Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ανάρτηση ιστοριών 5ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Έφτασε λοιπόν η μέρα που θα πρέπει να διαβάσετε και να βαθμολογήσετε 
για να αναδείξετε την ιστορία της προτίμησής σας στο 5ο παιχνίδι του 2ου κύκλου.
Θέλω να ευχαριστήσω για ακόμη μία φορά όλους τους συμμετέχοντες  στο παιχνίδι μας, γιατί με εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος σ' αυτό.
Η συμμετοχή στο 5ο παιχνίδι  του 2ου κύκλου εκ των πραγμάτων ήταν μικρότερη των προηγουμένων λόγω της δυσκολίας των λέξεων  που δόθηκαν απ' τη νικήτρια του 4ου παιχνιδιού μας. Έτσι οι ιστορίες σας είναι αυτή τη φορά 15 στον αριθμό.
Για ακόμη μια φορά θα ζητήσω συγνώμη για τυχόν ανομοιομορφίες που θα συναντήσετε διαβάζοντας τις ιστορίες  στα διαστήματα, όμως παρόλο που δίνω όλες τις σχετικές εντολές στα windows, η μεταφορά τους στον blogger παρουσιάζει προβλήματα, λόγω του μεγάλου όγκου της ανάρτησης και του τρόπου που κάποιοι στέλνετε τις ιστορίες σας απευθείας στο mail και όχι ως συνημμένο έγγραφο των windows.

  Πρέπει να ζητήσω συγνώμη  φίλοι μου, επειδή τον τελευταίο καιρό διάφορα προβλήματα και ασχολίες περισσότερες απ' τις καθημερινές δεν μου επέτρεψαν να είμαι συνεπής απέναντί σας. 
Εννοώ ότι δυσκολεύομαι, λόγω έλλειψης χρόνου, να απαντάω στα σχόλιά σας και να σχολιάζω στις αναρτήσεις σας αν και ξεκλέβω χρόνο και επισκέπτομαι συχνότερα τα δικά σας blogs.
Ελπίζω τα πράγματα να ομαλοποιηθούν και στο μέλλον να είμαι εντάξει απέναντί σας. 

Οι κανόνες για τη βαθμολόγηση είναι οι εξής:
Μπορείτε να βαθμολογήσετε με 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά στην προτίμησή σας.
Όπως και τις προηγούμενες φορές, για αποφυγή αδικιών,
είναι πλέον υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε τρεις ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

Εγώ και αυτή τη φορά δεν θα βαθμολογήσω για ευνόητους λόγους...

Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος της  ανάρτησης αυτής. 
Χαρά δική μου αλλά και των συμμετεχόντων φαντάζομαι, θα ήταν να ακούσω εγώ τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 
Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών  καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε, ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7/2/2014
Το Σάββατο  8/2/14
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του  5ου παιχνιδιού του 2ου κύκλου.

Ως τότε εσείς να στέλνετε με σχόλιο τις βαθμολογίες σας, 

Στο 5ο παιχνίδι του 2ου κύκλου
μαζεύτηκαν  15 ιστορίες
 βασισμένες στις λέξεις:

 άγγελος, αίσθηση, αναλγησία, δράκος, σήψη
 που θα βρείτε παρακάτω.

ιστορίες από 1 έως  15


1.Μαθητευόμενος άγγελος
Κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει την απόλυτη αυτοκυριαρχία του, παρά την εξειδικευμένη εκπαίδευση  και τη μακροχρόνια άσκηση, με δυσκολία συγκρατούσε το ανεπαίσθητο πετάρισμα των φτερών και όταν τον πλησίασε ο διδάσκαλος-επόπτης του, έκανε ένα βήμα μπροστά ενώ θα έπρεπε να παραμείνει ακίνητος.
Ξεκινούσε για την πρώτη του αποστολή, θα συνόδευε τον διδάσκαλο στη γη, θα παρακολουθούσε ως μαθητευόμενος, για πρώτη φορά ,την πρακτική εκτέλεσης των εντολών του πανάγαθου, που στηριζότανε στη βασική αρχή: «Οι άγγελοι δεν αυτενεργούν, εκτελούν πιστά τις εντολές του πανάγαθου, διαβιβάζουν τις παραγγελίες του και όσον αφορά τους ανθρώπους δεν παραβιάζουν ποτέ την ελευθερία της βούλησής τους»
Η κάθοδος ήτανε σύντομη και ομαλή, παρά την επουράνια προετοιμασία, τον ξάφνιασε η αίσθηση του φωτός της γήϊνης ατμόσφαιρας και οι αναδυόμενες οσμές, καυσαέρια, χημικά απόβλητα, αποφορά σήψης και οργανικής αποσύνθεσης.
Βρεθήκανε δίπλα σ΄ ένα μικρό, χλωμό, πεντάχρονο αγόρι που ήτανε ξαπλωμένο σ΄ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, γεμάτο σωλήνες και συνδεδεμένο με διάφορες συσκευές.
Ο πανάγαθος είχε τους λόγους Του να θέλει να χαρίσει τη ζωή σ΄ αυτό το πλάσμα, η ψυχή του ίσα που αχνόφεγγε και το σήμα της σχεδόν είχε πάψει…
Ξαφνικά τα μηχανήματα αρχίσανε να σφυράνε , τα λαμπάκια τους αναβοσβήνανε νευρικά, στο δωμάτιο ορμήσανε γιατροί και νοσηλεύτριες, βγάλανε έξω τη μητέρα και τη γιαγιά που παραστεκόντουσαν στο παιδί  και ριχτήκανε πάνω στο μικρό κορμί. Μαλάξεις, ενδοφλέβιες, στηθοσκοπήσεις, οξυγόνο…
Η μάνα στο διάδρομο ξέπνοη και με κατακόκκινα μάτια από την αγρύπνια και το κλάμα εκλιπαρούσε: «Σώστε το, σας παρακαλώ μην  αφήσετε το χάρο να μου το πάρει…. εννιά χρόνια βασανίστηκα να τ΄ αποκτήσω, το μονάκριβό μου, το αγόρι μου… σώστε το σας παρακαλώ… Παναγία μου, με συντριβή σου ζητώ να εισακούσεις τη δέησή  μου, γονατιστή θα ΄ρθω στη χάρη σου να προσκυνήσω….»
Η γιαγιά έσφιγγε τα χείλη και σκούπιζε τα δάκρυα που βουβά κατρακυλούσανε στα μάγουλά της απευθύνοντας κι εκείνη τις δεήσεις της στην Παναγία: «Δέσποινά μου, εισάκουσε την ικεσία μου, εγώ η ανάξια κι αμαρτωλή σου ζητώ Παρθένα μου να μεσιτεύσεις για τη σωτηρία του μονάκριβου εγγονού μου»
Στο μικρό παρεκκλήσι του Νοσοκομείου, ο πατέρας του μικρού, αξύριστος και καταρρακωμένος , γονατισμένος στην Ωραία Πύλη, πότιζε με  τα δάκρυά του το μαρμάρινο κεφαλόσκαλο του άμβωνα και ικέτευε ψελλίζοντας: «Θεέ μου μη με τιμωρήσεις τόσο σκληρά, δεν φταίει  το αγγελούδι μου…., δεν είμαι άξιος να ελπίζω στο έλεός Σου, έθρεψα το δράκο της απληστίας,  τάϊσα το τέρας του εγωισμού, υπηρέτησα την αδικία, υπέκυψα στα  πάθη μου, κατακυριεύθηκα από την αναλγησία, έχασα την πίστη μου…. συναισθάνομαι την αθλιότητά μου και σε εκλιπαρώ να μη μου επιβάλλεις αυτό το βαρύ τίμημα….»
Η γιατρός έβαλε το στηθοσκόπιο στην τσέπη, «Επιτέλους σταθεροποιήθηκε» είπε, πριν αποσώσει τα λόγια της,
το μικρό αγόρι άνοιξε ξαφνικά τα μάτια, το χρώμα γύρισε στα μάγουλά του και με ήρεμη χαμηλή φωνή ρώτησε: « Που είναι οι άγγελοι
«Είναι πάντα δίπλα μας και μας προσέχουν»  του απάντησε
η γιατρός χαϊδεύοντας το κεφάλι του, ύστερα κάλεσε τη μητέρα και τη γιαγιά στο δωμάτιο « Όλα καλά» τους είπε
« Διέφυγε τον κίνδυνο, πρόκειται για θαύμα»!

