Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Φάρσα....

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους εξυπνότερους από τους άλλους κάνοντας φάρσες και γελώντας σε βάρος τους.
Η Δ. λοιπόν,  δεν είχε αφήσει άνθρωπο χωρίς γελάει σε βάρος  του, αφού κανένας δεν είχε ξεφύγει  να  μην πέσει θύμα  φάρσας της.
Τη Δ. μου δόθηκε η ευκαιρία να περιποιηθώ αναλόγως.
Για να καταλάβετε όμως την πλάκα θα πρέπει να σας πω την ιστορία απ' την αρχή.
Η Δ. κάποια φορά είχε κάνει παράπονα σε μια μεγάλη εταιρεία τροφίμων για τρόφιμα που αγόρασε συσκευασμένα και είχαν πρόβλημα.
Η εταιρεία αμέσως προθυμοποιήθηκε να της στείλει νέα προϊόντα σε αντικατάσταση και παράλληλα έλαβε από ζαχαροπλαστείο της περιοχής μια μεγάλη τούρτα που είχε σταλεί  και αυτή από την εταιρεία τροφίμων. Το περιστατικό αυτό το γνώριζα εγώ γιατί μου το είχε διηγηθεί.
Μετά από περίπου  2 χρόνια η Δ. αγόρασε  υγρό απορρυπαντικό, που ήταν σε προσφορά και μάλιστα σε μεγάλη ποσότητα. Το χρησιμοποίησε και τα ρούχα της βγήκαν απ' το πλυντήριο χωρίς να έχουν καθαρίσει καθόλου. Αμέσως τηλεφώνησε στην εταιρεία και έκανε τα παράπονά της. 
Εκείνοι την παρακάλεσαν να τους στείλει ταχυδρομικά τα ρούχα που επάνω τους είχαν μείνει λεκέδες για να κάνουν σχετικές αναλύσεις στα εργαστήριά τους. 
Η Δ. ταχυδρόμησε στην εταιρεία 3 ρούχα και περίμενε απάντησή τους. 
Όταν τους ξανατηλεφώνησε σχεδόν την ειρωνεύτηκαν, γιατί δεν ήξερε πως το υγρό  απορρυπαντικό είναι για πιο ήπιους λεκέδες. Εκείνη ζήτησε εμφανώς εκνευρισμένη να της ταχυδρομήσουν τα ρούχα της γιατί είχε περάσει αρκετός χρόνος που τα είχαν κρατήσει στην εταιρεία χωρίς να την έχουν ενημερώσει τι έγινε.
Σε λίγες μέρες έξω από την πολυκατοικία κάποιος βρήκε ένα φάκελο κίτρινο πεταμένο μέσα στη  βροχή. Ο φάκελος απευθυνόταν στη Δ.  και της τον παρέδωσε. 
Μόλις η Δ. βρήκε τα ρούχα της βρεγμένα μέσα στον παραπεταμένο κίτρινο φάκελο, έγινε έξω φρενών και τηλεφώνησε πάλι στην εταιρεία,  αποφασισμένη να φτάσει για τα παράπονά της μέχρι τον Δ/ντή. 

Πράγματι άφησε το τηλέφωνό της και κάποια στιγμή της τηλεφώνησε ο Δ/ντής, ο οποίος με μεγάλη ευγένεια άκουσε τα παράπονά της,  της ζήτησε χίλια συγνώμη και της ζήτησε τη Δ/νσή της για να της στείλει ο ίδιος προσωπικά προϊόντα της εταιρείας δωρεάν. 
Ακούγοντας τη Δ/νσή της είπε ότι γνωρίζει την περιοχή γιατί παλιά έμενε εκεί κοντά και μάλιστα  ακόμη μένουν οι γονείς του δίπλα στο ζαχαροπλαστείο Crem... 
To τηλεφώνημα τελείωσε και η Δ.  ήταν πλέον ικανοποιημένη απ' τη  συμπεριφορά του Διευθυντή. 
Εγώ, μόλις το άκουσα, συνέδεσα  τη συζήτησή τους με την τούρτα που  είχε λάβει απ' την προηγούμενη εταιρεία τροφίμων και μπήκα σε δράση. 
Για να μην με αναγνωρίσει η Δ. έβαλα το επόμενο πρωί μια φίλη μου απ' τη δουλειά να της τηλεφωνήσει.
Η φίλη μου της είπε ότι είναι υπάλληλος στο ζαχαροπλαστείο Crem... και τηλεφώνησε για να την ρωτήσει αν θα βρίσκεται  στο σπίτι για να της στείλει μια πολύ μεγάλη παραγγελία που έγινε για εκείνη. 
Η Δ. ήταν σίγουρη ότι η μεγάλη παραγγελία ήταν από τον Διευθυντή της εταιρείας απορρυπαντικών, ο οποίος γνώριζε και το ζαχαροπλαστείο αυτό και ρώτησε να μάθει τι περιείχε η παραγγελία. 
Η φίλη μου υπερβάλοντας  της απάντησε ότι υπήρχαν στην παραγγελία 3 μεγάλες τούρτες, 3 πεντόκιλα παγωτό χύμα, 3 κιλά κοκάκια, 3 κιλά εκλεράκια, 3 κιλά σουδάκια, 3 ταψιά καταϊφι,  3 ταψιά μπακλαβαδάκια, 3 κιλά καριόκες και διάφορα άλλα  γλυκά πάντα σε ποσότητα 3 κιλών. 
Η Δ. έκλεισε το τηλέφωνο ανυποψίαστη και έτρεξε κατευθείαν στη μητέρα της, στο δίπλα διαμέρισμα, να τη ρωτήσει τι χώρο έχει το ψυγείο της και ο καταψύκτης της για να μπορέσουν να βολέψουν τα τόσα πολλά γλυκά που σε λίγη ώρα θα έφθαναν στο σπίτι της. 
Πάνω στην ώρα που οι δύο γυναίκες προσπαθούσαν να βρουν που θα τακτοποιήσουν τα γλυκά, τηλεφωνώ εγώ και μου λέει επί τροχάδην τι έγινε. 
Εγώ της λέω επίτηδες:  Δεν σε πιστεύω πλάκα μου κάνεις!!! 
Εκείνη άρχισε να μου ορκίζεται πως λέει αλήθεια και πως πρέπει να με κλείσει γρήγορα γιατί έχει μεγάλο πρόβλημα να βρει χώρους για τα γλυκά που θα ξεφόρτωνε το αυτοκίνητο του ζαχαροπλαστείου σε λίγο.
Έκλεισα το τηλέφωνο και πέθανα στα γέλια γιατί το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάστηκε. 
Της άφησα λίγο χρόνο να ψάχνει χώρο για να τοποθετήσει τα γλυκά και μετά της ξανατηλεφώνησα ρωτώντας την αν παρέλαβε τα γλυκά.
Μου είπε ότι τα γλυκά δεν είχαν έρθει ακόμη και ότι ήταν έτοιμη να τηλεφωνήσει στο ζαχαροπλαστείο να δει τι έγιναν. 
Δεν ήθελα να την αφήσω να εκτεθεί στο ζαχαροπλαστείο και να γελάνε σε βάρος της κι έτσι της αποκάλυψα τη φάρσα.
Ακόμη το φυσάει και δεν κρυώνει. 
Ορκίστηκε να μου ανταποδώσει  τη φάρσα κάποια στιγμή αλλά παρόλο που προσπάθησε 2  φορές ως τώρα δεν πέτυχε να με κοροϊδέψει και έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε. 

Και μην ξεχνάτε ότι
ως αύριο βράδυ τα μεσάνυχτα
μπορείτε να βαθμολογήσετε 
τις ιστορίες του 10ου παιχνιδιού
"ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"
Τις ιστορίες θα βρείτε εδώ και εδώ

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

1η ανάρτηση ιστοριών του 10ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Θέλω να ευχαριστήσω για ακόμη μία φορά όλους τους συμμετέχοντες  στο παιχνίδι μας, γιατί με εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος σ' αυτό.
Η συμμετοχή και στο 10ο παιχνίδι μας ήταν μεγάλη, αν και αυτή τη φορά δεν έγιναν δεκτές διπλές συμμετοχές.

Για ακόμη μια φορά θα ζητήσω συγνώμη για τυχόν ανομοιομορφίες που θα συναντήσετε διαβάζοντας τις ιστορίες τόσο στη γραμματοσειρά όσο και στα διαστήματα, αλλά παρόλο που έδινα όλες τις σχετικές εντολές στα windows, η μεταφορά τους στο blog παρουσίαζε προβλήματα.

Για να πετύχω όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα αφαίρεσα τον κόκκινο χρωματισμό από τις  5 λέξεις του παιχνιδιού πάνω στις ιστορίες, αφού βέβαια προηγουμένως έλεγξα ότι και οι 5 βρίσκονται μέσα σε όλες τις ιστορίες.
Έτσι έχουμε μόνο τον τίτλο κάθε μιας κόκκινο.

Οι κανόνες για τη βαθμολόγηση είναι οι εξής:

Μπορείτε να βαθμολογήσετε με 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά στην προτίμησή σας.
Όπως και την προηγούμενη φορά, για αποφυγή αδικιών,
είναι πλέον υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε τρεις ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

Εγώ και αυτή τη φορά δεν θα βαθμολογήσω επειδή ξέρω ποια ιστορία γράφτηκε απ' τον καθένα.

Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος των  αναρτήσεων. 
Χαρά μου θα ήταν να ακούσω και τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 
Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών  καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε, ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 31/5/2013
Το Σάββατο  1/6/13 
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του 10ου παιχνιδιού.

