραμμένος προς το μέρος του με κλειστά τα μάτια. Ξαφνικά ακούω έναν λυγμό. Ανοίγω τα μάτια μου και τα κλείνω αμέσως για να μη δει ότι τον άκουσα. Αλλά με πρόλαβε. Μόλις του ξέφυγε ο λυγμός, στράφηκε αμέσως σε μένα για να δει αν τον αντιλήφθηκα. Εκείνη τη στιγμή συνέλαβε το στιγμιαίο άνοιγμα των ματιών μου. Κι ενώ κρατούσα τα μάτια μου κλειστά, δέχομαι ένα ισχυρό σκούντημα. Είχε απλώσει το χέρι του και μ’ έπιασε από τον ώμο.
- Άκου δω ρε, αν πεις πουθενά ότι με είδες θα σε καθαρίσω.
- Μην ανησυχείς, Φώτη, του ψιθύρισα, μην ανησυχείς. Ο τόνος της φωνής μου τον καθησύχασε.
  Στράφηκε στο άλλο πλευρό ξεφυσώντας. Αν και ήμουν ψόφιος για ύπνο, άργησα ν’ αποκοιμηθώ. Με κεντούσε η αντιπάθεια που έτρεφα μέχρι εκείνη τη στιγμή για το Φώτη.
   Στο εγερτήριο απέφυγε να με κοιτάξει. Κι ενώ κάθε πρωί ακουγόταν η αποκρουστική του φωνή, όταν, είτε βωμολοχούσε είτε κορόιδευε κάποιον, σήμερα δεν έβγαλε μιλιά.
   Το μεσημέρι που οδεύαμε για φαγητό, τον πλησίασα από πίσω, τον έπιασα από τον αριστερό βραχίονα.
-Φώτη, σε είκοσι μέρες φεύγουμε, πάμε σε μονάδα, αυτό το άθλιο κέντρο τελειώνει, τα καψόνια σταματούν. Και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει.  Δεν απάντησε.
   Οι μέρες κύλησαν, αργά και άθλια, όπως οι προηγούμενες. Το ύφος τού Φώτη απέναντί μου ήταν πια αλλαγμένο.
   Έφτασε η τελευταία μέρα. Όλοι έτοιμοι, με τους σάκους μας, γελαστοί που θα φεύγαμε. Δεν υπήρχε κατήφεια στο στρατόπεδο.
   Κατέφθασαν τα λεωφορεία. Οι χειραψίες και τα χαμόγελα περίσσεψαν. Ο Φώτης χαιρετούσε όλους του θαλάμου μας. Μ’ άφησε τελευταίο. Μ’ αγκάλιασε. Μόνο εμένα!
  -Θα σε θυμάμαι! Σε θεωρώ φίλο.
  Η φωνή του γεμάτη συγκίνηση και λεπτότητα!
  -Φώτη, κι εγώ σε θεωρώ φίλο, και μη στεναχωριέσαι για τίποτα. Η ζωή μπροστά μας.
   Πέρασαν πολλά χρόνια. Το Φώτη δεν τον ξανασυνάντησα. Σχεδόν κάθε φορά που ένας άνθρωπος μου προκαλεί αποστροφή με τη συμπεριφορά του, το μυαλό μου γυρνάει στο Φώτη, και με πιάνει από τον ώμο η επιείκεια… 

12.Αποσκευές
Εμείς δεν δρέψαμε δάφνες  
Μονάχα κάποια κρινάκια της αρμύρας
Μας αντιστοιχούσαν πάντα
Ταπεινά κρινάκια βυθισμένων ακτών
Ανάξια να φέρουν το μήνυμα της ευγονίας
Στον σκελετό των λίθων
Χιλιετίες θα έλεγες πως καρτερούσαν
Τον ερχομό μας            
Εφήμερα να ζήσουν λίγο στην εσοχή μας
Στα χέρια μας να καταμετρήσουν
Τα αρχεία της καυτής άμμου
Κρινάκια ταπεινά βυθισμένων ακτών
Η απολαβή μας πάνω στην γη!