2. Αρχέγονη μάχη
Έσερνε τα βήματά του στο δρόμο.  Άλλη μία μέρα σκληρής δουλειάς ως το βράδυ, άλλη μια μέρα δουλείας για λίγα ευρώ.Οι αντοχές και η υπομονή του είχαν εξαντληθεί πια. Η συνεχής αναλγησία του κακόψυχου εργοδότη του τον είχε κάνει κουρέλι – και το χειρότερο;  Ήταν αναγκασμένος από τις συνθήκες να τον υποστεί και αύριο… και μεθαύριο. Για λίγα ευρώ.   Προσβολές, πίεση, απανθρωπιά. Ατελείωτη σήψη της ψυχής.Δεν ένιωθε καθόλου καλά σήμερα. Τα κουρασμένα βήματά του τον οδήγησαν σε ένα έρημο παγκάκι. Κανείς γύρω, μόνο εκείνος και οι σκέψεις του. Ένιωσε ξαφνικά τόσο οργισμένος, που η αίσθηση τον συνεπήρε. Κάθισε βαριά στο παγκάκι, κάτω από την κολόνα φωτισμού. Και αφέθηκε σε όσα δεν ήθελε να αφεθεί, αφέθηκε σε σκέψεις που δεν ήθελε να κάνει. Το σκεφτόταν καιρό, αλλά σήμερα ήταν σαν να μπήκαν μονομιάς όλα τα κομμάτια του πάζλ στη θέση τους: ο μόνος τρόπος για να γλιτώσει, θα ήταν να τον σκοτώσει. Και μετά να σκοτωθεί.  Ο χαμός τους δε θα λυπούσε δα και κανέναν. 
Άρχισε να σκέφτεται… να σκέφτεται…  και το βλέμμα του έγινε μολυβένιο και βαρύ, όπως ο ουρανός πριν την καταιγίδα.
Πίσω του και πίσω από το παγκάκι, στον πέτρινο τοίχο που φωτιζόταν από την κολόνα φωτισμού, δυο σκιές αναδύθηκαν από το πουθενά και στάθηκαν δίπλα στη δική του.  Η μία, αγέρωχη, άγγιξε με το χέρι της τη σκιά του στον ώμο και ξεδίπλωσε δυο μεγάλα φτερά: έμοιαζε με άγγελο. Η άλλη, δύσμορφη, ακούμπησε με τη μακριά, αγκαθωτή ουρά της τη σκιά του ανθρώπου που καθόταν στο παγκάκι, στο ύψος της καρδιάς. Έμοιαζε με δράκο αυτή η μορφή; Με κάτι άλλο; Κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά.
Το βλέμμα του ανθρώπου έγινε μοχθηρό.
Πίσω του, ο άγγελος και ο δράκος σταμάτησαν να ακουμπούν πάνω στη σκιά του. Ήρθαν αντιμέτωποι και ετοιμάστηκαν για μάχη. Ο άγγελος τίναξε τα φτερά του, ο δράκος σήκωσε την ουρά του σαν πελώριο σπαθί. Και η αρχέγονη μάχη ξεκίνησε ξανά, από εκεί ακριβώς όπου είχε σταματήσει.Εκείνος σκεφτόταν… και οι σκιές πίσω του πάλευαν, μπλέκονταν, αναδιπλώνονταν, συσπειρώνονταν και ορμούσαν η μία στην άλλη ατελεύτητα. Η αιώνια μάχη επικράτησης του κακού έναντι στο καλό, του καλού έναντι στο κακό, μαινόταν πίσω του πάνω στον παλιό τοίχο.
Ο άνθρωπος στο παγκάκι ένιωσε σαν να πνιγόταν και έκλεισε σφιχτά τα μάτια του. Συνειδητοποίησε πως δεν άντεχε το βάρος αυτών των σκέψεων, δεν έπρεπε να σκέφτεται έτσι, δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Δεν μπορούσε να αφαιρέσει τη ζωή από κανέναν. Άρχισε να κλαίει… κι όταν ηρέμησε, αποφάσισε πως όφειλε να αντέξει για άλλη μία φορά, για άλλη μία μέρα. Αποφάσισε να εναντιωθεί στη δυστυχία, αποφάσισε να ψάξει κάπου να βρει ένα φως, αποφάσισε να ξεφύγει από όλο αυτό το σκοτάδι. 
Πίσω του, ο δράκος εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή, το ίδιο απότομα όπως είχε αναδυθεί. Ο άγγελος πλησίασε τη σκιά του ανθρώπου, τον άγγιξε στους ώμους και με τα δυο του χέρια, τον τύλιξε στιγμιαία με τα φτερά του… κι έπειτα, εξαφανίστηκε κι αυτός.

