Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

2η ανάρτηση ιστοριών του 8ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ιστορίες από 8 έως και 17


8. Ανυποψίαστη καλοσύνη

   Δευτέρα 5 Μαΐου 2014, 7 το πρωί. Ο Κώστας ξύπνησε σήμερα χωρίς ξυπνητήρι, έχει άδεια για όλη τη βδομάδα.
   Ο Κώστας είναι 32 χρονών, ζει μόνος, χωρίς υποχρεώσεις, ανέμελος και ήρεμος. Στην επιχείρηση που εργάζεται τον εκτιμούν για την εργατικότητά του και την καλή του διάθεση. Είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του. Κοιτάζει τη δουλειά του, δεν πειράζει κανέναν, δεν ασχολείται με την πολιτική. Στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του, λίγο τηλεόραση, λίγο διαδίκτυο, ευκαιριακές σχέσεις με κορίτσια, χωρίς προβληματισμούς για παντρειές και οικογένειες.
   Η κρίση δεν τον άγγιξε. Δεν προβληματίζεται ιδιαίτερα για τη φτώχεια που ήρθε. Η επιχείρηση εξάγει τα προϊόντα της στην Ευρώπη και παραμένει ακμαία.
   Ώρα 7 και μισή. Ο Κώστας πίνει τον καφέ του, αραγμένος στον καναπέ και χαζεύει στην τηλεόραση. Κάποια στιγμήστην οθόνη, μια μικρή πλατεία τής Αθήνας, η εκπομπή απ’ ευθείας. Μοιράζουν τρόφιμα δωρεάν και γίνεται σκοτωμός. Πιάνει ν’ αλλάξει κανάλι.
    Ξαφνικά πετάγεται και πλησιάζει να δει καλύτερα. Πρέπει να είναι αυτή, η Μαρίνα, ναι αυτή είναι, στημένη στην ουρά.
   Ντύνεται γρήγορα και κατεβαίνει με τα πόδια από τον τρίτο στην πυλωτή. Μπαίνει στ’ αμάξι και ξεκινά φουριόζος.
   Η Μαρίνα είναι η τελευταία του σχέση. Έντεκα μήνες, πρώτη φορά τόσο πολύ. Συνήθως στους έξι-εφτά μήνες, όπως εύκολα ξεκινούσε μια σχέση, χωρίς υποσχέσεις, το ίδιο εύκολα την τελείωνε, πάντα με καλό τρόπο. Με τη Μαρίνα κάτι αλλιώτικο, δε θέλει να ξεκόψει, είναι μια κοπέλα διαφορετική από τις άλλες. Έχουν ολοκληρωμένη σχέση, συναντιούνται δυο-τρεις φορές την εβδομάδα στο σπίτι του. Η Μαρίνα δουλεύει σ’ ένα μάρκετ, μισό ωράριο, και όλο ψάχνει για δεύτερη δουλειά. Προσπάθησε πολλές φορές να της κάνει κάποιο δώρο αξίας αλλά ποτέ δεν το δέχτηκε. Τις λίγες φορές που βγαίνουν για καφέ, η Μαρίνα πάντα πληρώνει τα μισά. «Είμαστε κι οι δυο εργαζόμενοι» λέει.
   Βρήκε με δυσκολία μια θέση για τ’ αμάξι κι έτρεξε προς την πλατεία. Την είδε να απομακρύνεται με μια σακούλα στο χέρι και να σταματά στη γωνία τού δρόμου. Άφησε τη σακούλα μπροστά σε κάποιον που καθόταν ανήμπορος σ’ ένα πεζούλι και συνέχισε με σφιχτό βηματισμό.
   Την έφτασε την ώρα που άνοιγε την είσοδο μιας παλιάς οικοδομής.
-Μαρίνα!
-……...
-Μαρίνα εδώ μένεις;
-Ναι, ξέρεις Κώστα, δεν, να δεν  μπόρεσα, θα έλεγα…
   Την έπιασε απ’ το χέρι και προχώρησαν. Κατέβηκαν μερικά σκαλοπάτια. Μπήκαν σε μια ημιυπόγεια γκαρσονιέρα. Δυο κρεβάτια, ένα τραπεζάκι, δυο καρέκλες ψάθινες, ένα ράφι με αρκετά βιβλία.
-Το άλλο κρεβάτι είναι της συγκατοίκου μου, μοιραζόμαστε τα 160 ευρώ τού ενοικίου.
   Άναυδος βλέπει κι ακούει ο Κώστας. Περιεργάζεται με το βλέμμα το χώρο. Ένα κύμα φουσκώνει απότομα μέσα του. Πρωτόγνωρο. Τώρα συνειδητοποιεί τι είναι η φτώχεια. Μα πιο πολύ, τώρα καταλαβαίνει τον άνθρωπο που έχει δίπλα του.
-Μαρίνα μου!
Πρώτη φορά έβαζε αυτό το ΜΟΥ, με όλη τη σημασία του, στο όνομα μιας γυναίκας.
-Μαρίνα μου!                               
Την ξαναγκάλιασε σφιχτά. Ήθελε να πει πολλά στην καλή του μάγισσα που τον έβγαζε από την ανυποψίαστη καλοσύνη του. Η ταραχή του μεγάλη. Μπόρεσε να ψιθυρίσει «Μαρίνα μου, είσαι ευλογία για μένα»!
-Κώστα μου! Καλέ μου Κώστα!