Εμείς δεν περπατήσαμε στους οπωρώνες
Τα χρυσά να πάρουμε μήλα των εσπερίδων
Οι κήποι μας είχαν σταυρούς
Δέντρα ξερά βουτηγμένα στους κισσούς
Και στην σκληρή αγράμπελη
Στους κήπους μας στοιβάχτηκε
Μια πανσπερμία μύθων
Με προεξέχοντα τον μύθο του Μινώταυρου
Που τα καλύτερα μας στέρησε νεανικά όνειρα!

Εμείς δεν ταξιδέψαμε με ποντοπόρα πλοία
Παρά μονάχα με τσακισμένα μονόξυλα
Χωρίς ξάρτια κι άρμενα περιπλανηθήκαμε
Πανιά που φυλακίζουν ούριους ανέμους
Δεν γνωρίσαμε
Μονόξυλα μας αντιστοιχούσαν πάντα
Και σπασμένοι εξάντες
Να πάει το ταξίδι μας
Μόνο ως το πιο κοντινό αγκυροβόλιο!

Εμείς δεν κρυφτήκαμε στους φοίνικες
Της ιστορίας ζητώντας αμοιβή μισθοφόρου
Μονάχα μέσα σε σκαλιστά μπαούλα
Καταχωνιάσαμε τα ποιήματά μας
Διπλοκλειδώσαμε την σκέψη μας
Σε κορνίζες προγονικές
Εμφορούμενοι απ' την καθημερινή
Πρωινή στιχομυθία των ιδανικών
Κι αν κάποτε φωνάξαμε συνθήματα
Στα μονόστηλα κλειστήκαμε
Των βραδινών εφημερίδων!

Εμείς δεν γοητεύσαμε τα πλήθη
Με λόγους σαγηνευτικούς
Παρά μονάχα κάποια μικρά ταχταρίσματα
Συνθέσαμε πάνω απ' τον λίκνο της Άνοιξης
Τον στόμφο και τη υπερβολή στηλιτεύσαμε
Των πλάνων διδαχών
Και σε σκοτεινές εσοχές
Με βουλιμία προφητική συγγράψαμε
Της ζωής το πρωτινό ανάγνωσμα!

Εμείς δεν ερωτευτήκαμε
Ρομαντικούς ιππότες
Μονάχα πάνω από βουβά πηγάδια
Της μνήμης ανεβάσαμε το Αθάνατο Νερό
Με αυτό να δροσίσουμε
Του αίματος μας το ενεργό ηφαίστειο
Αγκαθωτούς πυράκανθους δεν φοβηθήκαμε
Τις φεγγαροαχτίδες κρυφά αγαπήσαμε σαν αδερφές
Κι εκεί αποθέσαμε μυστικά τα εφηβικά βέλη
Των ανεκπλήρωτων πόθων μας!

Εμείς ύμνους δεν φτιάξαμε καθηλωτικούς
Παρά μονάχα μικρά τροπάρια
Μπροστά σε αναλόγια εξωκλησιών
Ψάλλαμε ευλαβικά
Τους εωθινούς κελαηδισμούς των κορυδαλλών
Στα ερμάρια της ψυχής τοποθετήσαμε θριαμβικά
Ασπασμούς αγγέλων δεν δεχτήκαμε
Παρά της ελεήμονης ελιάς τον τραγουδιστή τζίτζικα
Με πάθος συνοδεύσαμε!

Γιατί οι φτέρνες μας πάτησαν μόνο στο χώμα
Και σκληρές έγιναν
Γιατί τα μάτια μας αντίκρισαν μόνο βασίλεια ξένα
Και πιστά έμειναν
Γιατί οι μετάνοιες μας στον ήλιο ήταν αφιερωμένες
Και οι καρδιές μας διάφανες συντονίζονταν
Κάθε που φέγγιζε στο σώμα μας το ανυπόφορο
Με τους αλαλαγμούς των τραγωδών
Γιατί αν και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει
Στις αποσκευές μας εμείς πάντα θα έχουμε
Του Σίσυφου τα αιμάτινα σαντάλια
Να μας οδηγήσουν αψεγάδιαστους κι ωραίους
Στης ζωής το απόλυτο θαύμα το αληθές!