Στο 10ο παιχνίδι μας
μαζεύτηκαν   19   ιστορίες
 βασισμένες στις λέξεις:
φυσιογνωμία, ορίζοντας, κερί, σταθμός, πειρασμός
και μοιράστηκαν σε αυτήν και ακόμη 1 ανάρτηση, που θα βρείτε παρακάτω.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ 1 ΕΩΣ 9
1.Ελπίδα εναντίον Σούλας

Η κάτωθι ιστορία αφορά δύο δίδυμες, την Ελπίδα και τη Σούλα. Δύο δίδυμες με ίδια φυσιογνωμία, μα καθόλου ίδιες εν τέλει εσωτερικά! Είναι βέβαιο πια πως προέρχονται από διζυγωτικά ωάρια.
Το ότι μεγάλωσαν στριμωγμένα, στα ίδια στενά τοιχώματα και μοιράστηκαν το ίδιο αίμα, τους έδωσε μονάχα μια υποψία ότι μοιάζουν. Γιατί δεν μοιάζουν τελικά καθόλου καλέ μου άνθρωπε!
Η μία, η Ελπίδα, μαυρομαλλούσα, λιτή στη ζωή της, στολισμένη μόνιμα σχεδόν με ένα καλόκαρδο χαμόγελο. Όταν την κοιτάζεις, ο ορίζοντας σου παίρνει χρώματα ανατολής! Μπορείς να ατενίζεις το μέλλον σου με δύναμη και χαρά. Σου δίνει κουράγιο και προχωράς.
Η άλλη, η Σούλα, σκέτη λατέρνα! Ξανθιά, λουσάτη, με χαχανίσματα και σπεσιάλε κουνήματα! Ο πειρασμός να την επιλέξεις για παρέα σου, μεγάλος! Σταθμός στη ζωή σου, η επιλογή που θα κάνεις!
Ελπίδα ή Σούλα;
Η Ελπίδα δεν εγγυάται τίποτα πέρα από το γεγονός ότι θα είναι μαζί σου στους αγώνες σου. Και θα σε βοηθάει να αντέξεις!
Η Σούλα, από την άλλη, είναι διασκεδαστική. Στην αρχή, θα την καταευχαριστηθείς, είναι σχεδόν βέβαιο. Εδώ, απαραίτητο είναι να σου αποκαλυφτεί μία λεπτομέρεια: Η Σούλα είναι υποκοριστικό. Ψευδαίσθηση-Ψευδαισθησούλα-Σούλα! 
Τώρα κατανοείς καλέ μου άνθρωπε γιατί μιλάμε; Αν την επιλέγεις στη ζωή σου, θα ζεις με φρούδες ελπίδες, καθηλωμένος κι άπραγος! Σαν όλους αυτούς που πιστεύουν τους πολιτικούς μας και περιμένουν την ανάπτυξη!
Η Σούλα είναι τόσο ζωντανή όσο κι η ανάπτυξη!
Το πολύ-πολύ να της ανάψουμε ένα κερί. Της Σούλας. Ή της ανάπτυξης! Και να πούμε κι ένα "Θεός σχωρέστην"! Ήταν τόσο καλή για να είναι αληθινή!
Στα ταπεινά και στα μετόπισθεν, μην αγνοείς την Ελπίδα....
Σε περιμένει!

2.Εγκληματική φυσιογνωμία                                  

Ήταν τρίτο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας.
Μέσα στο σχολείο εκείνος και τα τέσσερα αδέλφια του, ξεχώριζαν ανάμεσα στα παιδιά. Ήταν βρώμικα, κακοντυμένα, απεριποίητα με τις μύτες τους να τρέχουν μόνιμα και να τις σκουπίζουν με τα μανίκια. Σαν να μην υπήρχε φροντίδα μάνας, να περάσει την τελευταία ματιά της από πάνω τους πριν φύγουν, να τα φιλήσει και να τα στείλει στο σχολείο όπως όλα τ’ άλλα.
Κι όμως υπήρχε μάνα, υπήρχε και πατέρας.
Μια μάνα αδιάφορη κι ένας πατέρας μέθυσος, που συνήθως δεν δούλευε, όμως αράδιαζε παιδιά, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, χωρίς έγνοια για το μεγάλωμά τους. Μετά απ’ αυτά τα τέσσερα που ερχόταν στο σχολείο, γεννήθηκαν κι άλλα τρία στη σειρά.
Έμεναν σε μια αυθαίρετη παράγκα με ελενίτ ψηλά στον Προφήτη Ηλία, χωρίς ηλεκτρικό. Τα παιδιά, αν ήθελαν να διαβάσουν το βράδυ, διάβαζαν κάτω από το φως ενός κεριού, που κι αυτό έσβηνε νωρίς για οικονομία. Θέρμανση ούτε γι’ αστείο, συχνά ούτε και φαγητό.
Δεν είχαν σάκα, ούτε τετράδια για κάθε μάθημα, όπως τα άλλα παιδιά. Κάμποσες φορές χανόταν μολύβια και άλλα αντικείμενα μέσα απ’ την τάξη, κι όλα τα παιδιά ψιθύριζαν μεταξύ τους, ότι εκείνος τα είχε κλέψει. Άλλοτε πάλι τον τσάκωναν να τρώει βιαστικά στην τουαλέτα το κολατσιό κάποιου άλλου παιδιού.
Μια μέρα χάθηκε στην τάξη ένα μπλοκ ζωγραφικής και δύο μαρκαδόροι κι έγινε μεγάλο θέμα.
Ο δάσκαλος πήρε την κατάσταση στα χέρια του  και  χωρίς δυσκολία βρήκε το μπλοκ και τους μαρκαδόρους κάτω από το θρανίο του.
Χωρίς σκέψη, τον άρπαξε απ’ τ’ αυτί, τον ανέβασε στην έδρα, του μαύρισε τις παλάμες και τα γυμνά αδύνατα μπούτια, χτυπώντας τον αλύπητα με τη βέργα και αποκαλώντας τον «εγκληματική φυσιογνωμία…»
Έπειτα έβαλε τα παιδιά στη σειρά να περάσουν μπροστά του και να τον φτύσουν.
Εκείνος κατέβασε το κεφάλι και τα μάτια και δεν τα ξανασήκωσε μέχρι που χτύπησε το κουδούνι για σχόλασμα.
Ήταν η τελευταία μέρα στο σχολείο και ο τερματικός σταθμός στη μόρφωσή του.
Δεν ξαναφάνηκε  στο σχολείο γιατί «ντρεπόταν», είπε η αδελφή του. Η παιδική ψυχή του στιγματίστηκε. Το περιβάλλον του σχολείου δεν ήταν ποτέ φιλικό σ’ αυτόν κι έπειτα απ’ το συμβάν μετατράπηκε σε εχθρικό.
Όταν ο διευθυντής κάλεσε τη μάνα του να τη ρωτήσει γιατί δεν έρχεται πια στο σχολείο, εκείνη είπε: «Δεν πειράζει. Καλύτερα. Nα βρει καμιά δουλειά να μας βοηθήσει».
Τα παιδιά τον ξέχασαν γρήγορα, κάποιες φορές μόνο τον συναντούσαν στο δρόμο να κάνει αλητείες με άσχημες παρέες.
Έφταιγαν άραγε οι πειρασμοί που παρουσιάζονταν μπροστά σ’ ένα στερημένο και παραμελημένο παιδί, ή μήπως ο εγκληματικός χαρακτηρισμός, που σαν ταμπέλα του φόρεσε εκείνη τη μέρα ο δάσκαλος; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Κανείς  δεν νοιάστηκε.
Το αποτέλεσμα είναι στα 25 του χρόνια να βρίσκεται  καταδικασμένος σε 38 χρόνια φυλάκισης για σωρεία κλοπών και ληστεία μετά φόνου.
Εκεί πίσω απ’ τα κάγκελα και την ψηλή περίφραξη της φυλακής, χάθηκε ο ορίζοντας από τα μάτια του, η ελευθερία και τα  όνειρά του.
Μόνο η οικογένεια δεν θα του λείψει γιατί, αν και παιδί πολύτεκνης οικογένειας, στην ουσία ποτέ δεν είχε.