9.Μάνα-γιος=???

«Δεν θέλω! Σου είπα ότι δεν θέλω να πλύνω τα δόντια μου», φώναξε το τετράχρονο αγοράκι στην μαμά του χτυπώντας να πόδια του δυνατά στο πάτωμα.
Ήταν η πέμπτη συνεχόμενη μέρα μετά το τελευταίο εμβόλιο που το αρνάκι της είχε μετατραπεί σε… κατσικάκι! Αντίδραση, φωνές, τσιρίδες και μια ζωηράδα πρωτοφανής για το παιδάκι της που σε γενικές γραμμές ήταν πάντα υπάκουο και καλόβολο.
Λες και ήταν άλλο παιδάκι. Τι ευλογία, έλεγε πάντα να έχει δυο καλόβολα παιδάκια και να μην χρειάζεται να επινοεί κάθε φορά κόλπα για να κάνουν αυτό που πρέπει.
Αυτήν την τελευταία εβδομάδα όμως ήθελε να την διαγράψει επειγόντως από τα κιτάπια της ζωής. Η ανέμελη καθημερινότητά τους είχε κλονιστεί. Ένα ηφαίστειο το αγγελούδι της έτοιμο να εκραγεί.
Από το πρωί που άνοιγε τα μάτια του γκρίνια, φωνές, τσιρίδες. Όχι στο πρωινό γάλα, όχι και στο βραδινό. Όχι στο πλύσιμο των χεριών μετά το σχολείο και την βόλτα, όχι και στο πλύσιμο των δοντιών. Όχι στον ύπνο το μεσημέρι, όχι και στον ύπνο το βράδυ. Καυγάδες όλη μέρα στο παιχνίδι με την αδερφή του, υστερία και κλάματα.
Η υπομονή της είχε εξαντληθεί καθώς στην κούραση της δουλειάς είχε προστεθεί και η προσπάθεια να αντιμετωπίσει όλη αυτήν την κατάσταση.
Φώναξε, έδωσε και δυο ξυλιές στον ποπό όταν την πλάκωσε το κύμα της αγανάκτησης και μετά έκλαψε από τις τύψεις και το  μετάνιωσε. Να πεις ότι είχε και κανένα αποτέλεσμα να πάει στα κομμάτια. Ίσα - ίσα που έδινε και λάθος επιβράβευση με αυτόν τον τρόπο.
Μα εκείνο το βράδυ, αφού είχε εξαντλήσει όλα τα αποθέματα της υπομονής της αποφάσισε να δράσει αλλιώς.
Μεταμορφώθηκε σε μάγισσα. Συνωμότησε και με την κόρη της και έγινε το θαύμα.
«Παιδιά! Γάλα, δόντια και ύπνο!» φώναξε.
«ΟΧΙ! ΔΕΝ ΘΕΛΩ!» ακούστηκε ο μικρός.
«Ναι μαμά!» είπε η μεγάλη και ήπιε το γάλα, έπλυνε τα δόντια και με ένα θερμό φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά πήγε μόνη στο κρεβάτι.
Ο μικρός κρυφοκοίταζε πίσω από τον τοίχο. Κάνει θεατρική εμφάνιση, πατάει μια τσιρίδα του τύπου «τώρα θα δείτε εσείς» και περιμένει την έκρηξη.
Κι όταν αυτή δεν έρχεται, η μανούλα τον αγνοεί και συνεχίζει την δουλειά της, σε μια στιγμή μέσα αλλάζει τακτική, ακολουθεί τα βήματα της αδερφής του και σε χρόνο ρεκόρ βρίσκεται στο κρεβατάκι του.
Για επιβράβευση παίρνει μια μεγάλη σφιχτή αγκαλιά, ένα τεράστιο φιλί και ένα «μπράβο το καλό μου το παιδί».
«Σε αγαπώ μαμά», λέει κι ο μικρός κι όλα βαίνουν καλώς!