13.Χριστός Ανέστη
Χιλιάδες χρόνια πριν
στων Ρωμαίων το αμήν
ήρθε σαν Άνοιξη
και Καλοκαίρι
σε κάθε καρδιάς λημέρι
μας πήρε χέρι χέρι
τέρμα του πόνου το καρτέρι
Πιλάτος Πόντιος ενέδωσε
στο άδικο τον έδωσε
Γολγοθά πικρό ανέβηκε
η κορυφή ψηλά ξεπρόβαλε
ωχριά στο πόσο αγάπησε
η πλάση όλη θρήνησε
μα αυτός την εσυγχώρησε
ουρανοί σκίστηκαν
και βρόντηξαν
ωκεανοί ξεχύθηκαν
την προδοσία έπνιξαν
ήλιοι το μεσημέρι έδυσαν
βουνά γκρεμίστηκαν
Ιούδες καταπλάκωσαν
Θεοί και ανθρώποι κραύγασαν:
"και τούτος ο ανήφορος
κατήφορο θα φέρει
ο κάθε βράχος ξέρει
του κάτω κόσμου είναι ο καημός
πάθη πολλά και σπαραγμός
στο τέλος θα έρθει ο λυτρωμός"

Αιώνες πέρασαν γοργά
τρέχουν του χρόνου τα πουλιά
η μνήμη του πάντα ξαγρυπνά
καμπάνα χαρμόσυνα χτυπά
το φως ανέσπερο κυλά
στα λόγια των ψαλμών
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ!

14.Δύσκολες μέρες      
Τι κόμπος είναι ετούτος στο λαιμό; Κι αυτό το σφίξιμο στο στομάχι …μπουκιά δεν κατεβαίνει… Καφές και τσιγάρο μόνο… Τι ήθελα και το ξανάπιασα το ρημάδι…
Πάλι άπραγος ήρθε χτες. Αυτό το ταξίδι μας είχε δώσει μια ελπίδα, ότι ίσως παίρναμε μιαν ανάσα, αν έβρισκε μια καλή δουλειά. Κι ας ήταν μόνο για λίγους μήνες κι ας μέναμε χώρια τόσο καιρό κι ας μην ήξερα τι να πω στο παιδί… Φρούδες οι ελπίδες… Σε δυο μήνες τελειώνει κι η δική μου σύμβαση κι έπειτα… τι;
Λένε πως οι άνθρωποι τα παλεύουν όλα μαζί. Κι όμως νιώθουμε πιο μόνοι από ποτέ. Νεύρα, εντάσεις, απομάκρυνση… άλλος ένας μικρός Γολγοθάς για μια αγάπη κατά τα άλλα κραταιή… μα κι αυτή πόσα να αντέξει;
Πριν λίγο γύρισα από το νοσοκομείο, βγήκε ο πατέρας μου επιτέλους. Σκούρα τα πράγματα και θα χρειαστεί υπομονή κι αναμονή μεγάλη. Η μάνα μου έχει κουραστεί, δεν θέλω να βλέπει κι εμένα έτσι, πρέπει να είμαι δυνατή για εκείνη, τουλάχιστον μπροστά της.
Σκέφτομαι τις γενιές που πέρασαν, προσπαθώ να πάρω κουράγιο από όσα εκείνοι ξεπέρασαν, άντεξαν. Κι έπειτα φωλιάζει μέσα μου το παράπονο. Γιατί όλα τόσο δύσκολα, γιατί πάλι προβλήματα, γιατί δεν μπορεί ο ουρανός να είναι για λίγο ανέφελος; Δεν προλαβαίνουμε να ξαποστάσουμε από το ένα και μας βρίσκει άλλο. Λίγη ηρεμία ζητάω, είναι πολύ;
Θέλω να πείσω τον εαυτό μου πως όλα καλά θα πάνε στο τέλος και αυτή τη φορά. Θυμάμαι τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου να κάνει το σταυρό της κάθε βράδυ και να μονολογεί «έχε ψυχή μου δύναμη, και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει». Με έχω τόσο κουραστεί να ανεβαίνω, να σκαρφαλώνω μάταια ψάχνοντας μια κορφή, μια θέα καθαρή κι αυτή να μην αχνοφαίνεται καν! Μήπως τελικά δεν υπάρχει;