3. Μικρή Κυρία
"Σας παρακαλώ. Μου πουδράρετε και τη δική μου μυτούλα;"
Το μικρό κοριτσάκι στέκεται ακίνητο καθώς η μακιγιέζ του συνεργείου, χαμογελώντας γλυκά, πιάνει το μεγάλο πινέλο κι αναλαμβάνει να την περιποιηθεί λες και είναι σταρ του σινεμά. Χαρούμενη η μικρή χοροπηδά έπειτα σαν πολύβουη μέλισσα ανάμεσα στις κάμερες και το τεχνικό προσωπικό.
"’Όλοι στις θέσεις σας. Φώτα, κάμερες και...πάμε!"
"Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Σήμερα η εκπομπή Πρωταγωνιστές συναντάει, μια μικρή πρωταγωνίστρια όχι της σκηνής, αλλά της ζωής. Τη λένε Ελπίδα κι όλοι εδώ στο Αγλαΐα Κυριακού που βρισκόμαστε απόψε, έχουν να πουν ότι η Ελπίδα είναι ένα μικρός άγγελος επί γης.
Κόντρα στην αναλγησία της Πολιτείας και την έλλειψη Κοινωνικής Πολιτικής, σε μια περίοδο σήψης των θεσμών και της γενικότερης κρίσης, τέτοια μικρά ή μεγάλα θαύματα μας δίνουν ελπίδα. Όπως και το όνομα της φίλης μας.
Η Ελπίδα δεν κάνει ό,τι κι ένα συνηθισμένο 11χρονο. Θα τη βρούμε τακτικά να περιφέρεται στους διαδρόμους του νοσοκομείου και να επισκέπτεται τους θαλάμους όπου νοσηλεύονται παιδιά με σπάνιες μορφές καρκίνου. Θα τη βρούμε να ζωγραφίζει με τα άλλα παιδιά, να τους διαβάζει ιστορίες, να τους παίζει κουκλοθέατρο.
-Ελπίδα λοιπόν. Πολύ όμορφο όνομα.
-Σας ευχαριστώ πολύ. Κι εμένα μου αρέσει.
-Λοιπόν Ελπίδα.. Έμαθα ότι εδώ μέσα χαρίζεις πολλές ελπίδες στα  παιδιά που νοσηλεύονται.
-Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να κάνω χαρούμενα πολλά παιδάκια κύριε Θεοδωράκη. Προσπαθώ να τα κάνω να ξεχάσουν... 
-Τι ακριβώς;
-Τον πόνο όταν τα τρυπούν οι βελόνες κύριε Θεοδωράκη. Τις δύσκολες στιγμές μέσα σε αυτό το στενό κουβούκλιο- μαγνητικό τομογράφο τον ονομάζουν- σπηλιά τον νιώθουν τα παιδιά, μια σκοτεινή, παγωμένη σπηλιά. Να ξεχάσουν ότι είναι κλεισμένα μέσα, πάνω σε κρεβάτια σιδερένια, ενώ οι φίλοι τους είναι έξω, στο σχολείο, στο γήπεδο,  στο δωμάτιο τους και διαβάζουν ή παίζουν.
-Πώς το καταφέρνεις αυτό Ελπίδα;
-Ζήτησα και μου έδωσαν πολλά και διάφορα υλικά: χαρτόνια κάνσον, μαρκαδόρους, κηρομπογιές, κόλλες, και κάνουμε με τα παιδιά διάφορες χειροτεχνίες και κατασκευές. Μετά στολίζουμε τους τοίχους. Κοιτάξτε πόσο όμορφοι έχουν γίνει οι περισσότεροι....
Η κάμερα εστιάζει σε διάφορα σημεία. Πολύχρωμες ζωγραφιές κοσμούν τους λευκούς τοίχους. Κάποιες από αυτές είναι χαρούμενες, άλλες πάλι είναι μαύρες ή γκρίζες. Κάπου υπάρχει μόνο μια τεράστια σύριγγα. Σαν αερόστατο.
-Αυτή την έκανε ο Σπύρος. Μισούσε τις βελόνες. Έφυγε όμως κι έτσι δεν πονάει πια.
-Μίλησε μου για τα παιδιά...
-Φοβούνται. Στενοχωριούνται. Βλέπουν να χάνουν τα μαλλιά τους, να γίνονται άσχημα....
-Κι εσύ;
-Εγώ τι; Τους λέω να αντέξουν. Πρέπει να γίνουν άσχημα. Πολύ άσχημα. Έτσι θα διώξουν το δράκο.
-Ποιο δράκο;
-Τον καρκίνο! Αν γίνουν πολύ άσχημα κι αν κάνουν όλες αυτές τις ενέσεις ο δράκος δεν θα αντέξει. Θα τα μαζέψει και θα φύγει κύριε Θεοδωράκη. Τρέχοντας!
-Έχω την αίσθηση ότι εισπράττεις μεγάλη ικανοποίηση...
-Ου!!! Πολύ, λέει χαμογελώντας το μικρό κορίτσι.
-Κι ο δικός σου ο δράκος Ελπίδα;
Η κάμερα, που τόση ώρα έδειχνε τα γαλάζια της μάτια, απομακρύνεται αργά.
Η Ελπίδα χαϊδεύει το κεφαλάκι της που είναι άδειο από μαλλάκια. 
"Θα τον τρομάξω κύριε Θεοδωράκη.
Θα βάλω τα δυνατά μου και θα τον τρομάξω κι εγώ"!
συνεχίζεται.......

4. Αλλόκοτες εποχές
Ήταν κάποιες εποχές που οι άγγελοι δεν κατέβαιναν καθόλου στη γη.
Ήταν κάποιες εποχές που μόνο δαίμονες την περπατούσαν και οι άνθρωποι δεν έβρισκαν ποτέ το δίκιο τους.
Να, σαν εκείνη την άνοιξη που δεν ήρθαν ποτέ τα χελιδόνια στο μικρό χωριό στην κορυφή του λόφου.
Στη θέση τους ήρθε ο τρόμος από ένα παρελθόν, που όλοι νόμιζαν πως είχαν θάψει για πάντα, μαζί με τον αδίστακτο άρχοντα που τους τυραννούσε με αναλγησία.
Η σήψη του θανάτου, τους ένωνε με αδιάρρηκτα δεσμά και το τρομακτικό μυστικό που κρατούσαν κρυφό από τον υπόλοιπο κόσμο, βασάνιζε τις σκέψεις τους.
Η εξέγερση που είχαν τολμήσει κάποτε είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο του άρχοντα κι από τότε αυτοί διαχειρίζονταν τα πάντα.
Πήρε να χαράζει. Ο ήλιος σκάλωσε στον ορίζοντα για λίγο, μια ιδέα ακόμα, αφού ήταν απασχολημένος στρώνοντας το μονοπάτι του με ρόδινο φως.
Τα κοκόρια δεν ξύπνησαν το χωριό.
Το άφησαν να κοιμάται ανύποπτο, όσο μια σκιά ξεπρόβαλε από το πουθενά στην αχλή του πρωινού και ανηφόρισε για το μισογκρεμισμένο αρχοντικό.
Τα σκυλιά κλαψούρισαν στον ύπνο τους και οι κουκουβάγιες πέταξαν μακριά φοβισμένες..
Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, όλοι στο χωριό απόρησαν με τον καπνό που έβγαινε από την καμινάδα του αρχοντικού.
Ο πανικός πήρε να φουντώνει μέσα τους και να τους πνίγει.
Δεν το συζήτησαν όμως καθόλου μεταξύ τους όλη μέρα. Κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του, αυτό που έβλεπαν όλοι, λες κι έτσι θα σκοτώνονταν το τέρας ακόμα μια φορά.
Όταν άρχισε ο ήλιος να γέρνει στη δύση του καίγοντας τον ουρανό, σαν να τους τραβούσαν αόρατα σκοινιά, μαζεύτηκαν όλοι, άντρες και γυναίκες, στην πλατεία του χωριού.
Εκεί τους βρήκε το σούρουπο.
Οι άντρες έστριβαν τα μουστάκια τους και μοίραζαν το βάρος τους πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο.Οι γυναίκες τραβολογούσαν τα σιωπηλά παιδιά γύρω τους.
Κάθε τόσο μόνο τα άδεια βλέμματά τους ξέφευγαν από τη νύχτα, ψάχνοντας  ψηλά σε εκείνον τον καπνό, που σαν δράκος τινάζονταν και ξερνούσε φλόγες, τις απαντήσεις που δεν έπαιρναν.
Ο φόβος έγινε μαχαίρι που τους έκοβε την ανάσα κι όλοι μαζί όρμησαν σαν κύμα, ανηφορίζοντας κατά το αρχοντικό.
Έτσι σιωπηλοί και τρομαγμένοι παρατάχτηκαν, άδεια σακιά, μπροστά στην εξώπορτα, καθώς μια αλλόκοτη αίσθηση τους είχε παραλύσει.
Η μεγάλη ξύλινη πόρτα άνοιξε τρίζοντας σαν να τους καταδίκαζε και μια γυναίκα που έμοιαζε να μετρά στις παράξενα στητές πλάτες της όλη την αιωνιότητα, τράβηξε τα χείλη της σε ένα αποτρόπαιο χαμόγελο, προσκαλώντας τους σαν σε γιορτή να μπουν στις φλόγες.
Ένας ένας διάβηκαν την πόρτα που έκλεισε με δύναμη πίσω από τον τελευταίο κι έμεινε σφραγισμένη, ώσπου οι φλόγες την έφτασαν και την έγλειψαν με πάθος πριν την εξαφανίσουν.
Μια φιγούρα στάθηκε παρακολουθώντας για ώρα τις φλόγες πριν αρχίσει να κατηφορίζει προς το ποτάμι.
Σε λίγο το σκοτάδι την είχε καταπιεί για πάντα.
Είναι κάποιες εποχές που οι άγγελοι δεν κατεβαίνουν καθόλου στη γη.
Είναι κάποιες εποχές που μόνο δαίμονες την περπατούν και οι άνθρωποι δε βρίσκουν ποτέ το δίκιο τους.
Να, σαν και τούτη που ζούμε τώρα…

5.Το crescendo των λέξεων
Θα ΄θελα να 'χα έναν άγγελο
να κάθεται στην άφωτη πλευρά του φεγγαριού
καιροφυλακτώντας για τους δραπέτες της μέγγενης του πόνου
και να τους δροσίζει με κρυστάλλινες σταγόνες.