10. Ερωτήσεις του Έρωτα

Κάθισαν στην πολύβουη πλατεία. Σε ένα καφενεδάκι γνώριμο για εκείνην. Είχε ξανάρθει εδώ. Είχε ξανάρθει μαζί του. Στα όνειρά της πριν γνωριστούν, πριν συναντηθούν. Τα χέρια τους έτρεμαν. Πριν λίγο είχαν εξερευνήσει ο ένας το σώμα του άλλου. Ιδρωμένα και διστακτικά κρατήθηκαν γερά. Σαν να φυλάκιζαν μέσα στις παλάμες τους την στιγμή. Αυτήν την στιγμή που φεύγει στο παρελθόν, μα συνάμα την νιώθεις να καλπάζει μαζί σου προς το μέλλον.
Τα κορμιά τους ανέβλυζαν έρωτα. Ένα έρωτα που στρίμωξαν σε ένα δωμάτιο. Σ΄ ένα δωμάτιο τόσο μεγάλο, όσο ο κόσμος ολάκερος. Μύριζαν ηδονή και πόθο. Κύματα καυτής αγωνίας έκαιγαν τα δάχτυλα των ποδιών τους. Αγωνία για το μέλλον, έχοντας ένα τέτοιο παρελθόν. Αγωνία που επάψαν να είναι ανέμελοι, που η ζωή τους χωρίζει συνεχώς, καθημερινά, βάναυσα και άδικα.
Αγωνία και απορία μαζί.
Απορία και γιατί.
Αν όλοι οι άνθρωποι θυσίαζαν για μια στιγμή την μικροπρέπεια τους. Όλες αυτές οι στιγμές ελευθερίας, όλες αυτές στιγμές καλής θέλησης, αν μαζεύονταν όλες μαζί, θα είχαν την δύναμη να αλλάξουν τον κόσμο. Έστω για λίγα λεπτά.
Γιατί όμως δεν μπορούμε οι άνθρωποι να ζήσουμε ελεύθεροι; Ελεύθεροι, αλλά μαζί.
Αυτό το μαζί.
Πόσο αδύνατο μοιάζει πολλές φορές. Ποια κακιά μάγισσα το έχει καταραστεί να μένει αιωνίως ανεκπλήρωτο; Ποια ευλογία δεν πραγματοποιήθηκε και δεν μπόρεσε να δώσει στους ανθρώπους την ευτυχία;
Δεν μιλάνε, απλά κοιτάζονται. Κοιτάζονται και προσπαθούν να επικοινωνήσουν δίχως λόγια. Μπας και καταφέρουν κάτι με την σιωπή.
Πόσες λέξεις θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε για να πούμε αυτό που νιώθουμε;
Πόσο πιο πολύ θα καταλαβαινόμασταν αν δεν μιλούσαμε καθόλου;
Και η ώρα περνούσε, σαν να ήταν αιώνες. Πόσοι αιώνες μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα καφέ; Πόσες στιγμές μαζί μπορούν να χτίσουν ένα  «για πάντα»;
Ερωτήσεις αναπάντητες, δύσκολες.
Ερωτήσεις του έρωτα που όμως κανείς δεν είναι σε θέση να απαντήσει.
Σηκώθηκαν και περπάτησαν προς την παραλία, δίχως να χωρίσουν τα χέρια τους.
Κρίμα… τους είχε ήδη χωρίσει η ζωή.