3. Ο σκύλος του σταθμού

Εντελώς τυχαία έγινα ο σκύλος «σήμα κατατεθέν»  του Σταθμού Λαρίσης, καμία σχέση βεβαίως με τον άλλο, τον διάσημο σκύλο  Χάτσικο,  που η ιστορία του έγινε ταινία και το  άγαλμά του υπάρχει στο σταθμό Σιμπούγια της Ιαπωνίας.
Γεννήθηκα κάτω από κάτι παροπλισμένες Κλινάμαξες στο αμαξοστάσιο του Ρέντη. Η μάνα μου, εξαφανίστηκε  δυο μήνες αργότερα, το ίδιο και τα άλλα τέσσερα αδέλφια μου.    Τον πατέρα μου,  δεν τον γνώρισα ποτέ,  εγώ  επιβίωσα μάλλον σ΄ αυτόν τον αχανή και επικίνδυνο χώρο, χάρη στην Θεία πρόνοια και την έμφυτη κλίση  μου στις δημόσιες σχέσεις . Από νωρίς κατάφερα να γίνω αγαπητός στους περισσότερους εργαζόμενους, τριγυρίζοντας ελεύθερος ολημερίς στο εργοτάξιο, στις αποθήκες, στις ρεμίζες, στα πλυντήρια, στα γραφεία. ΄Εμαθα να ξεχωρίζω εύκολα από τη «φυσιογνωμία»   αυτούς που με βλέπανε με συμπάθεια και αυτούς που δεν θέλανε πολλά- πολλά, έτσι για τους πρώτους επεφύλασσα ενθουσιώδες κούνημα ουράς, χαρωπά γαυγίσματα συνοδευόμενα ενίοτε  και από μεγαλύτερες διαχύσεις, ενώ κρατούσα  αποστάσεις ασφαλείας από τους δεύτερους.
Θυμάμαι  από τότε που ήμουνα κουτάβι, τον Λουκά τον Αρχιτεχνίτη, που  μου έδειξε ιδιαίτερη αδυναμία, με βάφτισε Πειρατή  γιατί ήμουνα κάτασπρος με ένα μαύρο «μπάλωμα» γύρω από το δεξί μου μάτι, μου έβαλε τσιπ και κολάρο  και με πήγαινε τακτικά στον κτηνίατρο  . 
Ο Λουκάς  ήτανε πολύ θρήσκος, φανατικός Ολυμπιακός και  ταλαντούχος ψήστης. Κάθε πρωί μ΄ ένα κερί άναβε το καντηλάκι στο σκαλιστό εικονοστάσι που είχε φτιάξει στη μία γωνία του εργαστηρίου που ήτανε υπεύθυνος, ενώ στην αντικρινή είχε στήσει  ένα  μεγάλο  τραπέζι που φιλοξενούσε τα τσιμπούσια, γιατί στο εργοτάξιο  το τραπέζωμα των συναδέλφων, ήτανε άγραφος νόμος, σε κάθε  ευχάριστο γεγονός και κυρίως στις απεργίες, τότε χαιρότανε η ψυχή μου τζερτζελέ, κουβεντολόϊ και  μπόλικο φαγητό.
Σ΄ αυτά τα γλέντια  πρωτοστατούσανε οι συνδικαλιστές,  πολύ τους εκτιμούσα τους συνδικαλιστές γιατί μετά τις πορείες, τις ντουντούκες και τα πανό, καταφθάνανε στο στέκι των τεχνιτών και ξαποσταίνανε από τους αγώνες, ευφραίνοντας την καρδία τους με κρασί, τσίπουρο και μπύρες ενώ καταβροχθίζανε  κοκορέτσια, σουβλάκια, μπιφτέκια, λουκάνικα  και παϊδάκια  που είχανε αγοραστεί ρεφενέ και τα έψηνε με ξεχωριστή μαστοριά ο Λουκάς στην αυτοσχέδια ψησταριά του.
Όταν ο Λουκάς μετατέθηκε στον Σταθμό Λαρίσης, στενοχωρήθηκα, μπήκα μάλιστα σε πειρασμό να μην τον ακολουθήσω, γιατί εκείνη την περίοδο είχα ξελογιαστεί με μια χρυσόμαλλη σκυλίτσα , αλλά εκείνος με πήρε μαζί του και έστησε εκεί στον πρώτο όροφο, το τραπέζι των συμποσίων  και την ψησταριά, οπότε δεν άργησα να προσαρμοστώ.
Τα αγαπημένο μου στέκι όμως, ήτανε η πεζογέφυρα, γιατί από εκεί πάνω παρατηρούσα με την ησυχία μου την πλατφόρμα, την κίνηση των επιβατών, την άφιξη και αναχώρηση των συρμών και  δεν άφηνα το πόστο μου παρά μόνο μετά την αναχώρηση της βραδινής αμαξοστοιχίας για Θεσσαλονίκη, μιας και μου άρεσε ιδιαίτερα  η εικόνα  των φωτισμένων τρένων που χάνονταν σφυρίζοντας στο βάθος του ορίζοντα.
Κοιμόμουνα στο σπιτάκι που μου είχανε φτιάξει  πίσω από την αποθήκη αποσκευών και ξεκινούσα τη μέρα μου περιδιαβαίνοντας στην αποβάθρα,  στην αίθουσα αναμονής, στα εκδοτήρια, ακόμα και τώρα, το πνεύμα μου περιπλανιέται ελεύθερο στα ίδια ακριβώς μέρη, στο σταθμό… εκεί που έζησα 14  ολόκληρα ευτυχισμένα χρόνια….   

4.Η πρώτη αγάπη

Πριν χρόνια την είδε για πρώτη φορά στο πάρκο. Ο αγαπημένος του τόπος που πήγαινε όταν ήθελε να μείνει μόνος, να σκεφτεί, να απολαύσει την ομορφιά της φύσης. Τι όμορφη που ήταν! Καθόταν μόνη της σε ένα παγκάκι διαβάζοντας. Γύρω της πανέμορφα τριαντάφυλλα, ροζ, κόκκινα, φούξια, άσπρα. Το πιο όμορφο τριαντάφυλλο όμως ήταν η ίδια. Μακριά ξανθιά μαλλιά μπούκλες, γαλανά μάτια, το δέρμα της άσπρο σαν το κερί. Ήταν ένας ξανθός άγγελος. Πόσο του έλειψε. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Η φυσιογνωμία της έμεινε χαραγμένη στο μυαλό του. Πόσο πολύ την αγάπησε. Κι ας μην την γνώριζε καν. Κι ας μην ήξερε ούτε καν το όνομα της. Είχε μπει πολλές φορές στον πειρασμό να την πλησιάσει, αλλά δίσταζε, ντρεπόταν. Καθημερινά πήγαινε στο πάρκο και την έβλεπε από μακριά. Καθόταν πάντα στο ίδιο παγκάκι, με ένα βιβλίο στο χέρι. Άραγε τι να απέγινε; Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Από την ημέρα εκείνη που την είδε να πηγαίνει στον σταθμό και να μπαίνει μέσα στο τρένο και να φεύγει. Να φεύγει για πάντα! Η πρώτη του αγάπη έφυγε και δεν την ξαναείδε ποτέ από τότε. Αν δεν αντιστεκόταν στον πειρασμό τότε να τρέξει πίσω της να την προλάβει πριν μπει στο τρένο, να της πει όλα όσα ένοιωθε γι αυτήν, τώρα δεν θα βρισκόταν στο πάρκο μόνος του, εδώ που την πρωτοείδε εκείνη την όμορφη ανοιξιάτικη μέρα κοιτάζοντας τον ορίζοντα και αναπολώντας τις μέρες εκείνες και τον ξανθό του άγγελο, την πρώτη του αγάπη!

5.Οδός: Εγκατάλειψης 43

Κάποια παιδιά…
Μοναχικοί φάροι. Ελπίδα και Φως.
               
Κάποια παιδιά….
Κουρασμένοι ταξιδιώτες. Μαχητές.
Νικητές. Ζωοδότες.

Κάποια παιδιά…
Μικρά φαναράκια, να σου δείχνουν το φως.
Παιδικά πατουσάκια, μην ρωτάς το γιατί και το πώς.

Κάποια παιδιά…
Μικρές, γνώριμες φυσιογνωμίες τις οποίες αναζητάς τα κρύα σου βράδια.
Σε τράβηξαν από τα πιο βαθιά – τα δικά σου σκοτάδια.

Κάποια παιδιά…
 Τα δικά σου παιδιά, μικρές βαρκούλες ελπίδας στο πιο γαλάζιο Αιγαίο.

Κάποια παιδιά…
Με το  βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα, περιμένοντας.
Με τα μάτια κλαμένα στο μαξιλάρι, απλά ανασαίνοντας.

Κάποια παιδιά... 
Μικρά κεριά αναμμένα 
στον βωμό της Εστίας.

Κάποια παιδιά…
ευλογία, μαγεία  
μια γλυκιά αλχημεία .

Κάποια παιδιά...
O δικός σου σταθμός. Τα δικά σου βαγόνια.
Γλυκός πειρασμός - να τα λιώσεις τα Χιόνια! 

Στέγη Ανηλίκων,  
Οδός: Εγκατάλειψης 43
Ονειρούπολη

6.Εγώ;