Θα 'θελα να 'χα έναν δράκο
που με το πύρινο άνθος του θα σακατεύει την αναλγησία
και θ' αφήνει τα χέρια της κατάφορτα με ματωμένα άστρα
τρεμοπαίζοντας την αδήριτη ανάγκη της αίσθησης της υπαρξιακής αναγέννησης.

Θα 'θελα να 'χα μια νεράιδα
να ξεθωριάζει τις σκιές
να επουλώνει τις πληγές
και να σβήνει τον λεκέ της σήψης απ' τις ψυχές.

6. Ιστορία μυστηρίου
Ο πρωινός ήλιος φώτιζε την κουζίνα. Θα ήταν μία πολύ όμορφη κουζίνα, όλα εντοιχισμένα, ντουλάπια από μαόνι και πλακάκια από πεντελικό μάρμαρο, αν δεν υπήρχε αυτή στο πάτωμα. Άψυχη, πεσμένη ανάσκελα, με το μακιγιάζ ακόμα φρέσκο, έδινε την αίσθηση ότι απλώς κοιμόταν, περιμένοντας τις ακτίνες του ήλιου ή το μαγικό φιλί του πρίγκιπα για να ανοίξει τα μάτια της. Ούτε ο πιο δυνατός καλοκαιρινός ήλιος όμως, ούτε ο πιο πλούσιος όμορφος πρίγκιπας μπορούν να γυρίσουν το χρόνο πίσω. Ο ιατροδικαστής είχε μόλις ξεκινήσει τα τυπικά και ο αστυνόμος Μπέκας περιεργαζόταν το χώρο.  «Το δίχως άλλο δεν είναι πολλές οι ώρες που είναι νεκρή» σκέφτηκε, «θα μπορούσε να είναι δουλειά του δράκου του μεσονυχτίου, είχε ξεκληρίσει πολύ κόσμο και όλους μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, τον πιάσαμε όμως πριν δύο μήνες, όλοι κάνουν το μοιραίο λάθος κάποτε». Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο υπαστυνόμος.
- Αστυνόμε, οι μάρτυρες είναι έτοιμοι.
- Καλώς, θα ολοκληρώσω την αυτοψία μετά.
Ο αστυνόμος Μπέκας πήγε στο διπλανό δωμάτιο. Τρείς άντρες ήταν καθισμένοι στη σειρά. Ξεκίνησε από αυτόν που καθόταν στα αριστερά, για κάποιο παράξενο λόγο θεωρούσε ότι του φέρνει γούρι το αριστερά.
- Είστε ο αδερφός του θύματος και αυτός που τη βρήκε;
- Ναι..
- Τα θερμά μου συλλυπητήριά για την απώλειά σας.
- Δεν.. δεν μπορώ να το πιστέψω! Η αδερφή μου.. Πώς; Ποιός; Γιατί; Δεν..
- Καταλαβαίνω τα συναισθήματά σας, όμως το ερευνούμε ακόμα και χρειάζεται να σας κάνω κάποιες τυπικές ερωτήσεις.
- Εντάξει..
- Είχατε κλειδιά του σπιτιού;
- Ναι.. Με φιλοξενούσε συχνά η αδερφή μου και έχω δεύτερα κλειδιά, πάντα χτυπούσα το κουδούνι πρώτα, όμως σήμερα δεν άνοιγε..
- Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος που θα την ήθελε νεκρή;
- Όχι, αποκλείεται, η αδερφή μου ήταν ένας άγγελος, όλοι τη συμπαθούσαν.
- Ευχαριστώ.
Ο αστυνόμος προχώρησε στο δεύτερο μάρτυρα..
- Είστε ο αρραβωνιαστικός του θύματος;
- Ναι, περίπου, δεν το είχαμε επισημοποιήσει, όμως είχαμε έξι μήνες σχέση.
- Τα συλλυπητήριά μου.
- Ευχαριστώ.
- Ήρθατε μετά τον αδερφό της;
- Ναι, ανησύχησα επειδή δε με πήρε τηλέφωνο όπως είχαμε συμφωνήσει, ήρθα και είχε πάρει ήδη την αστυνομία.. Είμαι σίγουρος ότι αυτό το κάθαρμα ο διευθυντής της τη δηλητηρίασε, μιλάμε για τέρας αναλγησίας! Δε μπορείτε να φανταστείτε τι σήψη επικρατεί εκεί που δούλευε!
- Ευχαριστώ.
Η ώρα του τρίτου μάρτυρα είχε φτάσει.
- Είστε συνάδελφος του θύματος;
- Ναι, άργησε να έρθει στη δουλειά, δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, ήταν πάντα τυπική, ήρθα να δω αν είναι καλά, δεν μπορώ να καταλάβω τι στην ευχή έγινε, όλοι την υπεραγαπούσαν στο γραφείο..
- Το ερευνούμε.. Ευχαριστώ!
Ο αστυνόμος επέστρεψε στην κουζίνα, ο ιατροδικαστής είχε τελειώσει.
- Τι έχουμε, τον ρώτησε.
- Δεν υπάρχει κανένα ίχνος πάλης, τραύματος ή απαγχονισμού. Η κοπέλα είτε δηλητηριάστηκε είτε πήγε από κάτι παθολογικό, θα ξέρουμε σίγουρα μετά την τοξικολογική.
- Υπαστυνόμε, φώναξε ο Μπέκας.
- Ναι;
- Πρόκειται για φόνο και ξέρω ποιος το έκανε!
Λυπάμαι που δεν μπορώ να εξηγήσω ποιoς το έκανε, όμως το παιχνίδι έχει όριο λέξεων, πάντως πιστεύω ότι θα καταλάβατε μόνοι σας..

7. Εξομολόγηση
Αμάρτησα Κύριε.
Να υγραθούν οι οφθαλμοί
πόθησα όσο τίποτα.
Απάλλαξέ με απ’ την ατάραχη  αναλγησία
των αγγέλων.
Του δράκου την ανάσα να γευτώ
θέλησα Κύριε.
Το φθαρτό κορμί.
Η μυρωδιά του, αιώνιο στοιχειό
κι οι  αισθήσεις γύρω μου ανύπαρκτες.
Δέξου  ένα ζευγάρι φτερά απανθρακωμένα
και δώσε μου σήψη Κύριε.
Στο χώμα σου ν’ ανήκω.
Αγκάθια πορφυρά
στην πλάτη επιθυμώ.
Καταδίκασέ με Κύριε να μην ξαναπετάξω.

8.Προσευχή
Θεέ μου θα ήθελα να μου χαρίσεις δύο ζευγάρια φτερά
Το ένα να είναι σαν αυτά που είχαν οι δράκοι
των παραμυθιών, για να μπορώ να πετάξω
και με την πύρινη ανάσα μου να κατακάψω
την κακία, την  υποκρισία, την αναλγησία
και την σήψη  τούτης της κοινωνίας
και το άλλο να είναι φτερά  αγγέλου
για να αγκαλιάσω κάτω από τις φτερούγες μου
ό,τι καλό θα απομείνει, να το ζεστάνω
για να  πολλαπλασιαστεί και να απλωθεί παντού
χαρίζοντας την αίσθηση της ευτυχίας και της αγάπης.
Για να ξαναθυμηθούμε πως είμαστε άνθρωποι!
Αμήν!

9.Λίγες στιγμές ευτυχίας.
Με λένε Μαύρο. Είμαι γέρος. 25 πατημένα. Έζησα πολύ όμορφες στιγμές. Βόλτες, εκδρομές, γάμους. Βοήθησα τους ανθρώπους στις δουλειές τους, κουβάλησα αμέτρητα κιλά φορτίο. Τους συντρόφευσα στις δύσκολες στιγμές. Τους ηρεμούσα καλπάζοντας στα λιβάδια. Χαλάρωναν μαζί μου, με σέβονταν, με πρόσεχαν και με αγαπούσαν. Μα και γω όμως ήμουν βολικός και υπάκουος. Και ας ήμουν επιβήτορας.
Τώρα πως βρέθηκα να ζω αυτήν την φρίκη δεν θυμάμαι. Τα έχω λίγο θολά στο μυαλό μου. Το σίγουρο είναι ότι έχω αλλάξει αφεντικό. Η αναλγησία του δεν έχει όρια.
  Πεινάω και διψάω φρικτά. Κάποιες φορές βλέπω και πράγματα που δεν υπάρχουν. Προχθές είδα μια ολόλευκη φοράδα να τρέχει καταπάνω μου. Τρελάθηκα. Τελικά ήταν απλά ένα φορτηγό που περνούσε το δρόμο.
  Τα πόδια μου έχουν στραβώσει και πονάω. Νομίζω ότι έχω πεθάνει και η μυρωδιά της σήψης μου  έχω απλωθεί παντού. Κρυώνω πολύ τα βράδια και φοβάμαι. Μα αυτό που με πεθαίνει είναι η μοναξιά. Μόνος εδώ, δεμένος, να βλέπω τα αυτοκίνητα να περνούν και να μη σταματά κανένα. Κανένας δεν αναρωτιέται γιατί είμαι ξαπλωμένος. Είναι μέρες που παρακαλάω να εμφανιστεί ένας δράκος και να κάνει μια χαψιά. Να μην υπάρχω.
  Μα κάτι ακούω. Τι θόρυβος είναι αυτός; Μια πόρτα ανοίγει δίπλα μου και μια ράμπα κατεβαίνει. Δεν καταλαβαίνω και πολλά. Ο πόνος μου έχει αφαιρέσει κάθε ένστικτο, ακόμα και αυτό της επιβίωσης. Το μόνο που νιώθω είναι μια ζεστασιά γνώριμη. Μια γλυκιά φωνή από τα παλιά και ένα χάδι στην χαίτη μου. Συγκεντρώνω ότι δύναμη μου έχει απομείνει, σηκώνομαι και ανεβαίνω στο φορτηγό.
  Σε λίγο φτάνουμε σε ένα καταπράσινο δάσος. Μυρίζει πεύκο και κοπριά. Μα η πιο όμορφη μυρωδιά είναι αυτή των άλλων αλόγων. Μα τι ευτυχία είναι αυτή! Φρέσκο νερό και σανό πεντανόστιμο. Έχω και σπίτι. Και αυτή η φοράδα που με κοιτά επίμονα από τον απέναντι στάβλο... μα τι πανδαισία συναισθημάτων!
  Η νύχτα μου πέρασε ήρεμα και το πρωί ήρθε γλυκά και εύκολα. Το φως της μέρας με βρήκε ξαπλωμένο ανάμεσα στο μυρωδάτο ροκανίδι. Χορτάτο, ζεστό και ευτυχισμένο. Ένας άγγελος κατέβηκε από τον καταγάλανο ουρανό και μου έκανε νόημα. Και έτσι, με αυτήν την υπέροχη αίσθηση στο μυαλό μου, ξεψύχησα.

10. Αντιστροφή
Βουρκωμένος αναλογίστηκε,
πώς μ' αναλγησία περισσή,
οι άνθρωποι σε δράκο τον μεταμόρφωσαν,
την αίσθηση της σήψης τους χρεώνοντάς του.
Και, διπλωμένος στα όμορφα φτερά,
σε λυγμούς ξέσπασε,
ο Άγγελος του θανάτου.

11. Η πριγκίπισσα Ρούλα
“Αν δεν φας το παραμύθι σου, θα έρθει ο δράκος να σε κάνει τας-κεμπάπ!”
“Κι αν το φάω;”  ρώτησα μια μέρα.
“Θα έρθει ο πρίγκιπας καβάλα στ’ άσπρο του άλογο, να σε πάρει για  πριγκίπισσα στο  παλάτι του!”
“Οκέϊ κατάλαβα! Φλόμωσέ με στο παραμύθι!...”
Για λόγους ασφαλείας, στο λύκειο διάλεξα δέσμη “Σταχτοπούτας” και ήμουν συνεπής στο ραντεβού μου με τον πρίγκιπα. Ήρθε καβάλα σε παπί, ένα βράδυ που είχαμε παραγγείλει πίτσες.  Ένας ξανθός, γαλανομάτης άγγελος  μου παρέδωσε τις πίτσες κι εγώ την καρδιά μου.
“Πώς σας λένε;” με ρώτησε την ώρα που έφευγε.
“Γρηγορία” του είπα. “Για λόγους συντομίας Ρούλα. Εσάς;”
“Τάκης απ’ το Παναγιώτης” μου απάντησε λάγνα.
Για λόγους συντομίας, πετσοκόψαμε ονόματα, όνειρα και αισθήσεις. Ερωτευτήκαμε,  παντρευτήκαμε και γίναμε γονείς, με το χρονόμετρο στο χέρι. Ο επόπτης-μπαμπάς έμεινε ευχαριστημένος απ’ τις επιδόσεις μας κι η μαμά δεν σταμάτησε στιγμή να με συμβουλεύει πώς να γίνω καλή μαγείρισσα, υποδειγματική νοικοκυρά, στοργική μάνα και παραχωρητική σύζυγος. Για λόγους συντομίας, παρέλειψε το κεφάλαιο “Γυναίκα”. Κάτι ροζ όνειρα που είχα εκείνη την εποχή, τσαλακώθηκαν  και κιτρίνισαν στο βάθος ενός συρταριού. Για λόγους ευρυθμίας.
 Άλλαξα ρόλο από κόρη σε μάνα με επισκληρίδιο αναλγησία, νομίζοντας πως θα γλυτώσω τις οδύνες της μητρότητας. Κανείς δεν μου είχε πει πως το παραμύθι τελείωνε, εκεί ακριβώς που άρχιζε η ζωή.  Στο μεταξύ, ο Πρίγκιπας-Τάκης έπιασε δεύτερη δουλειά και τα βράδια γύρναγε σπίτι κατάκοπος. Έτρωγε, γκρίνιαζε και κοιμόταν. Για λόγους πειθαρχίας, δεν παραπονέθηκα ποτέ για τίποτα. Το σιδερωμένο ρούχο, το γυαλισμένο παρκέ και το ζεστό φαί, ήταν οι στόχοι της νιότης μου. Το μικρό κορίτσι που κρυβόταν μέσα μου, μεγάλωσε παρέα με την κόρη μου. Τα βράδια έπαιζα κρυφά με τις κούκλες της.  Και τα πρωινά που έλειπε στο σχολείο, στόλιζα τα μαλλιά μου με τα κοκαλάκια της. Ίσως να είναι απ’ τα λίγα  κορίτσια που δεν δοκίμασαν ποτέ τις γόβες της μαμάς τους. Απ’ την αλάνθαστη παιδική της διαίσθηση, μου παραχώρησε κι αυτό το παιχνίδι της. Για λόγους ευαισθησίας.
Με λέγανε Γρηγορία νομίζω. Είμαι απροσδιορίστου ηλικίας, αφού έχασα το μέτρημα στην πορεία του παραμυθιού. Κάποιοι με φωνάζουν “Μικρομάνα”, κι άλλοι “Μεγαλοκοπέλα”. Ο μπαμπάς συνεχίζει να με φωνάζει “Κορίτσι του”. Κι η μαμά μοιράζεται μαζί μου τα μυστικά της, λες κι  είμαστε  φίλες. Ο πρίγκιπάς μου έχει παραδώσει το φωτοστέφανο της νιότης του, στην εκατόμβη της σχέσης μας. “Γερνάω” μου είπε προχτές. “Γερνάμε μαζί” του είπα. “Ζήσαμε ένα βολικό παραμύθι. Ίσως να ήταν ασφαλέστερο από μιαν άβολη αλήθεια”…
Η κόρη μου κουλουριάζεται δίπλα μου κάποια βράδια και κοιμάται γαλήνια στην αγκαλιά μου.
Της διηγούμαι ιστορίες με αλήθειες και δράκους.

Τη συμβουλεύω να αποφεύγει δια ροπάλου τα παραμύθια, γιατί έχουν πάρει στο λαιμό τους πολλά κορίτσια.

Και κάποια Σταχτοπούτα που υπήρχε μια φορά κι έναν καιρό,  βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη σήψη.


12.Mη παρακαλώ σας, μη.
Σε τούτο τον παραμυθένιο τόπο δεν υπάρχουν άγγελοι μήτε δράκοι. Φοβήθηκαν οι άγγελοι την τόση κακία και το ψέμα και πέταξαν για πιο φιλόξενες γειτονιές στην άλλη μεριά του ήλιου. Κιοτέψανε οι δράκοι μπροστά στους πυκνούς καπνούς που μαύρισαν τον ουρανό και κατάπιαν τη φωτιά τους. Η κακιά μητριά βούτηξε απελπισμένη μες στον καθρέφτη της σαν αντίκρισε την αναλγησία των νάνων που προδώσαν αναίσχυντα τη Χιονάτη για λίγο ανάστημα. Η γριά μάγισσα έσκισε τα ξόρκια της. Δεν πιάνουν εδώ μαγικά και ξόρκια! Κι η ωραία κοιμωμένη, χρόνια σε λήθαργο, ανάπηρη πια απ’ την ακινησία, περιμένει μακάρια τον πρίγκιπα να τη φιλήσει.
Μα ο πρίγκιπας χτύπησε στη μπάλα, έπεσε απ’ το ποδήλατο, πήρε καμτσίκι και καβάλησε το καλάμι κι ετοιμάζεται να φορέσει πάλι ζιβάγκο. Του τάξανε προίκα μεγάλη εις τας Εσπέρας. Στο κάτω-κάτω ποτέ δεν την αγάπησε. Και την πριγκιπική στολή, που άλλοι σε ξένα βασίλεια ράψανε στα μέτρα τους, τη φόρεσε για να τη θαμπώσει μην αντικρίσει κατάματα το αδειανό του σαρκίο. Το φιλί του μυρίζει προδοσία κι αυταπάτη.
Τα όρνια μόνο απόμειναν να καιροφυλακτούν πάνω απ’ το ανήμπορο κορμί της κυκλώνοντάς την επίμονα, απειλητικά, όλο και πιο κοντά, πιο κοντά....και τα ιθαγενή σκουλήκια που χαίρονται και χορταίνουν με τη σήψη της.  Μια αίσθηση ανατριχίλας τη διαπερνά, όταν τα νιώθει, δυσώδη, αποκρουστικά, αδηφάγα, να σέρνονται πάνω της. Πως δεν τα ‘χε προσέξει τόσο καιρό που την είχαν κυκλωμένη; Πως τα πέρασε για κύκνους, για γλαροπούλια, για ανθρώπους; Πως θάρρεψε τη φυλακή για αγκαλιά;
Κι οι αγωγιάτες, σώμα απ' το σώμα της, βγάζουν τα καπέλα τους και χάσκουν απορημένοι, φοβισμένοι και θυμωμένοι. Τ' αγώι λιγόστεψε, το βυζί στέρεψε κι αυτοί τρώνε τις σάρκες τους. Φύρα ο θυμός τους. Τα σκουλήκια χορεύουν και τη μοιράζουν πρόσφορο. Τα όρνια χειροκροτούν κι ακονίζουν τα δόντια τους.
Μα αυτή δεν κουνά. Τα βλέφαρα πεταρίζει μόνο καθώς κυλούν βουβά τα δάκρυα. Γέρασε, δεν έχει μύες, δεν έχει νεύρα, τα ιερά της κόκαλα σκόνη σκορπισμένη στην ιστορία. Το αίμα των αρχαίων της προγόνων, βαρύ αποτύπωμα κι ανέκδοτο μαζί, έχει παγώσει.
Τόσο παραμύθι κι ούτε ένας από μηχανής θεός! Ούτε ένας Δον Κιχώτης! Κι ο ήλιος ο νοητός που τη γέννησε της καίει τώρα το πρόσωπο. Ξεράθηκαν τα χείλη της για λίγη ελπίδα...
Μη, παρακαλώ σας, μη!