11.Κόντρα γάμος

- «Οι γονείς μας κι εμείς θα χαρούμε να σας δούμε στο γάμο μας, που θα γίνει...»
- Σβήσ’το «γονείς».
- «Θα χαρούμε να σας δούμε στο γάμο μας που θα γίνει στον Ιερό Ναό...»
- Σβησ’το «ιερός ναός».
- «... που θα γίνει στην εκκλησία της Παναγίας της Γρηγορούσας, την Κυριακή 29 Ιουνίου, στις 6 το απόγευμα...»
- Σβησ’το «απόγευμα», εννοείται.
- «... Οι οικογένειες...»…  ξέρω, να το σβήσω.
- Πουλιά στον αέρα πιάνεις!
- «Μενέλαος και Σουλτάνα»
- Με κουράζεις...
- «Μένιος και Τάνια».  Ευχαριστημένη;
- Πόσα θα τυπώσουμε;
- Διακόσια, καλά είναι;
- Ναι αμέ...να το τυπώσουμε και σε αεροπανό. Να πετάει μια βδομάδα πριν, σ’ όλο το λεκανοπέδιο.
- Πολλά είναι ε;
- Ρε Μένιο για γάμο πάμε, όχι για δημαρχία. Εκατό και πολλά σου λέω!
- Δεν πάμε οι δυο μας με τον κουμπάρο να τελειώνουμε;
- Μέσα! Γουστάρεις;
- Θα πεθάνει απ’ τον καημό της η μάνα μου.
- Ένας λόγος παραπάνω τότε!
- Θες να πεθάνει η μάνα μου Τάνια;
- Πρακτικά σκέφτομαι ρε Μένιο. Μ’ ένα σμπάρο – δυο τριγώνια...
- Τι εννοείς;
- Nα κάνουμε και τα δύο μυστήρια την ίδια μέρα. Θα μας κάνουν και καλύτερη τιμή.
- Αχ, τι λες;
- Εκείνη φταίει. Μ’ έχει ταράξει στα «Αν δεν καλέσετε τον θείο Αναξίμανδρο, την ξαδέρφη Ζηνοβία, τα ανήψια Προκόπη και Ματθίλδη και τη γιαγιά Πολυχρονία... Θα πεθάαανω»! Αυτό δεν είναι λίστα γάμου. Ευχέλαιο “Υπέρ υγείας” είναι.
- Μα να μην πάρουμε την ευλογία της γιαγιάς Πολυχρονίας;
- Όλα τα ξαδέρφια σου που την πήραν,  είναι χωρισμένα.
- Εκατό και κλείσαμε! Μετά το γάμο τι θα τους κάνουμε;
- Θα τους δώσουμε εξιτήριο.
- Δεν θα τους πάμε σ’ ένα κτήμα;
- Κτήμα στο μπόϊ σου ρε Μένιο! Βρακί δεν έχει ο κώλος μας...
- Θα πεθάνει απ’ τη ντροπή της η μάνα μου!
- Να καλέσουμε τότε και τον Πέτρο Γαϊτάνο. Να ψάλλει ένα ποτ πουρί, του γάμου και της τάβλας...
- Τουλάχιστον θα βάλεις  νυφικό;
- Αν δεν βάλω, θα πεθάνει η μάνα σου;
- Ρε Τάνια, αυτή τη στιγμή περιμένει κάθε μάνα! Μη γίνεσαι κυνική!
- Γράψε λάθος Μένιο. Η στιγμή αυτή είναι δική μας. Και για να μη μακρυγορούμε. Πάρε υπογλώσσια μαζί σου και πήγαινέ της τα χαμπέρια μου!
- Για πες...
- Η νύφη θα βάλει ό,τι πιο ανέμελο έχει στη ντουλάπα της.
  Μετά το γάμο, πάμε παραλία. Έχω συνεννοηθεί με τα κορίτσια που έχουν την ψησταριά και θα μας στρώσουν  τραπεζοκαρέκλες πλάϊ στο κύμα.
  Φεγγαράδα, ψητά σούβλας, μεζεδάκια, σαλάτες και μπόλικα  καφάσια Μαλαματίνες. Όλα κλεισμένα.  Α! ...και λάϊβ  μουσική ε;
-  Αυτό θα τη μαλακώσει κάπως τη μαμά...
-  Η κομπανία που παίζει τα Σαββατόβραδα.   Δυο κιθάρες κι ένα μπουζούκι...  στα φωνητικά ο Νώντας.
-  Ε ρε χαρές που θα κάνει κυρα-Θοδώρα!
-  Αν δεν πεθάνει, την περιμένουμε με μια μεγάλη αγκαλιά,  πες της!
- “Μετά το μυστήριο, θα δοθεί μπιτς-πάρτυ στο παραλιακό  Καφέ-Ψητοπωλείο ‘Οι Μάγισσες  της Σούβλας’”
- Σβήσ’το “μπιτς-πάρτυ”, “Θα γίνει γλέντι” γράψε!
- Εκατό τελικά;
- Και  δώρο τα υπογλώσσια!

12.Θε μου, σχώρα με.