Εχω μπει πολλές φορές στον πειρασμό να του μιλήσω.
Κάτι με τραβάει επάνω του.
Δεν είδα ποτέ την  φυσιογνωμία του απλά ένοιωθα την ανάγκη του για βοήθεια.
Κάθε μέρα τον  ψάχνω με το βλέμμα μου.
Kάθε μέρα μπροστά από τον σταθμό των  λεωφορείων να κοιτάει, δεν ξέρω και εγώ τι.
Ο πόνος ξεχειλίζει από παντού.
Από το σώμα του, από τα άκρα του, από τα χείλια του.
Πόνος ακόμα και στο περπάτημά του.
Κάτι στις κινήσεις  του μου έλεγε, μείνε μακριά μου.
Δεν τον πλησίασα ποτέ και ξαφνικά μια μέρα τον έχασα δεν τον ξαναείδα.
Έπαθε κάτι, τον εκνεύρισα  που καθόμουν και τον κοίταγα κάθε μέρα σαν την χαζή και αποφάσισε να μην ξανάρθει, ένοιωσε ότι τον καταλαβαίνω.
Πήγαινα μέρες πολλές, με την ελπίδα ότι θα τον ξαναδώ,
έψαχνα μπροστά από τον σταθμό και τίποτα.
Ένα σφίξιμο είχα στην καρδιά μου, τι έκανα ή τι δεν έκανα και έφυγε.
Πως θα ζήσω τώρα, πως θα συνεχίσω όταν ξέρω ότι δεν ήμουν εκεί, και γιατί να ενδιαφέρομαι τόσο
γι’ αυτόν τον άνθρωπο ούτε που τον ήξερα.
Ούτε το όνομά του δεν ήξερα.
Μήπως επειδή κατάλαβα τον πόνο του, μήπως επειδή φώναζε για βοήθεια και κανείς δεν τον άκουγε. Μήπως έχω αρχίσει και τρελαίνομαι.
΄Εκανα κάθε μέρα την ίδια απόσταση για να περνάω απ’ έξω από το σταθμό μήπως και τον δω.
Τίποτα!
Απογοητεύτηκα και τα παράτησα!
Σε μια από τις συχνές μου βόλτες στην θάλασσα ενώ περπατούσα μόνη μου γιατί ήταν χειμώνας και κανείς δεν υπήρχε γύρω, βλέπω πάνω σε ένα βράχο μια σιλουέτα γνωστή .
Μπα δεν μπορεί από πού και ως που και όμως ο πόνος που ξεχείλιζε από το κορμί του δεν με μπέρδευε, δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλος άνθρωπος με τόσο πόνο γύρω του.
Άρχισα να τρέχω με όλη μου την δύναμη για να μην τον χάσω, έτρεχα έτρεχα, έχασα την ανάσα μου αλλά δεν το ένοιωθα, μόνο έτρεχα.
Να προλάβω, γιατί δεν μπορούσα να φωνάξω, δεν θα με άκουγε και δίπλα του να ήμουν δεν θα με άκουγε.
Ανεβαίνω με μανία τον βράχο τρέχω προς το μέρος του, φτάνω με κομμένη την ανάσα δίπλα του και τον βλέπω να στέκει αμίλητος, με ένα σβηστό κερί στο χέρι του να κοιτάει τον ορίζοντα με τόσο πόνο, τόση απελπισία.
Ο πόνος ξεχείλιζε και από τα μάτια του, δεν το είχα προσέξει ποτέ!
Δεν είχα δει ποτέ τα μάτια του.
Γύρισε και με κοίταξε και ο χρόνος σταμάτησε.
Δεν ήταν άντρας, ήμουν εγώ, έβλεπα την μορφή μου τυλιγμένη με τα ρούχα ενός άντρα και τον πόνο να βγαίνει από όλο το κορμί μου.
Έπεσα κάτω στο έδαφος και έμεινα να κοιτάω την μορφή μου με απορία, ανήμπορη να κουνηθώ, μίσος, απόγνωση, πόνος, όλα μαζί.
Πάω να προχωρήσω πιο κοντά και με δυο βήματα πέφτει στο κενό κρατώντας το κερί αναμμένο τώρα.
Πλησιάζω και βλέπω την μορφή μου να πέφτει στο κενό.
Απλώνω το χέρι και κάνω ένα βήμα εμπρός.
Και ξαφνικά ακούω μια φωνή από μακριά.
Δεσποινίς είστε καλά;

7.Kοιμήσου...

Άνοιξη έξω. Αύριο θα σε πάω για νύχια και μαλλί. Μετά θα κατηφορίσουμε στα πολυμάγαζα και θα φορτωθούμε πλαστικές σακούλες με φτηνά μακώ και τενεκεδένια βραχιόλια. Πίσω απ’ την καλαίσθητη γυψοσανίδα στο δοκιμαστήριο, ένα αγόρι θα αδειάζει πλαστικές σακούλες με στίβες από δαύτα. Ευτυχώς, εσύ θα καθρεφτίζεσαι. Αν έβλεπες τους δεμένους μπόγους να σκάνε με δύναμη στο σκονισμένο πάτωμα, θα έφευγες τρέχοντας. Σε κάποιον παράλληλο ορίζοντα, σε μια επαρχιακή πόλη έξω απ’ το Μπαγκλαντές, μια μπουλντόζα θα ξερνάει λιωμένα πτώματα εργατών. Τίποτα το αξιoπρόσεκτο. Χίλια ζευγάρια φτηνά εργατικά χέρια, λιγότερα. Στην επόμενη κολλεξιόν, λέγεται πως θα έχουν στάμπα με τη φωτογραφία του ζευγαριού που βρέθηκε αγκαλιασμένο στα ερείπια του θυσιαστηρίου. Συλλεκτικό κομμάτι. Η φρίκη πουλάει. Κοιμήσου...
 Έξω απ’ το σταθμό του μετρό, θα κάνουμε στάση για καφέ. Η κοπέλα που θα μας σερβίρει, θα έχει μάτια από νεφρίτες και κάτασπρη επιδερμίδα. Θα τη λένε Άλμα και θα έχει στην πλάτη της τα σημάδια απ’ τα φρεσκοκομμένα φτερά της. Αν απομόνωνες τα χέρια της, θα έπαιρνες όρκο πως είναι ζωγράφος. Ή πιανίστρια. Το χαμένο της όνειρο θα πετάει σα μπαλόνι στον ουρανό και θα συναντήσει το δικό σου μετά από μήνες. Εκεί που θα σερβίρεις κι εσύ, τους ντόπιους κάποιας άλλης χώρας. Για να βγάζεις τα έξοδα της επιβίωσής σου. Όχι… εδώ δεν έχει μέλλον. Κοιμήσου…
Να ονειρευτείς πως βουλιάζεις σε απέραντα φραουλοχώραφα. Μπήγεις τα δόντια σου σε θηριώδεις φράουλες και λερώνεσαι με ζουμιά σε αιμάτινες αποχρώσεις. Ένας μπάτσος κλωτσάει με λύσσα το φυτό που σε λέρωσε κι εσύ παρατηρείς πως μέσα απ’ το κράνος δεν υπάρχει φυσιογνωμία ανθρώπου. Είναι μια κονσόλα με κουμπιά και διακόπτες. Όταν λειώσει και τον τελευταίο ιστό ζωής στο χωράφι σου, θα κλωτσήσει μετανάστες, απεργούς, τοξικομανείς και  αστέγους. Θα πετάξει δακρυγόνα σ’ ένα δημοτικό σχολείο της Ιερισσού και θα μειδιάσει με τον πνιγηρό βήχα ενός οκτάχρονου κοριτσιού.  Θα ξυλοκοπήσει άγρια ηλικιωμένους που δεν αφήνουν την Εταιρεία να σκάψει τις Σκουριές και θα συμμετέχει στις νυχτερινές απαγωγές «υπόπτων πολιτών» μέσα απ’ τα σπίτια τους, για εξακρίβωση και ανακρίσεις.  Το πρωί που θα ξυπνήσεις, όλα θα έχουν τελειώσει. Μη σκέφτεσαι τον εφιάλτη. Οι κακοί θα έχουν μεταφερθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, υψίστης ασφαλείας. Με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και άγρια σκυλιά τριγύρω.  Να αλυχτάνε για αίμα και τιμή. Κοιμήσου…
Μη μπεις στον πειρασμό να σκεφτείς πως αυτά τα σύρματα δεν υπήρχαν χτες βράδυ έξω απ’ το παράθυρό σου. Τα σύνορα ολοένα αλλάζουν. Στενεύουν επικίνδυνα. Οι θάλασσες θα γίνουν οικονομικές ζώνες, τα δάση θα αποψιλωθούν και θα γίνουν ορυχεία εξόρυξης και τα νησιά θα βγουν στο σφυρί.  Την ώρα που θα βουλιάζει ένα σαπιοκάραβο στα νερά του Αιγαίου, φορτωμένο με ανθρώπους-μπαλόνια, εσύ θα υπακούς στη φωνή του στρατοπεδάρχη απ’ τα μεγάφωνα. Θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα τ’ αφήσεις έξω απ’ την πόρτα μαζί με τα προσωπικά σου αντικείμενα. Θα μπεις στο θάλαμο που θα σου υποδείξουν, για να κάνεις ντουζ με νερό και σαπούνι. Να το πιστέψεις. Ο αδιαμαρτύρητος θάνατος, είναι πιο ανώδυνος για το θύμα και  πιο βολικός για το θύτη.
 Έλιωσε το κερί των Ανθρώπων. Σκοτάδι… Κοιμήσου…

8.Και ποιανού είσαι εσύ ;