13. Ο πυροσβέστης
Δεν έχω κλείσει μάτι απόψε, πηγαινοέρχομαι στο  άδειο σπίτι, τεντώνω τ΄ αυτιά μου στον παραμικρό ήχο και ξαπλώνω μπροστά στην εξώπορτα περιμένοντας ν΄ ακούσω το γνώριμο ήχο από τα βήματά του.
Η ανησυχία και ο φόβος με κάνουνε να γρυλίζω παραπονιάρικα και να χτυπάω την ουρά  μου στο πάτωμα,
απεχθάνομαι τις ατέλειωτες ώρες της αναμονής, γιατί ξέρω ότι η πολύωρη απουσία σημαίνει επιχείρηση, μάχη με τη φωτιά, κίνδυνο και αυτοθυσία.
 Ξαναζώ την οδυνηρή η ιστορία της συνάντησής μου με το σωτήρα άγγελό μου που δεν θα  ξεχάσω ποτέ….
Θυμάμαι τον εαυτό μου  σε ένα μεγάλο  εργοστάσιο,  όπου με φρόντιζε  ο  Αγαθοκλής ο επιστάτης,  μαζί του τριγυρνούσα όλη μέρα, μαζί του έτρωγα, μαζί του κοιμόμουνα ……
Εκείνο το απόγευμα είχα αντιληφθεί από νωρίς τους περίεργους κρότους και κυρίως τις διαφορετικές οσμές που ξεχυνόντουσαν στο χώρο, όχι πως μύριζε ποτέ ευχάριστα, ειδικά κοντά στο βιολογικό καθαρισμό η απαίσια μυρωδιά της σήψης, ήτανε ανυπόφορη .
Προσπάθησα με κάθε τρόπο, να προειδοποιήσω τον Αγαθοκλή, στριφογύριζα, γαύγιζα, γρύλιζα αλλά εκείνος με χάιδευε και με καθησύχαζε : «Σώπα, σώπα τι έπαθες»
Οσμίστηκα  έγκαιρα τη φωτιά που πλησίαζε κι άρχισα να γρατζουνάω την πόρτα του μικρού γραφείου γαυγίζοντας μανιασμένα, όταν επιτέλους  άνοιξε  ο Αγαθοκλής , μας   τύλιξε ορμητικά ο καπνός,   δυο τρία βήματα πρόλαβε να κάνει βήχοντας και σωριάστηκε στο έδαφος. ΄Ορμησα επάνω του, προσπάθησα να τον συνεφέρω γλείφοντας το πρόσωπό  και τα χέρια του, η φωτιά πλησίαζε και έχοντας την αίσθηση του κινδύνου, δάγκωσα δυνατά το μπατζάκι του παντελονιού του και άρχισα να τον σέρνω.
Ο καπνός είχε γεμίσει τα πνευμόνια μου, τα μάτια μου τσούζανε ο ήχος εκρήξεων  τρυπούσε τ΄ αυτιά μου,   τζάμια  σπάζανε  κι ο αέρας λυσσομανούσε στροβιλίζοντας γύρω μας  κάφτρες και  στάχτη. 
΄Οταν άκουσα το θόρυβο από τις σειρήνες της πυροσβεστικής και τον ήχο των ελικοπτέρων που αρχίσανε τις ρίψεις νερού, παρ΄ όλο που δυσκολευόμουνα ν΄ανασάνω, άρχισα να γαυγίζω με όλη μου τη δύναμη ώσπου κάποιοι επιτέλους με ακούσανε και ορμώντας μέσα  στις φλόγες,    πήρανε τον Αγαθοκλή μακριά.  Προσπάθησα ν΄ απομακρυνθώ  από τις πύρινες γλώσσες της φωτιάς  που σαν ανάσες δράκου ξεχυνόντουσαν από παντού….  με είχανε περικυκλώσει όταν εμφανίστηκε ο σωτήρας μου πάνω σε μια πελώρια σκάλα, αιωρήθηκε στο κενό και απλώνοντας τα χέρια του  με άρπαξε από το περιλαίμιο . Τελικά  σώθηκα χάρη στον ηρωισμό και την αυτοθυσία του, με καψαλισμένες  πατούσες ,  αυτιά και  ουρά .
Λούφαξα σε μια γωνιά  κι όταν μετά από ώρες η πυρκαγιά σβήστηκε, πλησίασα τους πυροσβέστες που  καθίσανε αποκαμωμένοι να πάρουνε μια ανάσα κοιτάζοντας τα θλιβερά  αποκαΐδια που καπνίζανε και τότε, άκουσα τη φωνή του :  
«Εμπρησμός είπε, οι άτιμοι βάλανε φωτιά  στα πεύκα πάνω στο λόφο  που επεκτάθηκε στο εργοστάσιο λόγω του ανέμου…..»  , άκουγα την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, μύριζα τον ιδρώτα του ανακατεμένο με τη στυφή μυρωδιά του καπνού, ένιωθα την αίσθηση της απόλυτης οργής που τον είχε καταλάβει για την αναλγησία των εγκληματιών και όρμησα στην αγκαλιά του, έτριψα τη μουσούδα μου στο πρόσωπό του, έγλειψα μ΄ ευγνωμοσύνη  τα χέρια του, μόλις  ένα δευτερόλεπτο πριν  ξεσπάσει  σ΄ ένα γοερό κλάμα…
   
14.Σύγχρονο Κωσταλέξι
Άγγελος σωστός στην ψυχή και στην εμφάνιση η Αννιώ, έβγαινε βόλτα κι όλα τα βλέμματα στρέφονταν πάνω της.
Τότε ήρθε εκείνος στη ζωή της.
Ωραίο παιδί κατά κοινή ομολογία, πολλά υποσχόμενος, εύκολα την κατέκτησε.
Μόνο που η Ασημίνα, η μάνα του, άσχημη και δύστροπη γυναίκα, που ολημερίς σταυροκοπιόταν στην εκκλησία,  είχε άλλες βλέψεις για τον κανακάρη της. Τι δεν έκανε η παλιογυναίκα! Τον απειλούσε πως θα τον αποκληρώσει και σαν δράκος άνοιγε το στόμα της και πέταγε ριπές από φλόγες να κάψει την Αννιώ.
Μαράζωνε το κορίτσι μαθαίνοντας  πως την κακολογούσε παντού.
Σαν τελείωσε εκείνος τη στρατιωτική του θητεία, τη ζήτησε απ’ τον πατέρα της και του υποσχέθηκε πως θα την είχε βασίλισσα τη μονάκριβή του κόρη.
Η Ασημίνα παραβρέθηκε στο γάμο για τα μάτια του κόσμου, ψιθυρίζοντας κατάρες αντί για ευχές.
Ισχυρός χαρακτήρας εκείνος, σύντομα  επιβλήθηκε στην Αννιώ και της αφαίρεσε κάθε δικαίωμα να παίρνει αποφάσεις στο σπίτι και να ανακατεύεται στις δουλειές του. Με την έπαρση κύριο χαρακτηριστικό του, κληρονομιά από τη μάνα του, προέβαλε τον εαυτό του  και με όπλο την ευγλωττία του, γινόταν επίκεντρο όπου βρισκόταν. Όταν μίλαγε, είχες την αίσθηση πως επρόκειτο για επιτυχημένο μεγαλοεπιχειρηματία. Με το λέγειν  του ψάρευε αφελείς, που του  εμπιστεύονταν τα λεφτά τους για ν’ ανοίξουν μαζί επιχειρήσεις. Όσο εύκολα τις άνοιγε άλλο τόσο εύκολα τις έριχνε έξω και τις έκλεινε. Με τον τρόπο αυτό απέσπασε  και από την πεθερά του ό,τι οικονομία είχε αφήσει ο πεθερός του, μόλις πέθανε και την ξεκοκάλισε.
Στο μεταξύ αυτά τα χρόνια γεννήθηκαν τα  δυο κορίτσια τους μα η κακότροπη Ασημίνα δεν μαλάκωσε και δεν γλύκανε ούτε μ’ αυτά. Πέθανε όμως λίγο αργότερα από καρκίνο και νόμισε η Αννιώ πως γλύτωσε από το βάσανο που της φαρμάκωσε τα νιάτα της. Αμέσως μετά εκείνος ξεπούλησε όσα ακίνητα του άφησε η Ασημίνα, με το πρόσχημα πως υπήρχαν έκτακτες ανάγκες στις επιχειρήσεις του και πως αυτές οι  κινήσεις θα του απέδιδαν σύντομα τα διπλά. Στην πραγματικότητα με αυτά τα λεφτά προσπαθούσε να ξεχρεώσει τα εκτός ελέγχου χρέη του.
Η Αννιώ σύντομα αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά κι αποφάσισε κάνοντας μαθήματα Γαλλικών να βοηθήσει στα έξοδα του σπιτιού ενώ αυτός συνέχισε την ίδια τακτική ώσπου μια μέρα έφθασε χαρτί κατάσχεσης του σπιτιού.
Τότε ξύπνησε απ’ το λήθαργο η Αννιώ κι έπεσε σε   βαριά κατάθλιψη.
Τα κορίτσια μεγάλωσαν. Η μία έγινε φιλόλογος, η άλλη σπουδάζει ιατρική. Καλά παιδιά αλλά άβουλα κάτω από τον σαρωτικό χαρακτήρα του πατέρα τους.
Το μυαλό της Αννιώς σιγά - σιγά πέρασε σε κατάσταση σήψης. Δεν άντεξε στα  βάσανα. Σήμερα, στα πενήντα πέντε της, βρίσκεται με άνοια, περιορισμένη μέσα στο σπίτι κάτω από άθλιες συνθήκες, αβοήθητη, χωρίς ιατρική περίθαλψη, χωρίς να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Δεν αναγνωρίζει ούτε τα παιδιά της.  
Εκείνος  κρύβεται γιατί τον κυνηγάνε οι δανειστές του. Απαγόρευσε στην ογδοντάχρονη μάνα της να της αγοράζει τα φάρμακά της και να την βλέπει και στα παιδιά  να φροντίσουν για νοσηλεία ή περίθαλψή της. Εγκαταλελειμμένη  λιώνει μέρα με τη μέρα η Αννιώ σ’ ένα σύγχρονο Κωσταλέξι δέσμια της  σκληρότητας και  της αναλγησίας του.


15.Φύλακας άγγελος
Κοίταξε από ψηλά το ολόλευκο δωμάτιο. Ένα μεγάλο παράθυρο στ’ αριστερά. Δίπλα, ένα μικρό τραπέζι με δυο πολυθρόνες. Στη μέση του δωματίου ένα μονό κρεβάτι, στρωμένο με επίσης λευκά σεντόνια. Η απουσία κάθε χρώματος ήταν σχεδόν εκτυφλωτική και μια μυρωδιά σήψης κυριαρχούσε στο χώρο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο θάλαμος ενός νεκροτομείου.
Πάνω στο κρεβάτι, ένα νεαρό γυναικείο κορμί, από όπου ξεπηδούσαν διάφορα καλώδια και σωληνάκια που κατέληγαν σε κάτι τετράγωνα κουτιά. Ήταν εντελώς ακίνητη. Αν δεν ακουγόταν αυτό το μονότονο «μπιπ» από κάποιο μηχάνημα, τίποτα δεν θα μαρτυρούσε πως το σώμα αυτό έκρυβε ίχνος ζωής μέσα του.  Τα μαλλιά της, μακριά, στο χρώμα του κάστανου, απλώνονταν λυτά στο μαξιλάρι. Τα μάτια της σφαλισμένα. Η αναπνοή της κοφτή, ανεπαίσθητη. Πλησίασε να την παρατηρήσει καλύτερα. Καθώς το βλέμμα της ανέβηκε αργά από τα πόδια στην κοιλιά, στο στήθος κι έπειτα στο πρόσωπό της, μια κραυγή βγήκε από το στόμα της. Η γυναίκα στο κρεβάτι ήταν εκείνη, η ίδια! Μα τότε … πώς;… Ω, ναι! Ξαφνικά κατάλαβε. Ξαφνικά, τα θυμήθηκε όλα! Το ατύχημα, τα τεράστια φώτα του φορτηγού να την πλησιάζουν απειλητικά, εκείνο τον ανατριχιαστικό θόρυβο που κάνουν τα κόκαλα όταν σπάνε…
Ένιωσε μια παγωμένη αίσθηση να την τυλίγει. Φόβος; Πόνος; Καθώς η ματιά της περιπλανήθηκε και πάλι στο χώρο, άλλες αναμνήσεις άρχισαν να την κατακλύζουν. Τότε που, μικρό κοριτσάκι ακόμα, σε ένα παρόμοιο δωμάτιο νοσοκομείου, πιο λιτό και πιο μικρό ακόμα – παρότι έμοιαζε τεράστιο στα παιδικά της μάτια- αναγκάστηκε να αποχαιρετίσει τη μητέρα της. Δεν ήταν η απροσεξία κάποιου οδηγού που την είχε πάρει μακριά της, αλλά η αναλγησία κάποιων δήθεν γιατρών. Δυο χρόνια παραπονιόταν για πόνους χαμηλά στην κοιλιά η μάνα της, μήνες ολόκληρους έβλεπε αίμα στο εσώρουχό της, όμως κανείς δεν της έδωσε σημασία. Ουρολοίμωξη, κυστίτιδα, ακόμα και ψυχολογικά αίτια της είχαν διαγνώσει. Όταν τελικά ανακάλυψαν τον καρκίνο, εκείνος είχε απλωθεί σε όλο της το κορμί και το έκαιγε, όπως οι φωτιές που βγάζουν οι δράκοι στα παραμύθια. Ένας τέτοιος δράκος ήταν κι ο θάνατος της μαμάς της, που ένιωσε πως θα την καταβρόχθιζε, θα την κατάπινε ολόκληρη. Η γιαγιά της, που από τότε τη μεγάλωσε με τόση αγάπη, της είχε πει πως, αν το πίστευε, η μαμά της θα ερχόταν στον ύπνο της σαν άγγελος να την προστατεύει, κάθε φορά που θα είχε ανάγκη τη βοήθεια και τη συμβουλή της. Εκείνη το πίστεψε. Και πράγματι, από τότε, όποτε ένιωθε στεναχωρημένη, ονειρευόταν τη γλυκιά της μορφή, με φτερά αγγέλου στην πλάτη, να της χαμογελάει. Και πάντα ένιωθε καλύτερα.
Στη σκέψη της μητέρας της, μια γλυκιά ζεστασιά την τύλιξε. Ξάφνου, μια ουράνια μελωδία έφτασε στα αφτιά της, αρχικά μακρινή, μα σιγά - σιγά όλο και πλησίαζε. Το λευκό δωμάτιο της φαίνονταν τώρα πιο αστραφτερό, λες κι ένα απόκοσμο φως το είχε λούσει από κάθε γωνιά. Γύρισε προς το παράθυρο κι αντίκρισε τη μητέρα της, ακριβώς όπως την επισκεπτόταν στα όνειρά της. Γαλήνια, γελαστή, με δυο λευκά φτερά στην πλάτη και με τα χέρια της ορθάνοιχτα, να την προσκαλούν σε μια μεγάλη αγκαλιά! Η καρδιά της πλημμύρισε αγαλλίαση! Επιτέλους θα ξανάσμιγαν! Άνοιξε κι εκείνη τα χέρια της κι ετοιμάστηκε να τρέξει στην αγκαλιά της. Τότε, η πόρτα άνοιξε κι όρμησε στο δωμάτιο ένα μικρό κοριτσάκι, με τα καστανά της μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και με ένα μπουκετάκι στα χεράκια της. Ήταν η κόρη της. Πίσω της ακριβώς ένας νεαρός άντρας, με βουρκωμένα μάτια, που προσπαθούσε με δυσκολία να χαμογελάσει στη μικρή. Το κοριτσάκι πλησίασε στο κρεβάτι κι ακούμπησε το ζεστό του χέρι στο παγωμένο δικό της.
-Μαμά! Μαμά! Αυτό είναι για σένα, είπε και ακούμπησε τα λουλούδια ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
Κοίταξε την κορούλα της τρυφερά κι έπειτα στράφηκε και πάλι στη μητέρα της.


-Λυπάμαι μαμά. Τώρα έχω άλλον άγγελο να με φυλάει. Και της χαμογέλασε, αποχαιρετώντας την. Καθώς η μορφή απομακρυνόταν, της φάνηκε σαν να της έκλεισε το μάτι.
Τα ερμητικά κλειστά βλέφαρα τρεμόπαιξαν για λίγο κι έπειτα άνοιξαν εντελώς.
-Μαμά;
-Μωρό μου…