Μέσα στο μυαλό σαν κύματα πηγαινοέρχονται οι σκέψεις.
Δεν το χωράει ο νους της. Το εγγονάκι της, που ως χθες το έβλεπε ο κόσμος και το ζήλευε,  ξεκινάει ανελέητη  μάχη  με τη χειρότερη αρρώστια. Ο γιατρός μίλησε για ελάχιστες ελπίδες.
Ο καρκίνος χτύπησε  το σπιτικό του γιού της με τον πιο ύπουλο τρόπο. Μάγισσα  στόχευσε το σπιτικό του κι έριξε τη χειρότερη κατάρα πάνω  του.
Κλαίει ασταμάτητα απ’ την στιγμή που φτάσανε τα κακά μαντάτα… Μοιρολογάει κι ο νους της  φτιάχνει εικόνες. Τη μια το βλέπει να τρέχει πάνω - κάτω υγιές κι ανέμελο και την άλλη σκεπασμένο με λουλούδια μέσα στο φέρετρο.
Η εικόνα του εγγονού της  μέσα στο φέρετρο εναλλάσσεται   και μπερδεύεται με την εικόνα ενός εμβρύου.
Νομίζει πως παραλογίζεται. Ενοχές βγήκαν στην επιφάνεια και την πνίγουν. Εδώ και χρόνια τις είχε θάψει βαθιά στα εσώψυχά της, μα τώρα  θέριεψαν και πάνε να την τρελάνουν .
-Θε μου, σχώρα με. Έφταιξα και τώρα αυτό το αθώο παιδάκι πληρώνει τις αμαρτίες μου.
Κάμποσα χρόνια πριν επέβαλε την έκτρωση ενός παιδιού, που ήταν ο καρπός του έρωτα του γιού της με εκείνο το κορίτσι.
Δεν την ήθελε εκείνη την κοπέλα γιατί δεν ήταν ευκατάστατη,  ήταν κοντή,  και επιπλέον της έβγαλε γλώσσα και της ζήτησε το λόγο όταν έμαθε πως την διασύρει σε γνωστούς και αγνώστους. Το αφεντικό στην οικογένεια ήταν ως τότε εκείνη και δεν επέτρεπε κριτική στο παλιοκόριτσο, άλλωστε το γιό της τον ήθελαν άλλες καλύτερες, όπως συνήθιζε να λέει.
Όταν έμαθε για την εγκυμοσύνη άστραψε και βρόντηξε! Έριξε και μια ψευτολιποθυμία και κατάφερε το γιό της να χωρίσει και να επιμείνει στην έκτρωση του παιδιού.
Η νύφη  της, που παντρεύτηκε  αργότερα ο γιός της,  ήταν δική της επιλογή. Πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και το πακέτο έδειχνε να είναι το καλύτερο. Για εκείνη δεν είχε σημασία αν εκείνος δεν ζούσε τον έρωτα της ζωής του.  Άλλωστε οι έρωτες περνάνε γρήγορα. Ζορίστηκε να τον πείσει να τη ζητήσει, αλλά στο τέλος έκαναν οικογένεια με την ευχή της και την ευλογία της εκκλησίας και απέκτησαν και δυο παιδάκια.
Μέχρι σήμερα νόμιζε πως ήταν όλα καλά καμωμένα.
Σήμερα όμως τα μάτια της γεμίζουν από την εικόνα της κοπέλας  πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι και τα ματωμένα χέρια του γιατρού να πετάει στα σκουπίδια το κομματιασμένο ασχημάτιστο ακόμη κορμάκι  και της κόβεται η ανάσα.
-Θε μου, σχώρα με. Τιμώρησε εμένα όπως θέλεις αλλά άσε το παιδί μας να ζήσει. Μη μου ζητάς να σου ξεπληρώσω εκείνο το φονικό με το θάνατο του παιδιού μας. Δεν είναι δίκαιο. Τα λάθη μου μεγάλα!
Το ξέρω πως, εγωϊστικά φερόμενη, προσπάθησα να σε αντικαταστήσω ορίζοντας την τύχη του παιδιού μου και τώρα θέλεις  να με τιμωρήσεις.
Το ξέρω πως αδίκησα εκείνο το κορίτσι που τον αγαπούσε αληθινά. Ίσως, αν είχαν παντρευτεί τότε, το δικό τους μωρό να ήταν υγειές .
-Θε μου, σχώρα με ή ρίξε με στο πυρ της κολάσεως όταν σε συναντήσω, μόνο μη μου ζητάς  γι αντάλλαγμα το εγγόνι μου. Δείξε ευσπλαχνία και χάρισέ του τη ζωή. Πάρε εμένα  που  δημιούργησα τόση δυστυχία!

13.Το παράπονο της Γης

Άνθρωπε κοίτα τον ουρανό! Ανάμεσα σε όλα τα φωτεινά αστέρια σε μένα εδόθη η Εντολή  να σου χαρίσω τον Παράδεισο.
Και στολίστηκα με πανύψηλα δασωμένα βουνά και καταπράσινες κοιλάδες για να σου προσφέρω ανέμελες στιγμές.
Φώναξα γλυκόλαλα  πουλιά να γλυκαίνουν τις ημέρες σου.
Έφερα πολύχρωμα λουλούδια για να δίνουν χρώμα στη ζωή σου.
Ποτάμια με γάργαρα νερά να δροσίζουν το κορμί σου
και θάλασσες να σε χαϊδεύουν με το κύμα τους.
Παρακάλεσα τον Ήλιο να σου χαρίζει φως, τον αέρα να σου δίνει πνοή και το φεγγάρι να φέγγει τα σκοτάδια σου.
Όλα τα άσχημα τα έκρυψα καλά, για να μην τα βρεις και χάσεις την ευλογία.
Όμως κάποια μάγισσα κακιά θόλωσε το μυαλό σου.
Και άρχισες να σκάβεις τα σωθικά μου.
Και βρήκες όλα τα άσχημα που είχα κρυμμένα.
Και έβγαλες τον χρυσό, τα διαμάντια και τα ασήμια
που σου έμαθαν την απληστία.
Και έβγαλες το κατράμι που σου μαύρισε τη ζωή.
Και έβγαλες ατσάλι και έφτιαξες κανόνια.
Και έβγαλες σίδηρο και έφτιαξες κάγκελα.
Και έβγαλες δηλητηριώδη αέρια που σου κόβουν την αναπνοή.
Και έφτιαξες χημικά που σκορπίζουν θάνατο...
Γιατί; Γιατί;