Αργά τα απόγευμα έφτασε το λεωφορείο στη   Χώρα  . Ζαλισμένος από τις στροφές και μουδιασμένος από τα άβολα καθίσματα τεντώθηκα και προχώρησα αργά προς την πόρτα. Δεν βιαζόμουν,  έξαλλου κανείς δεν με  περίμενε και η συνάντηση με την συμβολαιογράφο είχε οριστεί για το επόμενο πρωινό. Παρέλαβα  την χειραποσκευή μου  και  κοντοστάθηκα  στην πλατεία για να αποφασίσω προς τα πού να κατευθυνθώ .
Ένα γύρω οι φυσιογνωμίες άγνωστες  αν και ήλπιζα πως κάποιον ή κάποια θα αναγνώριζα ύστερα από τόσα χρόνια, όλα είχαν αλλάξει μονάχα το εστιατόριο στην άκρη της πλατείας, « ο Σταθμός » ήταν ίδιο με τότε, το ίδιο πλακοστρωμένο αυλιδάκι , το πέτρινο κτίσμα βαμμένο πάντα σε μια απόχρωση  ώχρας με τα  πράσινα πορτοπαράθυρα. Προχώρησα  προς το αυλιδάκι  με τις συκομουριές και διάλεξα  ένα τραπέζι  άκρη - άκρη για να αγναντεύω την θάλασσα. Σε ένα  μεγάλο τραπέζι  μια  παρέα δασκάλων στην άλλη πλευρά της αυλής  απολάμβανε το κρασί του και σχεδίαζε την εκδρομή του Σαββατοκύριακου στη βορεινή πλευρά του νησιού. Δίπλα σε ένα μικρότερο  ένας λεβεντόγερος απολάμβανε τον καφέ του ξαλαργάροντας  μακριά πέρα από τον φάρο. Τράβηξα προσεκτικά  την καρέκλα μου του να μην τον έχω στη πλάτη μου  και κοίταξα πέρα στον ορίζοντα . Εκείνη την στιγμή του δειλινού η θάλασσα πέρα μακριά   έμοιαζε με πίνακα του Μπόκορου σαν να γέμισε χιλιάδες αναμμένα  κεριά  με χρυσές και πορφυρές  φλόγες.
 Τα  ‘μαθες  πάππου, η συμβολαιογράφος  ήταν εδώ για το μεσημεριανό της και μου είπε πως αύριο έρχεται να παραλάβει τα κλειδιά του σπιτιού της Αντιγόνης   ένας  ανιψιός της από την Αθήνα, μου είπε  εγγονός  της μικρής της αδελφής της Μαργαρώς,  ένα όνομα ξενικό   για τα μέρη μας  Σεϊντάνης  νομίζω.»
 Ένα ηλιοκαμένο  ψηλό παλληκαράκι  κάθισε   στο διπλανό τραπέζι, κρατώντας  μια στοίβα τιμολόγια  και ένα καφέ σε γυάλινο ποτήρι.
 « Άντε με το καλό να ξανανοίξει το Πυργί να γεμίσει η γειτονιά μας κόσμο γιατί  με τούτα και εκείνα  ερημώσαμε  Από τότε που χήρεψε η Αντιγόνη   και χάθηκαν και τα αδέλφια της, σίγασε το σπίτι και το μπαξεδακι του, ούτε οι γάτηδες δεν περπατούν πια στο φράκτη.  Η Αντιγόνη, για να μαθαίνεις Κωνσταντή, στα νιάτα της ήταν πανέμορφη σκέτος πειρασμός,  ένα στόμα, ένα πόδι, περπάταγε με τις φιληνάδες της στον Νυχτερινό και έτριζε η γης, χαιρόσουν   να την θωρείς».
Ξαφνικά  στην αυλή εμφανίστηκε μια παρέα  και ο Κωνσταντής  έτρεξε  να τους εξυπηρετήσει. Ο λεβεντόγερος τότες σήκωσε τα μάτια του και με  κοίταξε.
« Πρώτη φορά στα μέρη μας παλληκάρι μου»
« Δεν θα  το ‘λεγα, αλλά έχω να ‘ρθω  από τα μικράτα μου»
« Kαι ποιανού είσαι εσύ λοιπόν;»
« Μαθιός Σεϊσμένης, ανιψιός της Αντιγόνης  Πέππα,  εγγονός της Μαργαρώς Σαρρή»
« Μα τι λες βρε παιδί μου γιος της Ευθαλίτσας   ίδιος ο πάππους σου  ο καπτά Τζαννής να ζήσεις,  καλώς μας όρισες» και συνέχισε μέχρι αργά  να με ταχταρίζει με κεράσματα και θύμησες .

9. H κολώνια

Δακρύζω με χαμόγελο
κι όλο δε βρίσκω πιότερο
δικό σου ποιο μου λείπει.
Είναι που ακόμα με μεθάς
και σαν κερί σκορπάς
το φως σου ολόγυρά μου.
Κι η εικόνα σου με παίρνει αγκαλιά.

Το μπουκάλι της κολώνιας
σαν να πέρασε αιώνας
σκονισμένο με κοιτάζει
λυπημένο, και μου τάζει
ένα ταξίδι πίσω σ’ όσα ανήκουν στο χθες.
Στη μυρωδιά σου που ακόμα με στοιχειώνει.

Ο πειρασμός για εκείνο που δεν πρέπει
με ποτίζει και με γέρνει
καταπάνω σε μια λάθος απόφαση.
Είναι και που όλο ψάχνω πρόφαση
να σε θυμηθώ.
Φοβάμαι πως στον χρόνο ξεθωριάζεις.

Ανοίγω το γυάλινο βαρύ μπουκάλι
κι ο πόνος μού βαραίνει το κεφάλι.
Μια δίνη με τυλίγει σφιχτά
και γυρίζω σ’ όλα αυτά
που μας φύγαν.
Και η γλυκιά φυσιογνωμία σου γεμίζει το μυαλό ζεστασιά.

Θυμήθηκα να με στριφογυρνάς
δυνατά να μου γελάς
και να μου λες σ’ αγαπώ.
Το ξέρεις, είμαι εδώ
και δεν θα φύγω.
Πώς το μπορείς να λείπεις απορώ.

Μου χρωστάς έν’ ουρανό
να ‘χει χρώμα γαλανό.
Να κοιτάζω τον ορίζοντα
να θυμάμαι όλα που δεν είδα
όσα δεν έμεινες να δούμε μαζί.
Κι είναι τόσο όμορφα αυτά που δεν σου ‘δειξα...

Μη φοβάσαι, μη λυπάσαι
μη σε τρομάζει η βροχή.
Ξέρεις τον σταθμό μ’ εκείνο το τρένο μας
το γεμάτο με πηγαίνω μας
να σου θυμίζει ότι είμαι εδώ.
Αναμμένο κερί, προσευχή

Να σε περιμένω!

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΣΩΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

2η ανάρτηση ιστοριών του 10ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 10 ΕΩΣ 19

10. Δυο άγνωστοι

Εκείνο το απόγευμα στη μεγάλη αυλή είχαν μαλώσει πολύ. Οι φωνές τους είχαν ακουστεί σε όλη τη γειτονιά. Εκείνος έφυγε θυμωμένος και εκείνη έμεινε να κλαίει. Έκτοτε αυτός δεν ξαναφάνηκε, δεν ξαναπέρασε από εκεί, ούτε της τηλεφώνησε. Εκείνη, κάθε βράδυ υπό το φως ενός κεριού, του έγραφε και ένα γράμμα. Τα δάκρυά της μούσκευαν το χαρτί και τελικά το διέλυαν, με αποτέλεσμα να μη στείλει ούτε ένα από όσα είχε γράψει.
Είχε περάσει καιρός. Πονούσε πολύ και δε θυμόταν πια ποιος έφταιγε. Ήταν διατεθειμένη όμως να αναλάβει μόνη της όλη την ευθύνη και να απολογηθεί όσες φορές χρειαζόταν, προκειμένου να τα ξεχάσουν όλα και να είναι ξανά μαζί όπως πρώτα. Εκείνο το βράδυ μπήκε στον πειρασμό να πάει να τον βρει. Δεν είχε εγωισμό πια. Ούτε αξιοπρέπεια. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Θα έτρεχε να του πει πως τον αγαπάει και πόσο όμορφα θα ήταν αν τα άφηναν όλα στο παρελθόν για να φτιάξουν μια νέα ευτυχισμένη ζωή οι δυο τους!
Βρέθηκε στη γειτονιά του και ήταν αισιόδοξη. Δεν είχε σκεφτεί τι θα του έλεγε, αλλά σίγουρα εκείνος θα τη συγχωρούσε, θα την αγκάλιαζε, θα τη φιλούσε! Στο σκοτάδι αναγνώρισε μία γνωστή φυσιογνωμία να πλησιάζει προς το μέρος της. Ήταν εκείνος. Εκείνος, αγκαλιά με μια άλλη. Πέρασε δίπλα της και την κοίταξε φευγαλέα, σκληρά, ψυχρά, και ξαναγύρισε να χαμογελάσει στη νέα του φίλη, καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι του.
Έμεινε για λίγο ακίνητη σαν άγαλμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έτρεξε σαν τρελή στο σταθμό, θα έπαιρνε όποιο τρένο έβρισκε και θα πήγαινε οπουδήποτε, κάπου μακριά για να μη θυμάται. Κάπου μακριά για να ξεχάσει το βλέμμα του. Όμως τι νόημα θα είχε; Όπου και να βρισκόταν, αυτή η ματιά του θα τη σκότωνε. Έτρεξε αυτή τη φορά στη γέφυρα του ποταμού. Κοίταξε για λίγο στον ορίζοντα. "Αντίο αγάπη μου", ψιθύρισε.
"Νεκρή βρέθηκε γυναίκα στις ακτές του ποταμού. Άγνωστες μέχρι στιγμής οι αιτίες", έγραψαν οι εφημερίδες.

11.To στραπάτσο

Μετά το χωρισμό στο μπαρ είχα καταλήξει
κι είπα να αφήσω το ποτό τον πόνο μου να πνίξει.
Ξάφνου μία φωνή ζεστή τη μοναξιά μου σπάει
κι αρχίζει μέσα στην καρδιά ταμπούρλο να χτυπάει
-Συγνώμη, γνωριζόμαστε, ωραία μου κυρία;
Μόλις σας είδα σκέφτηκα ‘γνωστή φυσιογνωμία’.
Τα έχασα, δε μίλησα, δεν έβγαλα μιλιά.
Τι μάτια, τι χαμόγελο και τι κορμοστασιά!
Χαλάλι στην ατάκα που ήταν ξενερουά,
είχα χαθεί στο βλέμμα του το σκούρο μπλε ρουά.
-Μπορώ να κάτσω δίπλα σας, να κεράσω ποτάκι;
-Μα φυσικά, μη στέκεστε, ένα λευκό κρασάκι.
Λίγο ποτό, λίγο χορό, βρεθήκαμε αγκαλιά
και ήδη στον ορίζοντα εγώ έβλεπα παιδιά
με μάτια μπλε και όμορφα ξανθά μαλλιά με μπούκλες,
όπως των παιδικών μου αναμνήσεων οι κούκλες.
Έσκυψε και ακούμπησε στα χείλη μου φιλί
κι ένιωσα το κορμάκι μου να λιώνει σαν κερί.
Ευθύς στην άκρη άφησα κάθε ενδοιασμό
και να ενδώσω τόλμησα κι εγώ στον πειρασμό.
Για να μην τα πολυλογώ κι είμαι κουραστική,
σε οτέλ καταλήξαμε στην παραλιακή.
Κι ενώ έλεγα ότι είχα βρει τον έρωτα σταθμό,
ξύπνησα μόνη… πλήρωσα και το λογαριασμό!