14.Oι μάγισσες

Όπως κάθε μέρα, εδώ και πολύ καιρό, τα βήματα του τον οδήγησαν σε αυτό το μοναδικό βραχάκι, που είχε θαρρείς φυτρώσει στην μέση της απέραντης αμμουδιάς.
Πως βρέθηκε εκεί ήταν από τα ανεξήγητα της φύσης.
όπου έφτανε το μάτι  σου χρυσή άμμος.. και στην μέση της αυτό το βραχάκι ..έμοιαζε.. σαν να μην βρισκόταν στο σωστό περιβάλλον του.
Όμως αυτό ήταν το σημείο συνάντησης του με την αγαπημένη του μάγισσα.
Κάθισε, έβγαλε το πακέτο του  άναψε ένα  τσιγάρο.. και...........
Ίχνος ψυχής ..!! αυτό ήθελε.
Δεν είχε ακόμη ζεστάνει ο καιρός καλά και οι καλοκαιρινοί επισκέπτες της όμορφης αυτής ακρογιαλιάς δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους.!!
Άφησε τον καπνό να κάνει τα δικά του ταξίδια..
και με ένα βαθύ αναστεναγμό..σε μια και μόνη 
στιγμή ξανάγινε το μικρό παιδί που έπαιζε  ανέμελα  με κυνηγώντας και  παίζοντας με   το γαλάζιο κύμα ... που έρχονταν ασταμάτητα..το ένα πίσω από το άλλο.. 
Την λάτρευε την θάλασσα,  τον μάγευε και της είχε δώσει την υπόσχεση ότι θα έμενε για πάντα δικός της.
Τελειώνοντας το λύκειο, πέρασε στην σχολή εμποροπλοιάρχων.. 
Ευτυχισμένος στην αγκαλιά της, 
σε λίγα χρόνια κατάφερε να είναι ένας από τους καλύτερους καπεταναίους.!!!
Σε ένα από τα πολλά του ταξίδια, στο Πρίντεζι της Ιταλίας.... γνώρισε την Αγγελική που σπούδαζε εκεί.
Αγαπήθηκαν από την πρώτη στιγμή.
Ευλογία  ήταν και για τους δύο αυτός ο έρωτας, που τους οδήγησε σύντομα να πάρουν την απόφαση να ζήσουν για πάντα μαζί.
Ένα μόνο μελανό σημείο υπήρχε ανάμεσα τους...
Ότι αγαπούσε εκείνος.... φοβόταν εκείνη...!!
Το δίλημμα μεγάλο !!!!
Ανάμεσα σε δυο μάγισσες.!!! 
Έπρεπε να πάρει μια απόφαση… να διαλέξει και να κρατήσει την μία.!!
Και την κράτησε.
Η Αγγελική έγινε η σύντροφος της ζωής του και η μάνα των παιδιών του.
Την αγάπη του για την άλλη την πλανεύτρα την μάγισσα δεν την ξέχασε..συχνά έρχεται και κάθεται  σ αυτό το μικρό, δικό του βραχάκι  την αγναντεύει και της ζητά συγνώμη που αθέτησε τον λόγο του.!

15. Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;

Είναι κάποιες στιγμές στη ζωή  που θα ήθελες να τις ξαναζήσεις, μόνο και μόνο για να πράξεις διαφορετικά από τη πρώτη φορά… Και όταν ως εκ θαύματος σου δίνεται αυτή η ευκαιρία προδίδεις πάλι τον εαυτό σου και πράττεις ενάντια σε αυτό που υπαγορεύει η καρδιά σου. Αμέλεια ; Αδιαφορία; Αδυναμία;
Δυο φορές την εβδομάδα έχουμε απογευματινό μάθημα με το γιό μου. Στο δρόμο μας είναι ένα σπιτάκι φτωχικό , ισόγειο με ταράτσα της οποίας η εξώπορτα είναι σχεδόν στο δρόμο. Μοναδικό στολίδι της, είναι ένα δέντρο ελιάς που στέκει στωικά λίγα βήματα πέρα από την είσοδο προσπαθώντας να δανείσει λίγη από τη γοητεία της στο παραμελημένο σπιτάκι. Μου προκαλούσε πάντα συμπάθεια αυτό το μικρό σπιτάκι. Όποτε περνούσαμε ένα κύμα νοσταλγικό τάραζε τη καρδιά μου και παιδικές μου αναμνήσεις ξεχύνονταν, όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου, ισόγειο με ταράτσα και αυτό, στη θέση της ελιάς μια πελώρια βερικοκιά υπέμενε αγόγγυστα τη λεηλασία των καρπών της από εμένα και τις αδερφές μου.
Ένα από αυτά τα απογεύματα, ενώ περπατούσαμε ανέμελα και λέγαμε αστεία την είδα. Μια εικόνα που δεν περνά απαρατήρητη. Θα μπορούσε να είναι μια κομψή κυρία εάν οι περιστάσεις της το επέτρεπαν και αν η ζωή δεν απαιτούσε να δείξει τη κυριαρχία της λυγίζοντας τις πλάτες της… Τα μαλλιά της γκρίζα και απεριποίητα, υποδηλώνουν ξεκάθαρα την αδιαφορία της για ότι αφορά την εμφάνιση της. Είναι ψηλή αλλά η εμφανής καμπούρα της σε παραπέμπει άθελα σου σε μια παρακμιακή μάγισσα που δε διαθέτει το δυναμισμό για να διατηρήσει ένα τέτοιο τίτλο. Τα ρούχα της είναι σχεδόν λιωμένα και το βλέμμα της …  Στεκόταν στην έξοδο του τόσο ταιριαστού σε αυτή σπιτιού και ρώτησε: « Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;»
Απολογητικά της απάντησα «Συγγνώμη, δε καπνίζω…» μα για μια στιγμή ευχήθηκα να κάπνιζα. Το ίδιο πράγμα συνέβη άλλη μια φορά, χωρίς να έδειχνε να θυμάται ότι μου έχει κάνει αυτή την ερώτηση. Και πάλι γεμάτη ενοχές απάντησα αρνητικά και όποτε περνούσαμε από εκεί , αναρωτιόμουν μέσα στην αγωνία,  είναι ακόμη εδώ, κάνει την ίδια ερώτηση; Έχω ακόμη χρόνο; Χρόνο να εκμεταλλευτώ την ευλογία του Θεού να μη μου λείπει ένα κομμάτι ψωμί για την οικογένεια μου. Χρόνο να χαρώ τους ανθρώπους κοντά μου. Να της δείξω ότι δεν είναι μόνη…
Κάθε φορά που περνώ από την έρημη εξώπορτα αγωνιώ και κάθε φορά που μου κάνει την ίδια ερώτηση  -έχω μετρήσει τέσσερις φορές μέχρι τώρα- χαίρομαι. Χαίρομαι που είναι ακόμη εκεί, για κάποιο λόγο φοβάμαι ότι δε θα είναι για πολύ. Χαίρομαι γιατί σημαίνει ότι έχω ακόμη χρόνο. Να της δώσω εκείνο το τσιγάρο που ακόμη ζητά, ακόμη και αν ο γιός μου με ρωτά γιατί το θέλει, αφού το κάπνισμα κάνει κακό… Χαίρομαι γιατί σημαίνει ότι έχω ακόμη χρόνο να κάνω κάτι!
Αλλά δεν καπνίζω…

16.Οικογενειακά ανέλεκτα.

Αγαπητέ μου Μιχαλάκη,  
Είμαι καλά και το αυτό επιθυμώ και δι  εσέ  να  μανθάνω πάντοτε.
Εύχομαι και πάλι ο καινούριος χρόνος να είναι γεμάτος υγεία, ευτυχία χαρά  για όλους μας 
Έλαβα το γράμμα σου και πολύ χάρηκα όπου είσαι καλά , έλαβα δε και το περιεχόμενο του και σε υπερευχαριστώ . Νυχθημερόν  προσεύχομαι  να έχεις κάθε στιγμή  την ευλογία της Παναγίας μας   στα ταξίδια σου .
Εγώ εβγήκα από την κλινική και ήρθα στο νησί μας και εγκαταστάθηκα νομίμως στο σπίτι μου αλλά μόνος  επειδή ως σου έγραψα η  γυναίκα μου έφυγε και επήγε στα αδέλφια της .
Όσο για τα αδέλφια της , τα κουνιάδα μου δηλαδή,  ένα μόνο σου γράφω ότι  η συμπεριφορά τους ήταν εκ προθέσεως  απαράδεκτη .
Να σκεφτείς αδελφέ μου πως βάλθηκαν όλοι μαζί να με κληρονομήσουν από ζωντανό, όσο ήμουν στην κλινική λύσσαξαν να έρθει ο συμβολαιογράφος να γράψω το σπίτι – τους κόπους μου  -σε αυτό το τεμπελχανά το Μενέλαο,  το γιο της αδελφής  της , της μάγισσας . Όταν είδαν και απόειδαν όλοι τους και πρώτη και καλλίτερη η γυναίκα μου, η Αθηνούλα , πως τίποτα δεν  θα γινόταν  δεν ξαναπάτησαν το ποδάρι  τους στη κλινική, να δουν  ζω, πέθανα.  Ξεκίνησε τότε άλλος πόλεμος πως τάχατες δεν είμαι καλά στα μυαλά μου  και λόγια, κουβέντες  μέχρι και ψευδομάρτυρες  λάδωσαν  για να με δηλώσουν τρελό. Πέρασα από τα σαράντα κύματα ο δόλιος,  ο άκληρος, φαντάσου αδελφέ να μην  είχα  κάνει τα κουμάντα μου και  να ήμουν στην ανάγκη τους !!!!!.
Τέλος κατόπιν δυο μηνών απουσίας, προ 8 ακριβώς ημερών επέστρεψε, αλλά όχι μεταμελημένη δυστυχώς, αλλά με ισχυρισμούς, καίτοι απέτυχε εις όλας τας προσπαθείας της σύμφωνα με τους δικηγόρους, σου κάνω δε γνωστό ότι με κατήγγειλε και αυτή τη φορά  μαζί με την μάγισσα την αδελφή της  και το Μενέλαο, επειδή συμφώνως με τον νόμο παραβίασα το σπίτι και εμπήκα μέσα. Ευτυχώς με την βοήθεια της οικογένειας μας, η καταγγελία απερρίφθη από την εισαγγελία  επειδή δεν εστηρίζετο πουθενά.
Τέλος τώρα μένει εδώ και θα δούμε πως θα εξελιχθεί η κατάσταση, πάντως για να  τα διηγηθεί κανείς  όλα αυτά, χρειάζεται τετράδιο ολάκερο και ημερών χρόνος, έτσι στα γράφω εν περιλήψει  και συγχώρα με,  γιατί  αντί για μια ανέμελη επιστολή  νοιώθω αδελφέ μου ότι σε στεναχωρώ   με τα προβλήματα μου.
Ελπίζω πως θα έχω απάντηση σου από τον Καναδά όπου κατευθύνεσαι. Έχεις φιλιά και χαιρετισμούς από όλους εδώ στο νησί και εσύ μην ξεχάσεις να δώσεις τα χαιρετίσματα μου στο καπτά - Βαγγέλη και το μάστρο - Κώστα !!!
Καλά ταξίδια και καλή αντάμωση
Άνευ ετέρου
Με αγάπη και πολλά φιλιά
Ο αδελφός σου  Αλκιβιάδης