12. Ο τελευταίος σταθμός

Κάπου σε ξέρω της είχε πει ένα απόγευμα Απρίλη. Η φυσιογνωμία σου μου είναι οικεία. Δεν είχε σημασία που δεν ήταν. Κάπως έπρεπε να σπάσει τον πάγο και να την πλησιάσει. Εκείνη του είχε χαμογελάσει με τον δικό της περίεργο τρόπο. Θεατρικό και διφορούμενο. Όμως του είχε χαμογελάσει. Σαν να του έλεγε « φίλε σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα , έχεις την ευκαιρία σου ». Εκείνος την άρπαξε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ήταν πια τέλη του επόμενου Απρίλη όταν την άφησε από την αγκαλιά του. Δυστυχώς όμως όχι και από τις σκέψεις του . Όσα τρένα και αν περάσουν είναι παράλογο να περιμένουμε να φύγει ο σταθμός και αλήθεια για εκείνον η Νεφέλη ήταν ακριβώς αυτό, ένας σταθμός. Μάλλον καλύτερα ένας προορισμός. Όμορφος και ταυτόχρονα επικίνδυνος μέσα στην μοναδικότητα του.
   Πέρασε καιρός αρκετός και ο πειρασμός τον επισκέφτηκε αρκετές φορές χωρίς ευτυχώς να τον κάνει να λυγίσει. Της το είχε υποσχεθεί άλλωστε και ήταν από εκείνους που κρατούν τις υποσχέσεις τους. Κάθε απόγευμα που άφηνε τη ματιά του να χαθεί στον ορίζοντα και παρατηρούσε τον Ήλιο να παραδίδεται και να βουλιάζει μέσα στη θάλασσα, ένα δάκρυ εξωτερίκευε την κατάσταση της ψυχής του. Ένα δάκρυ μικρό αλλά ικανό να προδώσει τα πάντα. Γι αυτό και κάθε απόγευμα καθόταν μόνος. Οι άτυχοι άνθρωποι γνωρίζουν την αγάπη πριν γνωρίσουν τον εαυτό τους .
  Έκτοτε πέρασαν πολλοί Απρίληδες και κάθε φορά την δέκατη μέρα εκείνος ευλαβικά πήγαινε στην εκκλησία και άναβε ένα κερί. Το τοποθετούσε  στο μανουάλι και για όση ώρα καιγόταν έστεκε εκεί και την έφερνε στο μυαλό του παίζοντας από την αρχή την κασέτα των δικών του αναμνήσεων. Με τα χρόνια είχαν λειανθεί τόσο που είχαν μείνει πια πέντα χαμόγελα και ένα σ’ αγαπώ καλοκαιρινό γεμάτο αλμύρα και πόθο. Περίεργος τόπος, ο τόπος των συναισθημάτων. Αφήνει ζωντανές αγάπες και συναισθήματα με μια άλλη λογική τόσο παράξενη.        
Ήταν Απρίλης σχεδόν έναν αιώνα μετά εκείνη την πρώτη τους συνάντηση όταν επιτέλους έσβησε το δικό του κερί. Ποτέ κανένας δεν θα καταλάβει αυτό το χαμόγελο στα χείλη. Ποτέ δεν θα μπορέσει να εξηγήσει σε κανέναν την ανακούφιση που ευγενικά του προσέφερε το τέλος. Το σημείωμα δίπλα στο κομοδίνο απλό και γραμμένο μόνο για εκείνη. «Νεφέλη μου. Αγάπησα πολύ και μ’ αγαπήσανε και μένα... Μα νιώθω φυλακή, χωρίς εσένα.»

13.Η εκδίκηση του πρώτου πειρασμού

Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε γνωστή. Εκείνο το χλωμό προφίλ του φεγγαριού, τα σκιώδη ματοτσίνορα, τα λεπτεπίλεπτα ρουθούνια που έκαναν τις σχεδόν αόρατες τριχούλες του ελαφρώς ανασηκωμένου πάνω χείλους της να θροΐζουν στο ρυθμό μιας θλιμμένης ανάσας… Καθόταν σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και διάβαζε μια παλιά έκδοση του «Τελευταίου Πειρασμού». Το τρένο θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή στο σταθμό κι εγώ πάσχιζα να θυμηθώ από πού την ήξερα, μήπως έτσι έβρισκα αφορμή για να της πιάσω την κουβέντα, προτού χαθεί για πάντα στο μουντό ορίζοντα της μεγαλούπολης, που μόλις είχε αρχίσει να φαίνεται από το παράθυρο.
Η μηχανή του συρμού άφησε τα τελευταία της αγκομαχητά πάνω στις ράγες και αρχίσαμε να επιβραδύνουμε, μέχρι που σταματήσαμε εντελώς, ακριβώς μπροστά από τον έρημο σταθμό. Μόνο εγώ κι εκείνη κατεβήκαμε. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ακόμη δυο ώρες καιρό μέχρι το ραντεβού μου. Έπρεπε να βρω κάτι για να σκοτώσω την ώρα μου. Και τότε, έγινε κάτι το απροσδόκητο. Ένα κύμα κρύου ιδρώτα, που βρομούσε «πρωτάρης», με έλουσε, καθώς η μυστηριώδης άγνωστη με κάρφωσε με το βλέμμα της. Ταράχτηκα, λες και ήμουν κανένα άπειρο παιδαρέλι, εγώ που είχα όποια γυναίκα ήθελα, όποτε την ήθελα, ακόμη και μετά από είκοσι χρόνια γάμου.
   Με τα σταχτιά μάτια της ακόμα επάνω μου, έκανε μια απότομη στροφή και χάθηκε πίσω από τα άδεια βαγόνια των εγκαταλελειμμένων τρένων. Ενστικτωδώς την ακολούθησα, τρέμοντας σύγκορμος από ένα μίγμα έξαψης και τρόμου. Δεν ήμουν σίγουρος τι έκανα και γιατί το έκανα, ήξερα μόνο ότι δεν είχα άλλη επιλογή, λες και το χέρι του Θεού με καθοδηγούσε στο κατόπι εκείνης της γυναίκας.
Με την άκρη του ματιού μου την είδα να σκαρφαλώνει σε ένα παλιό βαγόνι, με ευκινησία αίλουρου. Πλησίασα καταϊδρωμένος, προσπαθώντας να αφουγκραστώ. Ησυχία. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να σκεπάζει την παγωμένη πόλη κι εγώ ήμουν έτοιμος να μετανιώσω που άφησα το ένστικτό μου να με οδηγήσει. Κι όμως, μπήκα στο βαγόνι, και προσπάθησα να διακρίνω την παρουσία της μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Τίποτα.
Ξαφνικά, μια αδύναμη φλόγα, αιωρήθηκε μπροστά μου και πίσω της εμφανίστηκε αργά, η θολή εικόνα της άγνωστης, σαν φάντασμα. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα κερί, και στο άλλο, ένα μεταλλικό αντικείμενο που ήταν απειλητικά στραμμένο κατά πάνω μου. Ένα πιστόλι! Πάγωσα. Πριν προλάβω να αντιδράσω, με είχε πυροβολήσει κατάστηθα. Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου, θυμάμαι το χλωμό της πρόσωπο σκυμμένο από πάνω μου.
«Η γυναίκα σου στέλνει χαιρετίσματα», μου είπε ανέκφραστα και ένιωσα ένα ελαφρύ αντικείμενο να σκεπάζει το χτυπημένο στήθος μου, προτού τη δω να πηδάει έξω από το βαγόνι. Ήταν το βιβλίο που διάβαζε στο τρένο, «Ο Τελευταίος Πειρασμός».
Και την ώρα που η ψυχή μου, εγκατέλειπε βίαια το αμαρτωλό της δοχείο, θυμήθηκα.  Η πληρωμένη δολοφόνος μου, έμοιαζε καταπληκτικά με τη γυναίκα μου, είκοσι χρόνια πριν, όταν την πρωτογνώρισα και την ερωτεύτηκα. O πρώτος και ο τελευταίος  μου πειρασμός…
  
14.Για ένα Νυχτερινό Βαλς

Κοίτα καρδιά μου
Λαμπιόνια πολύχρωμα , τραπεζάκια απλωμένα πλάι στο κύμα,
γέλια, φωνές, τραγούδια κι είναι πειρασμός ετούτη η άναστρη νυχτιά,
σαν προσταγή να δίνει στην ψυχή να ξεχυθεί κι αυτή στους δρόμους .
Μα είν΄ ο αγέρας πνιγηρός …
κάθε γουλιά του πίκρα θανατερή , κόμπος στον λαιμό ,
σε μια θάλασσα από μελάσα και ιδρώτα το κορμί να κολυμπά
με αργές κινήσεις να βυθίζεται στο χάος κι αυτή  
η μεθυσμένη νύχτα να γιορτάζει την απουσία Του αγκαλιά
με ένα αποχαυνωμένο μισοφέγγαρο που αργά κατηφορίζει
στην άκρια του   ορίζοντα .
Τρεμοπαίζει η φλόγα του κεριού σε κάθε ανασαιμιά, στο θαμπό
γυαλί της λάμπας μια φυσιογνωμία γνώριμη κατακερματίζεται
για να δηλώσει πως αυτό το βράδυ και το επόμενο , στου χρόνου
τις ώρες  μόνο η μοναξιά έχει γιορτή στα δωμάτια της καρδιάς …
Καρδιά μου πόσο ακόμα θα πονάς ;
Τα θέλω σου υφαίνεις με του ήλιου τις χρυσοκλωστές στα υπόγεια
δωμάτια κλείνεις τον αόρατο αργαλειό σου κομποθιάζεις τους μήνες
που περνούν, τους σταθμούς της παρουσίας του μετράς και μετά
σε πνίγει πάλι  η σιωπή.
Λαμπιόνια και φωνές και γέλια, τραγούδια’
Σπάσε καρδιά μου τις πόρτες του σπιτιού, φόρα στα μαλλιά
της Βασίλισσας το στέμμα  και πέτα για μια αγκαλιά,
για ένα βαλς με πόδια γυμνά της αμμουδιάς το χρυσό χαλί
ν΄ ανακατώσεις .
Είναι πειρασμός η νύχτα ετούτη σου λέω !

15.Η στάση

Ο ορίζοντας απλώνονταν μπροστά μου προκαλώντας με.
Έτσι όπως βάφονταν στα χρυσαφένια χρώματα του δειλινού έκανε την ψυχή να ονειρεύεται ταξίδια, μα το μυαλό στήλωνε  τα πόδια του και δε δέχονταν να ξεμακρύνει ούτε σπιθαμή. Ήταν σαν να το έβλεπα να κρατάει έναν μακρύ κατάλογο, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη του, να φέρνει το χαρτί μπροστά του και να απαριθμεί με στόμφο ένα - ένα όλα εκείνα που έπρεπε να ξεκαθαρίσουν πριν αφεθεί στην επιθυμία της ψυχής. Είχε κι αυτό τα δίκια του.
Καθώς άφηνα τη θάλασσα πίσω μου, ο ήλιος έσβηνε μέσα της. Η νύχτα απλώθηκε γύρω μου κρύβοντας τα σχήματα και τα χρώματα, έτσι όπως τα τύλιγε στη σκοτεινιά της.
Τα βήματά μου με έφερναν όλο και πιο κοντά σε όλα όσα ήθελα να αφήσω πίσω και ο πειρασμός να προσπεράσω το σπίτι και να συνεχίσω να περπατάω μέχρι το τέλος του κόσμου φούντωνε μέσα μου.
Τελικά σταμάτησα στην πόρτα που δεν ήθελα να ανοίξω απόψε. Πέρασα το κατώφλι που δεν ήθελα να περάσω και μπήκα στο σκοτεινό σπίτι.
Άναψα ένα κερί ίσα - ίσα για να βλέπω γύρω μου κι έμεινα ακίνητη να κοιτάζω τη φλόγα που τρεμόπαιζε.
Το μυαλό είχε κρύψει και χαρτιά και καταλόγους και αρνιόνταν να κάνει την παραμικρή λογική σκέψη.
Η ψυχή ήταν αυτή που ούρλιαζε φύγε!!
Δεν έφυγα. Κάθισα στον καναπέ να τον περιμένω. Να εξηγηθούμε, να αναμετρηθούμε, να σφαχτούμε με τον άνθρωπο που νόμιζα σταθμό στη ζωή μου και που τελικά αποδείχτηκε μια στάση. Μια κακή στάση!
Κόσμος πολύς μπαινόβγαινε και ποδοπατούσε τα πάντα. Τα ψέμματα αιωρούνταν γύρω μου κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, έτσι όπως είχα βουλιάξει στο όνειρο.
-Σιγά τη φυσιογνωμία, σκέφτηκα ξαφνικά.
Και άρχισε να ξεφτάει το όνειρο. Να αποκτάει την πραγματική του διάσταση. Το μυαλό ξύπνησε κι άρχισε να ενώνει το παζλ. Όλα έμπαιναν στη θέση τους. Τα ψέμματα, τα παράλογα νεύρα, όλα μα όλα είχαν μια καλή εξήγηση.
Άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα και σήκωσα το βλέμμα να αντικρίσω εκείνον που δεν αγαπούσα πια. Ή μάλλον εκείνον που υποκρίνονταν πως ήταν αυτός που αγαπούσα.
Τον κοίταξα και τον ταίριαξα στις πραγματικές του διαστάσεις. Πόσο μικρός και τιποτένιος μπορεί να μοιάζει κάποιος που μέχρι πριν λίγο καιρό νόμιζες θεό όταν γκρεμοτσακίζεται από το βάθρο του.
Ούτε άξιος να κρατηθεί ψηλά δεν ήταν. Ένα σκουλήκι που δε σταμάτησε ποτέ να κάνει αυτό που η φύση του το προστάζει. Να σέρνεται και ταυτόχρονα να καμώνεται το σπουδαίο.
Να κουλουριάζεται καθώς ετοιμάζει το επόμενο ψέμμα και να ξετυλίγεται για να στο προσφέρει έτσι όπως το θες, σε συσκευασία δώρου.
Και τότε έγινε το θαύμα. Μυαλό και ψυχή ενώθηκαν πάλι και έδιωξαν με περιφρόνηση το σκουλήκι που επιχειρούσε χαμογελαστό ακόμα, μια και δεν ήξερε ότι τα είχα μάθει όλα, να με μολύνει με ένα ακόμα «αγάπη μου».
Το υποκριτικό βλέμμα, έντρομο τη στιγμή της συνειδητοποίησης, έγινε γρήγορα μοχθηρό φανερώνοντας την αλήθεια του. Κατάλαβε πως όλα είχαν τελειώσει. Αναδιπλώθηκε για να περάσει στην επίθεση.

16.Νίκος Παπάζογλου κόκκινα μαντήλια αρμενίζοντας... 

*Περιέχονται αποσπάσματα από τραγούδια του Νίκου, ως αφιέρωμα στη μνήμη του.
Αρμενιστή μου "πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου σε άρπαξε θαρρείς το Λεωφορείο".
Κόκκινα μαντήλια του καημού κρεμασμένα όνειρα σκοινιά στο λαιμό σου. Ούτε πνοή.
Ποτέ "Σύνεργα" σε τιμή ευκαιρίας. Ποτέ εκπτώσεις ούτε και δεκαήμερα προσφορών.
Γερό σκαρί με σύμμαχο την ταχύτητα ανέμου. "Φύσηξε Βαρδάρης" του κεριού σου τη φλόγα. Δεν την έσβησε. Τη δυνάμωσε. Τη σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Παντού. "Μέσω νεφών" ο "Αύγουστος" σα μια "τρελή κι αδέσποτη" "αχ! Ελλάδα" μου..
Φεύγουν τα τρένα και οι σταθμοί ποτίζουν σιωπηρά τις ράγες με αλμυρά δάκρυα. 
"Χαράτσι" ο πόνος... "Πάει καιρός που έφυγες. Ξέρω σου λεν' πως σ' έχω ξεχάσει" "κάτι στιγμές" που "ραγίζει η καρδιά σαν το μπαγλαμαδάκι" "εδώ στη ρωγμή του χρόνου"....
Λατρεμένε τροβαδούρε μου, μεταλλική χροιά των ερώτων μου, μπάντα της φλόγας μου..
"Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια" αφού εσύ με απαρνήθηκες. "Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν". Πόσο πολύ σ' αγάπησα Νικόλα! Πόσο έκλαψα εκείνο το βράδυ...
"Κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί" σε παρακαλούσα, αλλά εσύ δεν με άκουσες!
Ποτέ ξανά δεν θα υπάρξει άντρας που να το παραδέχτηκε, πως σαν ένας πειρασμός έγινε κεραυνός, εκείνος άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου κι άρχισε να τρέχει προς αντίθετη κατεύθυνση... Εσύ όμως το παραδέχτηκες δημόσια πως ποτέ δεν θα χρειαζόταν να έλεγες στον εαυτό σου "θα πάω! κι ας μου βγει και σε κακό"... Μπέσα το λένε ρε Νίκο! "Μα γιατί το τραγούδι να' ναι λυπητερό ", αφού μου θυμίζει εσένα. Και να 'ξερες μόνο... "Με 
το τραγούδι με το κρασί, σαν πέφτει το βραδάκι στο νου μου έρχεται η φυσιογνωμία σου, εκείνη η αγέρωχη και με χαρακώνει... Κόκκινα μαντήλια της φωτιάς θάμπωσαν το θάνατο... Σε μίσησε ο Χρόνος ο Άχρονος. Σε φοβήθηκε η Αιωνιότητα. Στερέψαν τα λόγια.
"Εγώ δεν είμαι ποιητής" Νικόλα, αλλά "έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι"....
"Έτσι ήτανε γραμμένα μέσα στ' άστρα τα σβησμένα" να φέγγεις σα να μη νύχτωσε ποτέ...

17.Σκιές

Η ιστορία επαναλαμβανόταν ίδια εδώ και δύο χρόνια. Ο ηλικιωμένος άντρας κάθε μέρα περιφερόταν στη μικρή πόλη και μόλις βράδιαζε κατευθυνόταν προς τον εγκαταλελειμμένο σταθμό σέρνοντας μαζί του ένα μεγάλο χαρτόκουτο και μια πλαστική σακούλα.
Το ίδιο έγινε και τούτη τη νύχτα που προβλεπόταν βροχερή, καθώς από το απόγευμα είχαν φανεί στον ορίζοντα βαριά μαύρα σύννεφα. Απόθεσε το χαρτόκουτο σε μια απόμερη γωνιά του σταθμού. Έστρωσε πάνω μια φθαρμένη κουβέρτα που έβγαλε από τη σακούλα και κάθισε. Έπειτα έβγαλε από την τσέπη του μια κορνίζα με την φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας. Την χάιδεψε, την φίλησε και την ακούμπησε σε ένα πεζούλι δίπλα του. Μετά άναψε ένα κερί και το τοποθέτησε δίπλα της. Έκανε και απόψε όπως κάθε βράδυ το καθιερωμένο μνημόσυνο. Κοιτούσε την φωτογραφία, της μιλούσε και μουρμούριζε κάτι σαν νανούρισμα. 
Η φυσιογνωμία του ήταν πλέον γνωστή στη μικρή πόλη. Δεν ζητιάνευε, αλλά επειδή όλοι ήξεραν το δράμα του όλο και κάτι τον φίλευαν.
Όταν τον είχαν πρωτοδεί στην πόλη τους ήταν ένας καλοντυμένος κύριος που είχε έρθει για να αναγνωρίσει το πτώμα μιας κοπέλας που είχε βρεθεί ένα κρύο βράδυ στο σταθμό πριν από δύο χρόνια με μια σύριγγα στο χέρι. Την αναγνώρισε, ήταν η μοναχοκόρη του.
Ζήτησε να του δείξουν το σημείο που την βρήκαν. Του έδειξαν...
Από τότε το μυαλό του σάλεψε, η καρδιά του ράγισε και έμεινε εκεί να της κρατάει συντροφιά...
Ο χαροκαμένος πατέρας είχε αποκοιμηθεί από ώρα,  όταν μπήκε στον σταθμό τρικλίζοντας ένας νεαρός άντρας για να προφυλαχτεί από τη βροχή.
Αμέσως είδε τον γέρο στη γωνιά... ίσως έχει χρήματα πάνω του, σκέφτηκε... Ο πειρασμός ήταν μεγάλος... τα χρειαζόταν αυτά τα χρήματα για την αυριανή δόση του.
Πλησίασε... σήκωσε το οπλισμένο  χέρι του για να χτυπήσει το γέρο και τότε το βλέμμα του έπεσε στη φωτογραφία δίπλα στο κερί που ήταν αναμμένο ακόμη.
Την αναγνώρισε... ήταν κάποτε το κορίτσι του που το είδε να σβήνει στην αγκαλιά του.
Η ματιά του ημέρεψε. Πήρε με τρεμάμενα χέρια την φωτογραφία και την φίλησε. Την ξανάβαλε στη θέση της και έφυγε τρέχοντας.
Τον κατάπιε η νύχτα...

18.Αέναο Ταξίδι

Έβλεπε για ώρες τον ορίζοντα, χωρίς να τον βλέπει.
Ο ήλιος κύλησε στον ουρανό, χαμήλωσε, κατέβηκε. Βάφτηκε η φύση κοραλλί, έπειτα μενεξεδιά. Σκιές άρχισαν να δημιουργούνται. Γνώριμες, ω, πόσο γνώριμες. Οι φίλες του της νύχτας.
Εκείνος έβλεπε τις στιγμές της ζωής του να περνούν, χωρίς να τις βλέπει, χωρίς να τις ζει. Ταξίδευε ξαπλωμένος απέναντι από ένα σπασμένο παράθυρο, στο κέντρο του ενός και μοναδικού τοίχου που είχε απομείνει όρθιος στο ερειπωμένο, βρώμικο κτίριο.
Κάποια στιγμή, το βλέμμα του ξεθόλωσε. Είδε πως δεν ήταν μόνος στο ερείπιο, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει ποιοι άλλοι ήταν μαζί του. Τα χαρακτηριστικά τους συγχέονταν και οι φυσιογνωμίες όλων του φαίνονταν ίδιες. Αγριωπές, βρώμικες, ταξιδιάρικες, ταλαιπωρημένες, γερασμένες. Παραιτημένες.
«Εφιάλτες» μουρμούρισε και κοίταξε πάλι έξω. «Σας βαρέθηκα».
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που αποφάσισε να δοκιμάσει. Ήταν μια απόφαση - σταθμός στη ζωή του, γιατί δε μπόρεσε να κάνει πίσω ποτέ, ποτέ δεν μπόρεσε πραγματικά να κατεβεί από τούτο το τρένο του παραλόγου, ποτέ δε μπόρεσε να εγκαταλείψει το καθημερινό του δρομολόγιο. Οι σταθμοί όπου το τρένο σταματούσε διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, κάθε μέρα, πάντα με την ίδια σειρά: Ανάγκη, Αναζήτηση, Τρέξιμο, Χαρά, Προσμονή, Απόλαυση, Ταξίδι… Γκρεμός, Πτώση και Πόνος. Και πάλι από την αρχή… και πάλι… και πάλι…
Προσπάθησε μια φορά να κατεβεί από το τρένο -  το είχε αποφασίσει να αντέξει. Κατέβηκε έπειτα από το Σταθμό της Ανάγκης… και βρέθηκε μόνος, χωρίς να ξέρει πού να πάει, χωρίς να ξέρει ποια θα μπορούσε να γίνει η εναλλακτική του διαδρομή. Κανείς δεν ήταν δίπλα του, κανείς δεν τον πήρε από το χέρι, κανείς δεν του έδειξε το δρόμο. Είχε εγκλωβιστεί σε ένα αέναο δρομολόγιο, αλλά δεν είχε καταλάβει πότε ακριβώς αυτό συνέβη.
 Έψαξε, προσπάθησε να βρει διέξοδο. Και περπατώντας, βρέθηκε μπροστά στην αποβάθρα του σταθμού της Αναζήτησης. Κατάλαβε πως είχε κάνει το πρώτο βήμα, και παίρνοντας κουράγιο, την προσπέρασε. Περπάτησε ώρες, χωρίς να βρει άλλο σταθμό, μα ούτε και μια οδό διαφυγής. Κι όταν πια είχε απελπιστεί, βρέθηκε μπροστά στο Σταθμό του Πόνου. 
Τι πόνος. Ακόμη τον θυμόταν. Έκλαιγε, δεν όριζε το σώμα του. Καιγόταν, τρελαινόταν και προσπαθούσε να αντέξει. Πόσο; Όταν  το τρένο σταμάτησε ξανά μπροστά του, καλώντας τον σε ακόμη ένα δρομολόγιο, δεν μπόρεσε άλλο ν’ αντισταθεί στον πειρασμό και το πήρε. Έκτοτε, δεν προσπάθησε να κατεβεί ξανά. Έτσι κι αλλιώς, θα πάλευε μόνος.
Οι σκιές είχαν γίνει πιο έντονες τώρα. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα του και αντίκρισε τον ουρανό, που στολιζόταν από ένα ολοστρόγγυλο, ασημένιο φεγγάρι. Δεν υπήρχε πια οροφή στο κτίριο, έτσι το φως του φώτιζε το βρώμικο, γεμάτο σκουπίδια χώρο και τις άλλες ανθρώπινες φιγούρες που ταξίδευαν με το δικό τους τρένο.
«Εκεί θέλω να πάω απόψε» είπε. «Στο φεγγάρι. Ίσως να είναι πιο όμορφα εκεί…».
Πήρε το βρώμικο κουταλάκι, έριξε με προσοχή τη σκόνη και έψαξε για τον αναπτήρα του. Άναψε με αυτόν ένα μισολιωμένο κερί, δεν ήθελε να τον τελειώσει. Πήρε τη σύριγγα, ανέβηκε στο σταθμό της Απόλαυσης και ξεκίνησε το Ταξίδι.

19.Kι απόψε, πάλι χτυπά...

Με μολύβι, ποτέ πια.
Είχε, ας το πούμε… ενός είδους… ευαισθησία! 
Δεν το άντεχε. 
Να τσαλακώνει, να σκίζει χαρτιά, να σβήνει ή να μουτζουρώνει…
γενικότερα, να ματαιώνει… τις λέξεις.
Κι ας είχε αποκτήσει πρόσφατα εκείνο το σαγηνευτικό
σημειωματάριο από σκούρο ανακυκλωμένο χαρτί.
Τα βράδια.
Κυρίως τα βράδια, έμπαινε στον πειρασμό, να σκαλίσει με γραφίδα τις σελίδες.
Στο φως του κεριού. Να τραβήξει την πρώτη παράλληλη γραμμή.
Έναν ορίζοντα όπου θ’ ανατείλει λέξη - λέξη, η πρώτη πρόταση. Κι ύστερα η Ιστορία.
Ρωτάς αν είναι προσωπική ιστορία.
Αν είναι καλή η ιστορία, μοιάζει… προσωπική.
Τι σημασία έχει, εντέλει; Αφού είναι μια… καλή ιστορία.    
Κι απόψε τα μολύβια ησυχάζουν στην κασετίνα, όπως τα τρένα στο σταθμό.
Κι απόψε το σημειωματάριο μόλις που ανασαίνει, στο βαθύ συρτάρι, σαν σε λίκνο.
Άλλο ένα βράδυ που περιμένει την Ιστορία να φανεί, ντυμένη και βαμμένη στην πένα, σαν μοιραία γυναίκα του φιλμ νουαρ. 
Βιάζεται να την εμφανίσει στην οθόνη.
Με λαχτάρα, αγγίζει τα πλήκτρα. Που και που σταματάει.
Και, ναι! Φαίνεται, ολοένα, και πιο καθαρά!
Μα είναι θαυμάσιο:
μια φυσιογνωμία
από γράμματα, αριθμούς, σημεία.
Το ακούς αυτό;… είναι χτύπος καρδιάς;
Για μια στιγμή το πίστεψα…
Τόσο με συνεπήρε,  αυτός ο θόρυβος,  από τα δάχτυλα του συγγραφέα…