17. Μια ευκαιρία

Το πλοίο γλιστράει στα νερά αφήνοντας πίσω του το παρελθόν.
Όσο απομακρύνεται, τόσο η απόσταση που μπαίνει ανάμεσα σε εκείνον και την Κλειώ μεγαλώνει.
Αν είναι δυνατόν δηλαδή να μεγαλώσει άλλο η απόσταση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους τον τελευταίο χρόνο.
Ο Μιχάλης ανάβει τσιγάρο κοιτάζοντας μπροστά. Ούτε μια ματιά δεν έριξε πίσω του από τη στιγμή που μπήκε στο καράβι.
Τις σκέψεις του διακόπτει ένας ξαφνικός παφλασμός. Δελφίνι σκέφτεται, μα ξέρει βαθιά μέσα του πως δεν είναι. 
Σκύβει να δει καλύτερα και χάνει την ισορροπία του.
Ο παφλασμός που κάνει το δικό του σώμα πέφτοντας στο νερό περνάει απαρατήρητος. Το πλοίο συνεχίζει την πορεία του.
Όλα μοιάζουν τόσο γαλήνια το πρωί.
Τίποτα δεν έχει αρχίσει ακόμα και ό, τι δεν έχει τελειώσει από χτες, μπορεί να περιμένει.
Ξεγελάει το εαυτό της που το παίζει ανέμελος, ενώ καθόλου δεν είναι, πως όλα μπορούν να περιμένουν κι αφήνει το κύμα που έρχεται αφρίζοντας να της βρέξει τα πόδια.
Ο ήλιος έχει αρχίσει να καίει και ξέρει πως πρέπει να επιστρέψει. Θα την ψάχνουν οι άλλοι.
Η Αθηνά ακόμα δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί πείστηκε να τους ακολουθήσει σε αυτό το ταξίδι.
Ίσως γιατί εδώ και καιρό ήθελε να φύγει. Να ξεφύγει από την καθημερινότητα έστω και για λίγες μέρες.
Τουλάχιστον έχει δικά της τα πρωινά και ο περίπατος στη θάλασσα την αναζωογονεί.
Σε λίγο θα μαζευτούν όλοι για το πρωινό και αργότερα θα γεμίσει κόσμο η παραλία.
Κι εκείνη θα αναρωτιέται για άλλη μια φορά, τι θέλει ανάμεσά τους.
Ξαφνικά μια κίνηση τραβάει την προσοχή της. Τα μάτια της γουρλώνουν καθώς συνειδητοποιεί τι είναι αυτό που βλέπει.
Χωρίς δεύτερη σκέψη βουτάει και κολυμπάει σαν τρελή.
Μια στιγμή μόνο χρειάζεται για να αλλάξει η ζωή.
Η γοργόνα εδώ κι αιώνες το γνωρίζει αυτό.
Και σήμερα είχε όρεξη για παιχνίδια. Ήθελε να αλλάξει τις ζωές του Μιχάλη και της Αθηνάς.
Να τους δώσει την ευκαιρία να γνωριστούν. Δεν ήταν μάγισσα, μα μπορούσε να κάνει μαγικά αν ήθελε.
Μπορούσε να κάνει τον Μιχάλη να πέσει από το πλοίο κοντά στην παραλία που έκανε τη βόλτα της η Αθηνά και να τον βγάλει από τα ανοιχτά κοντά της.
Ούτε που θα καταλάβαιναν πως αυτή είχε βάλει την ουρά της. Ίσως τελικά να ήταν και λίγο μάγισσα.
Μια φορά, αυτή έκανε ό, τι περνούσε από το χέρι της για να τους σμίξει.
Αν η σχέση αυτή εξελίσσονταν σε ευλογία, ή κατάρα, ήταν πια αποκλειστικά στα δικά τους χέρια.
Έριξε μια τελευταία ματιά για να βεβαιωθεί πως όλα πήγαν καλά και με έναν τελευταίο παφλασμό εξαφανίστηκε στα βάθη της θάλασσας.


Επιστρέφετε τώρα σχολιάζετε και βαθμολογείτε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου