Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Δουλειές με χάντρες....



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ύφασμα που είχε μερικές χρυσές ανταύγειες από κάτι ανεπαίσθητες χρυσοκλωστές, που βρισκόταν μέσα στην ύφανσή του.
Ήταν που της γυάλισε στο μάτι; Ήταν που της ήρθε έμπνευση; 
Το πήρε στα χέρια της και με σκούρα χρυσοκλωστή  και χοντρή σταυροβελονιά
αρχικά το έκανε έτσι.
Στη συνέχεια κέντησε πάνω του περίπου 5000 χάντρες - πέτρες και το έκανε έτσι. 
Της βγήκαν τα μάτια στο κέντημα αλλά στο τέλος  ολοκλήρωσε το τραπεζοκαρέ.
Τώρα θέλει δυο ταίρια για παρέα του.
 Τα μικρά καρεδάκια που ήδη άρχισαν να δημιουργούνται.
Και μετά από τα μικρά καρεδάκια, 
πρέπει στη συντροφιά να μπει και ένα μακρόστενο της ίδιας οικογενείας 
γιατί τα θέλει να είναι σετ. 
Οπότε καταλαβαίνεται πως δουλεύει μανιωδώς .... 
μέχρι να τελειώσουν όλα και να τους φτιάξει και τα στριφώματά τους.
Να τα περιποιηθεί όπως τους αξίζουν, να τα καλοσιδερώσει, να τα κρύψει 
και να τα αφήσει να περιμένουν τη νύφη, που ίσως να τα εκτιμήσει,
διότι ο κανακάρης της ήταν ξεκάθαρος
"Εγώ δεν βάζω στο σπίτι μου τέτοια πράγματα, όσο είμαι εργένης." 
Γι αυτό μην την παρεξηγείτε 
που δεν πολυασχολείται με αναρτήσεις το τελευταίο διάστημα. 
Κεντάει ασταμάτητα. 
Για ποιάν μιλάω; 
Για την αφεντιά μου βέβαια. 
Αλλά εσείς, όσο εκείνη ασχολείται με τα κεντήματα,
μην παραλείπετε να βαθμολογείτε τις ιστορίες 
του 7ου παιχνιδιού μας "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"
Η προθεσμία για τη βαθμολόγηση λήγει τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 1/3/13.
Τις ιστορίες μας για να διαβάσετε και να βαθμολογήσετε 
θα τις βρείτε εδώ και εδώ.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

1η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 7ου παιχνιδιού " ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"


Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συμμετέχοντες,  στο παιχνίδι μας γιατί με  εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος.
Η συμμετοχή και στο 7ο παιχνίδι μας ήταν κι αυτή τη φορά μεγάλη, παρόλο που η λέξη " αλισάχνη " φάνηκε αρκετά δύσκολη για να τη διαχειριστεί κανείς. 
Ο αριθμός των ιστοριών φανερώνει πως  τιμήσατε για ακόμη μια φορά το παιχνίδι μας ακόμη κι όταν δυσκολευτήκατε.
Δυστυχώς για οικονομία χώρου αναγκάστηκα και έκοψα από τις ιστορίες σας διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους.


[Θέλω να συγχωρήσετε μερικές ατέλειες που προέκυψαν κατά την ανάρτηση των ιστοριών και έχουν να κάνουν με διαφορά χρώματος στο πίσω μέρος της ανάρτησης, διαφορά χρώματος και έντασης γραμμάτων κ.α., αλλά δυστυχώς δεν κατάφερα να τα διορθώσω περισσότερο.]

Τώρα ήρθε η ώρα να μπείτε στον κόπο να βαθμολογήσετε. 
Οι βαθμοί που μπορείτε να βάλετε είναι 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά.
Από σήμερα και για αποφυγή αδικιών είναι πλέον υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε τρεις ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

   Εμένα θα μου επιτρέψετε να μην βαθμολογήσω επειδή:
α) έχω διαβάσει τις ιστορίες πολύ πριν από εσάς
β) γνωρίζω ποιος έστειλε κάθε ιστορία και 
γ) κουράστηκα να τις αναρτήσω, άρα θέλω διάλειμμα όσο εσείς 
    βαθμολογείτε  (αυτό μην το πάρετε στα σοβαρά - πλάκα κάνω)
Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος της ανάρτησης αυτής. 
Χαρά μου θα ήταν να ακούσω και τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 
Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών - παραμυθιών καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.
ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ 1/3/2013
Το Σάββατο  2/3/13 
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του 7ου παιχνιδιού.

Στο 7ο παιχνίδι μας 
μαζεύτηκαν   23 ιστορίες ή παραμύθια
 βασισμένες στις λέξεις:
δρόμος, εποχή, νοσταλγία, αερόστατο, αλισάχνη

και μοιράστηκαν σε αυτήν και την αμέσως παρακάτω  ανάρτηση.

ιστορίες 1 έως 10

1.Μια βόλτα στη θάλασσα 

Το καλοκαίρι, την αγαπημένη μου εποχή, απολαμβάνω πάντα την βόλτα μου δίπλα στην αγαπημένη μου θάλασσα. Κάθε απόγευμα παίρνω τον δρόμο που ξεκινά από το σπίτι μου και καταλήγει ακριβώς στην θάλασσα. Έτσι κι αυτό το απόγευμα. Όμως δεν ήταν σαν όλα τ άλλα. Όταν έφτασα μπροστά στην θάλασσα, μια νοσταλγία με όμορφες εικόνες και αναμνήσεις ήρθαν στο μυαλό μου. Χαμένη στις σκέψεις μου την προσοχή μου τράβηξαν τα φανταχτερά χρώματα του αερόστατου που πετούσε ακριβώς πάνω από το σημείο που στεκόμουν. Ξαφνικά, ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει ελαφρά, κάνοντας την εμφάνιση του ένα μικρό νέφος υδρατμών, η αλισάχνη, χαλώντας για μερικά δευτερόλεπτα την μαγεία της στιγμής!

2.Ήμουν εδώ

   Άλλη μια εβδομάδα. Εξουθενωτική, απαίσια. Ο άνδρας της έφυγε ξανά αμίλητος σήμερα το πρωί. Η έφηβη κόρη της ξεπόρτισε χωρίς την άδειά τους το προηγούμενο βράδυ. Θεοί και δαίμονες μέσα στο σπίτι, ώσπου να τη βρουν.  Στο γραφείο, τους έδωσαν τελεσίγραφο για την ημερομηνία παράδοσης της μελέτης. «Τη θέλουμε χθες» είπαν. Βιασύνη, φόρτος, τρέξιμο.  Άγχος.
    Σχολώντας, μπήκε ταραγμένη στο αυτοκίνητο. Παραζαλισμένη.  Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι. Θυμόταν με νοσταλγία την εποχή που επέστρεφε μετά τη δουλειά, γεμάτη όρεξη να περιποιηθεί την οικογένεια, δίχως  να δίνει σημασία στις πιέσεις και το άγχος.
    Τούτη η εποχή μάλλον είχε περάσει ανεπιστρεπτί.
    Οδήγησε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ο δρόμος, φιδογυριστός, την έφερε σε μία παραλία. Όμορφα ήταν. Πολύ όμορφα. Ένιωσε την ανάγκη να κατεβεί από το αυτοκίνητο, χρειαζόταν λίγο αέρα.
    Κάθισε στην υγρή άμμο και αφέθηκε στις σκέψεις της. Κάποτε, είχε όνειρα… και  την ελπίδα πως θα κατάφερνε να τα πραγματοποιήσει. Όλα φαίνονταν ρόδινα και εκείνη ζούσε τη ζωή, όπως την ήθελε κι όπως την είχε φανταστεί. Τώρα οι καταστάσεις έτρεχαν ερήμην της.
Πήρε ένα ξυλαράκι και άρχισε να ζωγραφίζει ένα αερόστατο στην άμμο. Από μικρή τα λάτρευε, πίστευε ότι όποιος ταξίδευε μαζί τους, βίωνε την υπέρτατη αίσθηση ελευθερίας.
«Πάρε με μαζί σου…» του είπε ζωγραφίζοντάς το.
Ένα κύμα φούσκωσε, το χάλασε. Χαμογέλασε με πικρία. Πήρε ξανά το ξυλαράκι και χάραξε:
«ΗΜΟΥΝ ΕΔΩ»
Στ’ αλήθεια, κάποτε ήταν εδώ.  Εδώ, στη ζωή της. Τώρα πού ήταν; Ένιωθε σαν ρομπότ, προγραμματισμένο να πράττει, να κινείται και να κυκλοφορεί, στερημένο όμως από ανθρώπινα αισθήματα. Κουρασμένο.
Έσκυψε το κεφάλι και κούρνιασε ανάμεσα στα γόνατά της. Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά, νοτισμένα από την αλισάχνη, μυρωμένα από την οσμή της θάλασσας.
Σκέφτηκε την κόρη της, που θα την περίμενε. Θα την αγκάλιαζε, δε θα της μιλούσε, γιατί θα καταλάβαινε ότι δεν ήταν σήμερα εντάξει. Θα της έστελνε εκείνο το χαριτωμένο χαμόγελο που τόσο αγαπούσε και θα την έκανε να ξεχάσει πάλι την προγραμματισμένη τιμωρία. Κι εκείνος, θα ερχόταν απολογούμενος για την πρωινή, άσχημη συμπεριφορά του και θα της έκανε το καθιερωμένο μασάζ στα πόδια. Και οι λογαριασμοί, θα τακτοποιούνταν  κάποια στιγμή. Και η μελέτη, κι αυτή θα γινόταν στην ώρα της. Θα επιδίωκε να συνεργαστούν όλοι μεταξύ τους.
Ανέβλεψε. Το «ΗΜΟΥΝ ΕΔΩ» δεν φαινόταν πουθενά, η θάλασσα το είχε σβήσει.  Έγραψε στη θέση του «ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ». Ύστερα το έσβησε, και  έγραψε: «ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΑ».
Περπάτησε προς το αυτοκίνητο, έβαλε μπρος και πήρε το δρόμο προς το σπίτι.

3.Το σπιτάκι στην παραλία

Τα μισά χρόνια της ζωής της  πέρασαν όμορφα και ήσυχα.
Παντρεύτηκε έναν άξιο και καλό άνθρωπο κι έκανε 3 παιδιά. Τα μεγάλωσε στο σπιτάκι της, που το κύμα έγλυφε  την αυλή του και τα καμάρωνε.
Το πρώτο παιδί της, μια πανέμορφη κοπέλα παντρεύτηκε και βρήκε το δρόμο της κοντά στον άντρα της και τα 2 κοριτσάκια που απέκτησε, φεύγοντας για την Αθήνα.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν αυτό που άλλαξε εποχή στη ζωή της φέρνοντας απότομα βαρυχειμωνιά.
Ο μοναχογιός της, παληκάρι 25 χρονών, λεβέντης και ντελικανής, έπαιζε μπάλα με τους φίλους του στην παραλία, όταν ξαφνικά έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, και οι γιατροί διέγνωσαν καρδιακό επεισόδιο. Έκανε επέμβαση και γύρισε πίσω με συμβουλές των γιατρών για μετρημένη και συντηρητική ζωή.
Μα πως μπορεί να κλείσει κανείς τη θάλασσα ολάκερη σ’ ένα μπουκάλι, τα ξέφρενα νιάτα στη συντηρητική ζωή; Του στοίχησε του παλληκαριού, το ‘ριξε έξω, κάθε βράδυ ξενύχταγε, έπινε, κολύμπαγε, κι όλη μέρα καταγίνονταν  με τη βάρκα του πατέρα του κάτω απ’ τον ήλιο.
Λες και ήθελε να ρουφήξει τη ζωή σε μια ρουφηξιά, να τη ζήσει όλη μαζί σ’ ένα καλοκαίρι.
Ένα σούρουπο, μέσα στη βάρκα του πατέρα του, σωριάστηκε κι ώσπου να τον μεταφέρει  έξω ο φίλος του, που ήταν μαζί του, είχε ήδη ξεψυχήσει.
Ντύθηκε στα μαύρα η μάνα, άφησε γένια ο πατέρας.
Το πένθος συγκλόνισε όλο το χωριό.
Μα η ζωή κυλά, και η μάνα έκανε πέτρα την ψυχή της, κι έπνιξε το κλάμα της.
Για χατίρι του τρίτου παιδιού, της μικρής της κόρης, που ήταν αρραβωνιασμένη, άρχισε στο χρόνο πάνω τις ετοιμασίες για το γάμο της.
Τότε έφτασε δεύτερο χαμπέρι. Το κορίτσι, που το ετοίμαζε για γάμο, ξεψύχησε στην αγκαλιά μιας φίλης από ανακοπή, την ώρα που πήγε να τη συλλυπηθεί για το χαμό της μάνας της.
Μαύρη αλισάχνη σκέπασε το σπιτάκι της παραλίας.
Μαύρο αερόστατο έστειλε ο χάρος κι ανέβασε ψηλά στον ουρανό τις δύο από τις τρεις ψυχές που της χάρισε ο Θεός.
Κύρτωσε το κορμί της, μαύρισε η ψυχή της, βάθυναν τα μάτια της απ’ το κλάμα, ώσπου στέρεψε κι αυτό.
Κλείστηκε στο σπίτι η κυρά-Ρήνη κι έκτοτε δεν ξαναβγήκε...
Μοναδικός ήχος  μέσα στο σπίτι το τικ τακ του αργαλειού της,  που δεν έπαψε να τον χτυπάει ενώ συγχρόνως  μοιρολογεί.
Ο άντρας της γέρασε απότομα, σκοτείνιασε το πρόσωπό του, έσβησε το χαμόγελο για πάντα, αν τον συναντήσεις δεν θα πει καλημέρα. Κάθε απόγευμα χάνεται στο βάθος του πελάγου με τη βάρκα ώσπου να νυχτώσει κι η αλμύρα της θάλασσας να  κάτσει απαλά πάνω στο   αυλακωμένο πρόσωπό του και να μπλεχτεί με τα δάκρυά του.
Έκτοτε ενοχικά πάνε  για μπάνιο στην παραλία μικροί μεγάλοι και ποτέ πια δεν ακούστηκαν φωνές και παιχνίδια, από σεβασμό στη χαροκαμένη μάνα.
Κανένας  δεν άναψε πια φωτιά τα βράδια εκεί και δεν ξανακούστηκαν τραγούδια εφήβων.  
Κι εμείς περνάμε έξω απ’ το σπίτι,  ακούμε το τίκ τακ του αργαλειού και δεν τολμάμε να εξωτερικεύσουμε τη νοσταλγία που νιώθουμε για εκείνα τα  ανέμελα, χαρούμενα χρόνια που περνάγαμε πριν χάσουμε τους φίλους μας.  
(Aληθινή  ιστορία)

4.Ταξίδι δίχως τέλος

Ο δρόμος έφτασε στο τέρμα του, το τέρμα που ο ίδιος είχε ορίσει. Ένα τέρμα που κάποτε σήμαινε την αρχή. Εκεί που είχαν εξομολογηθεί τον έρωτά τους εκείνο το δειλινό έχοντας μοναδικό τους μάρτυρα τον ουρανό, την θάλασσα και την αγάπη τους. «Θα σε αγαπάω για πάντα». Κατέβηκε από το αμάξι και πλησίασε, στάθηκε στο ίδιο ακριβώς σημείο, δίπλα στον γκρεμό. Κοίταξε ακόμα μια φορά την θάλασσα με τέτοιο τρόπο λες και έψαχνε να δει αν βρίσκεται στην θέση της. Εκεί ήταν, ναι, τον καλωσόριζε με την ίδια μανία χτυπώντας τα χέρια της στα βράχια. Θρηνούσε θαρρείς και εκείνη μαζί του. Ανάσανε.
Τέτοια εποχή την είχε γνωρίσει, τέτοια θλιβερή εποχή είχε σταθεί μπροστά του σαν ηλιαχτίδα που ζέστανε μεμιάς τα βάθη της ψυχής του στο καταχείμωνο. Τον κοιτούσε με εκείνα τα γλυκά, μελένια της μάτια, αχ αυτά τα μάτια, που πρόσδιδαν πάντα μία νοσταλγία για την κοριτσίστικη αθωότητα που έκρυβε μέσα της, και του έγνεφε με λάγνο τρόπο να την κάνει παντοτινά δικιά του. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά στην άκρη του γκρεμού. Φλέρταρε με το απόλυτο κενό όπως είχε φλερτάρει με τον απόλυτο έρωτα, απροκάλυπτα, μα δεν τον τρόμαζε πλέον τίποτα, γιατί ο μοναδικός του τρόμος είχε ήδη γίνει πραγματικότητα, την είχε χάσει για πάντα.
Μέσα του ένα αερόστατο φούσκωνε με γοργούς ρυθμούς από σκέψεις για να τον ταξιδέψει ξανά στις 5 ηπείρους του κορμιού της, σε ένα κορμί, αχ αυτό το κορμί, που πάντα του άρεσε να χάνεται. Έκλεισε τα μάτια του κοιτώντας προς τον ουρανό και έσφιξε τις γροθιές του δυνατά. Την ένιωθε ακόμα ζεστή επάνω του και αυτό τον πονούσε, ναι τον πονούσε δυνατά, και αυτός ο πόνος είχε έρθει και είχε φωλιάσει για τα καλά μέσα του, απρόσκλητος, σύμμαχος πόνος στην κάθε του πνοή. Τα πόδια του σχεδόν βρίσκονταν στον αέρα μα δεν ένιωθε τίποτα πια. Άνοιξε τα μάτια του και εστίασε ακόμα μια φορά στην θάλασσα, αχ αυτή η θάλασσα, που ζήλεψε θαρρείς και έκλεψε μακριά του ότι πολυτιμότερο είχε. «Δεν σε φοβάμαι γιατί μέσα σου βρίσκεται η αγάπη μου».
Εκείνη αγρίεψε περισσότερο μα εκείνος διέκρινε μόνο την γαλήνη. Μέσα από την αλισάχνη της έβλεπε εκείνη, την αγάπη του, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της, αχ αυτά τα μαλλιά,  να αιωρούνται στα κύματα και να παίζουν με τα δελφίνια. Του έγνεφε, ναι του έγνεφε, με τον ίδιο λάγνο τρόπο για να την κάνει ακόμα μια φορά δικιά του. Άπλωσε το χέρι του όπως το άπλωνε πάντα για να την αγκαλιάσει. «Έρχομαι αγάπη μου». Την έφτασε, ναι την έφτασε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, στο πιο σύντομο και λυτρωτικό ταξίδι της ζωής του, και την αγκάλιασε σφιχτά με τα δυο του χέρια. Είχε γίνει ένα με εκείνη για μία ακόμα τελευταία, παντοτινή φορά. Η θάλασσα άπλωσε το πέπλο της και τους σκέπασε για να τους κρατήσει για πάντα μαζί, όπως της είχε υποσχεθεί, στο ίδιο σημείο, την ίδια εποχή, και ύστερα.. ύστερα ημέρεψε, γαλήνεψε, γιατί μέσα της έκρυβε όλη την αγάπη του κόσμου που ήρθε μέσα απ’ ένα ταξίδι σύντομο, λυτρωτικό, παντοτινό, ένα ταξίδι δίχως τέλος.   

5. Τ΄ απομεινάρια μιας ζωής…..

Πάντα μου άρεσαν τα παλιά αντικείμενα, οι φωτογραφίες, οι ιστορίες, αλλά αυτή η έντονη νοσταλγία που έχει τρυπώσει στη σκέψη μου με έκανε να πάρω την απόφασή μου και να ανέβω αξημέρωτα σχεδόν, τη στριφογυριστή σιδερένια  σκάλα στην ταράτσα του πατρικού μου.
Εκεί πάνω, το άλλοτε ευρύχωρο πλυσταριό, έχει μεταμορφωθεί σε αποθήκη.
Αποπνέει μία μαγική έλξη για μένα αυτός ο χώρος, άνοιξα με το παλιό σιδερένιο κλειδί και διαβαίνοντας το κατώφλι, είχα την αίσθηση μια άλλης εποχής.
Προχώρησα και περιεργάστηκα γύρω μου, στον τοίχο το καρυδένιο πορτ-μαντώ της γιαγιάς, κουτιά με βιβλία, το ξύλινο αλογάκι του αδελφού μου, το μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο, δύο πολυθρόνες σκεπασμένες με λευκά σεντόνια και εκεί στο βάθος οι καπελιέρες και τα δύο τεράστια  μαύρα μπαούλα με τους μπρούτζινους καμπαράδες, οι θησαυροί της Μαριόν όπως έλεγε η μητέρα μου.
Η γιαγιά μου γεννήθηκε από έλληνες γονείς στην Αγία Πετρούπολη το 1916 και την ίδια χρονιά, ο πατέρας της βρήκε ταλαιπωρημένο και περιπλανώμενο στο λιμάνι ένα μικρό κορίτσι 4-5 ετών, που το περιμάζεψε και το υιοθέτησε, τη Μαριόν. Είπανε πως το κοριτσάκι ξέμεινε από κάποιο μπουλούκι θεατρίνων ή ότι το παράτησε μια ομάδα τσιγγάνων που είχε μπαρκάρει προ ημερών, όμως κανείς δεν ήτανε σίγουρος για  την αλήθεια.
Η Μαριόν και η γιαγιά μου η Ευγενία, έγιναν αγαπημένες αδελφές και αχώριστες φίλες,  μεγαλώσανε μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι  όπου βρεθήκανε  με τους γονείς τους και άλλους ρώσους εμιγκρέ  μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.
Η Μαριόν έγινε σπουδαία  ηθοποιός και η γιαγιά Ευγενία, μοδίστρα σε έναν από τους σπουδαιότερους οίκους μόδας της εποχής.
Η γιαγιά γνώρισε έναν ΄Ελληνα έμπορο, τον παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1938, η Μαριόν ερωτεύτηκε τον Φιλίπ, έναν αριστοκράτη φλαουτίστα  και έζησε μαζί του έναν παθιασμένο έρωτα, μέχρι τον τραγικό θάνατό του, στις 6 Μαϊου 1937 όταν το ζέπελιν ΧΙΝΤΕΜΠΟΥΡΓΚ, το καύχημα της γερμανικής αεροναυπηγικής καταστράφηκε κατά την προσγείωση στο
21ο ταξίδι του στις ΗΠΑ.
Η Μαριόν μετά το ξέσπασμα του πολέμου έγινε ενεργό μέλος της αντίστασης,  τη συνέλαβαν, καταδικάστηκε σε θάνατο, διέφυγε  στην τότε ελεύθερη Ισπανία και από εκεί στις ΗΠΑ.
Διατηρούσε τακτική αλληλογραφία επί 50 χρόνια με τη γιαγιά, αντάλλασσαν φωτογραφίες, δώρα, κάρτες, μέχρι την ημέρα που η Μαριόν έγραψε με την πέννα της και τα ωραία καλλιγραφικά της γράμματα, «Τζενύ, ο δρόμος μου τελείωσε, θέλω να γυρίσω κοντά σου»
Πράγματι γύρισε και πέθανε στην αγκαλιά της γιαγιάς ένα χρόνο περίπου αργότερα.
Ανασηκώνω το καπάκι του μπαούλου, είναι γεμάτο επιστολές, καρτ ποστάλ, άλμπουμ με φωτογραφίες,  η Μαριόν με τον Φιλίπ σε ένα αερόστατο,  με φίλους σε ένα μπιστρό, στην ΄Οπερα, η Μαριόν σε διάφορους ρόλους στο θέατρο, ο Φιλίπ και ο σκύλος του ο Αρνώ, το σημειωματάριο με  τα ποιήματά της, όλα γραμμένα στα γαλλικά, «Η πνοή της ελευθερίας», «Μορφές της αλισάχνης», «Σπαραγμός», «Για σένα»….
Στο δεύτερο μπαούλο μερικά από τα φορέματά της,  δαντελένιες εσάρπες, μία τράπουλα ΤΑΡΩ, δύο βεντάλιες κοκάλινες, 3 ζευγάρια γάντια, το παράσημο εξαιρέτων πράξεων μέσα στο μπλε βελουδένιο του κουτί, τ’ απομεινάρια μιας ζωής ……

6.Νυχτερινός Ερωτικός

Για μια στιγμή ακροβάτησε του ηλιάτορα η άκρια
στην ζώνη του ορίζοντα κι ευθύς μετά
ανάμεσα στων αστεριών τον δρόμο εχάθη
Εκείνες τις ώρες έσμιξε το χέρι μου με το δικό σου χέρι
σε μια εποχή που οι αμυγδαλιές στο μεσονύχτι ανθίζουν
μέσα σε μια μυσταγωγία αρωμάτων μεθυστική
Κανέλα και γαρύφαλλο στην φλόγα να χορεύουν
κι η μοίρα που κυβερνά την μοναξιά στ΄ ασήμι
το ξεχασμένο είδωλο με νοσταλγία να της δείχνει
Μια διαβατάρικη ζωή σαν χάρτινο αερόστατο πεθαίνει
μες σ΄ ένα θρύψαλο ουρανό  μες στον αποσπερίτη
γαντζώνεται στα σύγνεφα , στ΄ άστρα φιλί γυρεύει
Γυμνή απέμεινε  η ψυχή στ΄ απέραντο του σκότους
και  τ΄ ακροδάχτυλα μ΄ απελπισιά γυρεύουν σάρκα
μόνο για λίγο να πιαστούν προτού χαράξει η μέρα
Εκεί κοντά στο χάραμα δίπλα στ΄ ακροθαλάσσι
Το σώμα μου βράχος γίνεται ‘ το σώμα σου το κύμα
κι αλισάχνη ο έρωτας πέρα από το γαλάζιο

7. Η απόφαση

Δρόμοι πολλοί,
εποχές τέσσερις..
Διάλεξε έναν δρόμο 
και μια εποχή 
να ξεκινήσουμε.
Μην περιμένεις 
να βρεις τον σωστό·
δεν υπάρχει
σωστός δρόμος
παρά μόνο
σωστός προορισμός..
Μην περιμένεις
την κατάλληλη εποχή,
δεν υπάρχουν 
κατάλληλες εποχές
παρά μόνο 
κατάλληλοι άνθρωποι·
κι ας φύγουμε μακριά 
από τα πριν...
Μικρά κι ασήμαντα 
ας φαίνονται στα μάτια,
όλα τα χθες.
Ας πετάξουμε κάτω
-έξω από το αερόστατο
της αγάπης μας-
κάθε βάρος, κάθε νοσταλγία
που μας κρατάει δεμένους,
κι ας τα βλέπουμε
να γίνονται αλισάχνη,
πάνω στα βράχια της ζωής
που πίσω μας αφήνουμε..

8.Το ταξιδιάρικο αερόστατο

Αχ και να ήμουν σε αερόστατο επάνω, στα σύννεφα να φτάνω
και στις ψηλές κορφές να κάθομαι λιγάκι για ν’ ανασάνω.
Να βλέπω από εκεί ανθρώπους μεγάλους και παιδιά να με κοιτάζουν με χαρά.
Χρώματα το αερόστατο να αλλάζει ανά εποχή,
πράσινο και ροζ την άνοιξη, το καλοκαίρι μπλε και πορτοκαλί,
κόκκινο και κίτρινο το φθινόπωρο και το χειμώνα άσπρο και γκρι.
Κάθε μέρα και σε άλλο τόπο πετώντας να πηγαίνω, σε όλο τον κόσμο να ταξιδεύω.
Και σαν με πιάσει η νοσταλγία για αγκαλιές και ζεστασιά,
μία ωραία πρωία το δρόμο για το σπίτι θα πάρω ταχιά,
γεμάτος εικόνες από ξένα μέρη, κουβαλώντας και μια ζωγραφιά,
δώρο για τη μαμά και τον μπαμπά, να καμαρώσουν του κόσμου την ομορφιά.
Και ενώ εγώ θα τους διηγούμαι όλα τα παράξενα τα δρώμενα καθαρά και ξάστερα,
και θα τους περιγράφω της φύσης τα απαράμιλλα θαύματα
που είδα κιόλας από τα χαράματα,
όπως την ομίχλη της θάλασσας, αλισάχνη την λεν θαρρώ,
θα με κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό, και θα μου λένε «ω! μα αυτό είναι φοβερό!», τότε μόνο ήσυχος θα αποκοιμιέμαι, όνειρο πάλι για να δω
ότι ήμουν λέει επάνω σε αερόστατο πολύχρωμο, φουσκωτό και
πέρα για πέρα αληθινό!

9.Το αερόστατο

Έβρεχε όλη νύχτα. Ήταν μια βροχή χλιαρή και άρρωστη, κολλούσε στο δέρμα και τρύπωνε στους πόρους, όπως η αλισάχνη φωλιάζει στις ρωγμές των βράχων. Αποφάσισα να μείνω σπίτι εκείνη την ημέρα· η μουντή ατμόσφαιρα και ο γκρίζος ουρανός μου προκαλούσαν μια μελαγχολία που είχα χρόνια να αισθανθώ. Πήρα μια παλιά νουβέλα μυστηρίου και βολεύτηκα στην αναπαυτική μου πολυθρόνα, πλάι στο παράθυρο. Το λιγοστό φως που κατάφερνε να φτάσει ως τις σελίδες του βιβλίου μου, με έκανε γρήγορα να εγκαταλείψω την ανάγνωση. Δεν ήθελα να ανάψω τη λάμπα. Το ηλεκτρικό φως πάντα μου προκαλούσε κατάθλιψη.
Κοίταξα έξω, τον άδειο επαρχιακό δρόμο και πιο πέρα τα απέραντα χωράφια που δέχονταν στωικά τα υγρά μαστιγώματα τ’ ουρανού. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη ερημιά του γκρίζου τοπίου, το μάτι μου έπιασε κάτι παράταιρο. Μια χρωματιστή κουκκίδα έμοιαζε να πέφτει από ψηλά, σχηματίζοντας σταδιακά γωνία με το έδαφος, μέχρι που προσγειώθηκε κάπως άτσαλα στα ριζά του λόφου, πέρα απ’ τους αγρούς. Ένα… αερόστατο! Τι παράξενο θέαμα για την περιοχή και κυρίως γι’ αυτή την εποχή του χρόνου, με τέτοια κακοκαιρία!  Χρόνια είχα να δω αερόστατο και προσπαθώντας να θυμηθώ από πότε, μια αλλόκοτη νοσταλγία με πλημμύρισε. Ωστόσο έπρεπε να βιαστώ. Ήμουν σίγουρη ότι είχαν αναγκαστεί να προσγειωθούν εξαιτίας της βροχής που όλο και δυνάμωνε. Δε βρισκόταν κανείς τριγύρω, αφού ο καιρός δεν επέτρεπε αγροτικές εργασίες και το μόνο σπίτι για τα επόμενα πέντε χιλιόμετρα ήταν το δικό μου. Άρα εγώ ήμουν η μόνη που μπορούσε να τους βοηθήσει.
Φόρεσα βιαστικά τις γαλότσες μου και βγήκα από το σπίτι, κατευθυνόμενη όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς το μέρος του μπαλονιού. Το υγρό χώμα δυσκόλευε την πορεία μου και έγινα μούσκεμα από τη νεροποντή, όμως εγώ συνέχιζα να επιταχύνω, λαχανιασμένη, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο, μέχρι που σκόνταψα σε ένα κλαδί και βρέθηκα πεσμένη μπρούμυτα μέσα στο βούρκο. Ανασηκώθηκα με κόπο, λασπωμένη από την κορυφή ως τα νύχια, και όταν κατάφερα να καθαρίσω τα μάτια μου, ανακάλυψα με τρόμο ότι το αερόστατο, που πριν λίγο βρισκόταν μερικά μέτρα μπροστά μου, είχε εξαφανιστεί.
Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν λιποθυμήσω. Ξύπνησα μερικές ώρες αργότερα, ξαπλωμένη στο ζεστό μου κρεβάτι, φορώντας καθαρές πιτζάμες, με την κόρη μου στο προσκεφάλι μου.
«Μη φοβάσαι, μαμά», μου ψιθύρισε γλυκά. «Όλα πέρασαν τώρα. Είχες πάλι μία από τις κρίσεις σου».
Και τότε ξαφνικά, μια κουρτίνα τραβήχτηκε μέσα στο μυαλό μου. Όλα ξεκαθάρισαν.
«Τι ημερομηνία έχουμε;» ρώτησα.
«27 Νοεμβρίου», απάντησε εκείνη. «Πάνε δέκα χρόνια από τότε που ο μπαμπάς είχε το ατύχημα με το αερόστατο».
«Σωστά», είπα και γύρισα το κεφάλι μου προς το παράθυρο. Το αερόστατο ήταν εκεί και με περίμενε.

10.Η Μαρίνα

Στο χωριό, όλοι το 'ξεραν. Και διάλεξαν, μικροί μεγάλοι, να παίξουν το παιχνίδι ώστε η Μαρίνα να τελειώσει ήσυχα και όμορφα τη ζωή της. Διότι όλοι ήξεραν την ιστορία της ή μάλλον την ιστορία του Παύλου και της Μαρίνας.
Ο Παύλος γεννήθηκε στο χωριό και μικρός ακόμη έχασε τον πατέρα του σε μια μακρινή θάλασσα. Η Μαρίνα βρέθηκε ένα βράδυ στην άκρη του δρόμου χωρίς αποσκευές και απ' ότι φαίνεται χωρίς παρελθόν. Έμοιαζε φοβισμένη, εύθραυστή και μια και δυο την υιοθέτησαν. Μήπως δε μάζευαν τα πληγωμένα θαλασσοπούλια ;
Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, λίγο άγρια κι όμως ο Παύλος την ερωτεύτηκε. Ήταν ο μόνος που κατάφερε να την πλησιάσει και να την εξημερώσει. Ήταν και οι δυο φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ένωσαν τις μοναξιές τους, επούλωσαν τις πληγές τους... Έφτασε να τον ακολουθήσει πέρα, στο απομακρυσμένο νησί. Διότι ο Παύλος ήταν φαροφύλακας και πέρασαν εκεί πάνω από τριάντα χρόνια, απλά και μακριά απ' όλους.
Από τη δουλειά του της έμαθε όλα τα κόλπα. Πώς να ανάβει τις κατόπτρες, να χειριστεί τους λεβιέδες, να πατήσει τις σειρήνες. Ο φάρος της αποκάλυψε σιγά τα μυστικά του. Από τη φθορά αναγνώριζε την κάθε πλάκα στο διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα των μηχανών, μπορούσε να ονομάσει κάθε λεπτομέρεια στην οποία άπλωνε το χέρι.
Στο νησί το κάθε μονοπάτι της ήταν γνώριμο. Μπορούσε να προσανατολιστεί ακόμα με το πάφλασμα των κυμάτων και της άρεσε να οσμιστεί το ιώδιο που έβγαινε από την αλισάχνη.
Ο χρόνος έμοιαζε σταματημένος. Κι όμως κύλησαν οι μήνες, τα έτη και κάποτε πέθανε ο Παύλος.
Η Μαρίνα αποφάσισε να μείνει μόνη της στο καταφύγιό τους. Εκεί πάντα ένιωθε ασφαλής. Βέβαια πού και πού τη βάραινε η μοναξιά, την έσφιγγε η νοσταλγία. Προπαντός όταν λυσσομανούσε η φουρτούνα και δυνατοί άνεμοι πάλευαν με τα τείχη του φάρου. Τότε άναβε τον ασύρματο και όλο και κάποιος από το χωριό της μιλούσε, της διηγόταν τα μεγάλα και τα μικρά γεγονότα από τις οικογένειες των ψαράδων. Τελευταία μάλιστα είχε περάσει πάνω από το χωριό ένα πλουμιστό αερόστατο που γύριζε όλο τον κόσμο. Για να γιορτάσουν το συμβάν είχαν στήσει ένα μεγάλο πανηγύρι και τα παιδιά λαχτάριζαν να της πουν όλες τις λεπτομέρειες. Έπλεε σε πελάγη χαράς.
Κάθε Πέμπτη, όποια εποχή και να ήταν, κατέβαινε στο μόλο να παραλάβει τα δέματα που της έστελναν. Κονσέρβες, τρόφιμα και πότε-πότε μερικές λιχουδιές. Εκείνη έτρωγε σαν το πουλάκι μα της άρεσαν αυτά τα ραντεβού με τον απέναντι κόσμο. Η όλη τελετουργία της θύμιζε πόσο σημαντική ήταν η αποστολή της. Το άναμμα του φάρου είχε γίνει πια ο λόγος της ύπαρξής της.
Στο χωριό το 'χαν κρυφό καμάρι, εδώ και κάποια χρόνια, όλα είχαν συστηματοποιηθεί κι ο φάρος ελεγχόταν ηλεκτρονικά από τη στεριά. Μα από πάντα η Μαρίνα ήταν τυφλή. Και κανείς δεν πήρε ποτέ το θάρρος να της το πει.

OI ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ 13 ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

2η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 7ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"



ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΩΝ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ 7oυ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

 "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ιστορίες από 11 έως 23
11.Οι  Δρόμοι της Σκέψης

Δεν ήμουνα, δεν μπόρεσα
δεν βρήκα άλλο δρόμο
δεν βρήκα  την μιλιά  σωστή
να κάνω λόγο κόμπο… 
Επέμενα  και θύμωσα
και  κοίταξα ξοπίσω
να βρω μια σκέψη πιο σωστή
που’ χα  μιαν  άλλη  εποχή
εκεί που βρίσκεται  η αυγή
μια  δυνατή κατακραυγή.
Συννεφοπερπατούμενος
και νεφοκαθισμένος…
πιάνω  μολύβι  και  χαρτί
τετράστιχο να γράψω
σκέψη να κάνω και γραφή
τη νοσταλγία μιας ψυχής
που  έμενε επάνω.
Κι όμως  αυτή δεν κάθεται
εκεί ψηλά πετάει
με του ονείρου τα  φτερά
και  σιγοτραγουδάει.
Άστατο  αερόστατο
η σκέψη μου και πάει
μου παίρνει  κάθε τι καλό
που΄ ρχεται μέσα στο μυαλό
η άνωση τραβάει.
Όσο ψηλά κι αν πέταξα
δεν βρήκα να κολλήσω
στης αλισάχνης συντροφιά
στίχο  χαζό και  σύντομο
απλά  να  στιχουργήσω.
Και τώρα κλείνω  βιαστικά
να πάω στην κουζίνα
γιατί καλή η στιχουργική
αλλά προσγείωση ομαλή
              γιατί…
    έχω και φασίνα!...

12.Ήταν μια άλλη εποχή...

Ήταν μια άλλη εποχή. Η εποχή της νοσταλγίας.
Ναι, σε κείνη έζησα.
Γεμάτη στιγμές, γεμάτη πάθη, γεμάτη λάθη,
γεμάτη μίσος και αγάπη.
Ήταν μια άλλη εποχή.
Τα όνειρα πετούσαν μακρυά αλλά και κοντά,
σαν κλεισμένα σε ένα πολύχρωμο αερόστατο.
Σε κείνη τη φούσκα μέσα
έψαχναν να βρουν προορισμό. Μια κατεύθυνση.
Το δρόμο τους.
Ήταν μια άλλη εποχή.
Εκεί που η ελπίδα χάνεται στην αλισάχνη 
και δραπετεύει μέσα στα κύματα.
Ήταν μια άλλη εποχή.
Η δική μου!

13. Η θεία μας η Βάγγιω

Πάει μια βδομάδα τώρα που έχω μια περίεργη διάθεση αναπόλησης να το πω; νοσταλγίας; φυγής από το παρόν; ίσως οφείλεται στην ηλικία ,ίσως πάλι το βάρος των προ­βλημάτων και οι έγνοιες της καθημερινότητας , έχουνε δημι­ουργήσει την ανάγκη μιας βαλβίδας διαφυγής, μέσω της διολίσθησης της σκέψης , σε εποχές που όλα ήτανε χαλα­ρά, απροβλημάτιστα, χρωματισμένα με τα κραγιόνια των παιδικών μας χρόνων,  «ντυμένα» με τη μουσική του ραδι­οφώνου και του πικ-απ ….. Ολοκάθαρα ξεπηδάει από τη μνήμη μου,  πέρα από τη θύμηση των γονιών μου, η κυρίαρχη φιγούρα της θειας της  Βάγγιως, λιπόσαρκη, ψηλή, με τα σγουρά γκρίζα μαλλιά της τυλιγμένα σε χοντρή πλεξίδα γύρω από το κεφάλι της, σαν φωτοστέφανο, τα βιολετιά διεισδυτικά της μάτια και τα ροζιασμένα χέρια της , που το χάδι τους ήτανε μαγικό…. Η θεία η Βάγγιω ήρθε να μείνει μαζί μας , όταν γεννηθή­κανε τα δίδυμα αδέλφια μου . Ενάμισι χρόνο πριν είχε μπει στην οικογένεια και η εξαδέλφη μου η Φυλλιώ , μετά τον τραγικό θάνατο των γο­νιών της σε  δυστύχημα. Έφερνε βόλτα όλο το σπίτι, το περι­βόλι, και κουμαντάριζε αριστοτεχνικά  εμάς τα παιδιά. Τη Βάγγιω την είχε κλέψει στα δεκαεπτά της ένας  λεβέντης, αξιωματικός, μοναχογιός ενός μεγαλο­τσιφλικά και την στεφάνωσε, παρά την άρνηση των γο­νιών του. Άτυχη όμως, δεν απέκτησε  παιδιά και χήρεψε στα είκοσι έξι. Με το ζόρι σχεδόν, για χάρη του πατέρα μου, που τον λάτρευε , ήρθε να μείνει μαζί μας. Εκτός από τον πατέρα μου, η θεια η Βάγγιω λάτρευε και τον Άγιο Φανούριο, τον είχε δει πάμ­πολλες φορές ολοζώντανο όπως διηγιότανε, να τη συμ­βουλεύει και να την ευλογεί .
Η Βάγγιω ήξερε τις απαντήσεις σχεδόν για όλα τα ερωτή­ματα, εξηγούσε τα όνειρα, διαισθανότανε τους κινδύνους, τις αρρώστιες τις κακοτοπιές και μπορούσε να συμβουλεύ­ει σοφά και διορατικά μικρούς και μεγάλους.
Κάποτε μου είπε: «Σαν δεις το κόκκινο αερόστατο, θα συμβεί κάτι χαρούμενο γρήγορα! » Και πράγματι, χρόνια αργότερα, όταν ονειρεύτηκα ότι τα­ξίδευα μ’ ένα κόκκινο αερόστατο, σ’ ένα μήνα σχεδόν αφού πή­ρα το πτυχίο της Νομικής, γνώρισα τον άνδρα μου !!! Στη Φυλλιώ είχε πει: «Αυτά τα μικρά χε­ράκια θα γιατρεύουνε ματάκια» επαληθεύτηκε!!! Οφθαλ­μίατρος έγινε η Φυλλίτσα μας !!! Τα δίδυμα τα ταχτάριζε προφητικά….  «Νταχτιρντί το παλληκάρι, σπαθί θα ‘χει στο θηκάρι! Πού ‘ναι το να το χαρώ σε παπόρι αργυρό !!!»  Αξιωματικός έγινε ο πρώτος, καπετάνιος ο δεύτερος.  Και τη μάνα μου είχε προειδοποιήσει ένα καλοκαίρι, που κάναμε διακοπές στην Αίγινα : «Μακριά από τις αλισά­χνες, αίματα βλέπω ψηλά στο δρόμο » και την επομένη, μάθαμε πως μια γυναίκα είχε γκρεμιστεί από τα βράχια στην άκρη του όρμου. Και την εκδημία της διαισθάνθηκε, ενημέρωσε τους γονείς μου: «αύριο θε να ‘ρθει ο Άγιος Φανούριος με τον Αρχάγγελο και θα τους  ακο­λουθήσω». Λούστηκε, πλύθηκε, μετάλαβε, έφτιαξε και τη μοσχομυριστή πίττα για συχώρεση της μητέρας του Αγίου, και την επομένη , 27 Αυγούστου, τη βρήκαμε στο κρεβάτι της,  πα­γωμένη και γαλήνια με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος…..
Παράξενο, το μεσημεράκι που ξάπλωσα, ονειρεύτηκα, ένα κατα­κόκκινο αερόστατο να έρχεται προς το μέρος μου…..
της !

14.Το όνειρο του Μηνά

Από μικρός ο Μηνάς ήθελε ένα πράγμα μοναχά: να πετάξει με αερόστατο. Από τότε που διάβασε "Τον γύρο του κόσμου σε 80 μέρες", ήθελε να γυρίσει τον κόσμο όλο, μα να κάνει το ταξίδι του αυτό με ένα μεγάλο χρωματιστό μπαλόνι, για να βλέπει τον κόσμο από ψηλά. Και δως του να γεμίζει τα χαρτιά του με πράσινα-κόκκινα-μπλε μπαλόνια, να φτιάχνει τα σπίτια μικρά, τη γη τεράστια.....
Μεγάλωσε λοιπόν ο Μηνάς με όνειρα και κρυφούς καημούς.
Μια μέρα χωρίς προειδοποίηση καμιά ( λες κι ο θάνατος σου στέλνει πρόσκληση) τους άφησε ο πατέρας για την άλλη ζωή, αφήνοντάς τους μαζί κι όλα του τα χρέη. Κι έμεινε μόνος ο Μηνάς με τη μάνα του να προσπαθούν να τα βολέψουν με μια σύνταξη. Δεν ήταν εύκολες εποχές πια... Κι ο Μηνάς, που άλλοι στη θέση του ήταν παντρεμένοι με παιδιά, δεν είχε σταθερή δουλειά, δεν είχε παιδιά, δεν είχε γυναίκα εδώ που τα λέμε. Ντρεπόταν τις στιγμές που συναντούσε στο δρόμο κανα παιδικό του φίλο με τα παιδιά του αγκαλιά, άλλον με τη γυναίκα του πιασμένη από το χέρι, ντρεπόταν που έπαιρνε από τη μάνα λεφτά για τα τσιγάρα του, άντε και για έναν καφέ στου Μπάμπη το καφενέ, ντρεπόταν για τα όνειρα που τα έκρυψε κάτω από το παλιό το στρώμα του κι απόμειναν μόνο παιδικές ζωγραφιές......
Μαζεύονταν τακτικά στου Μπάμπη το καφενέ και δυο-τρία άλλα μπακούρια και ρεμάλια σαν κι αυτόν κι εκεί ένιωθε κάποιος -όχι απόκληρος και χαμένος! Φιλοσοφούσαν τη ζωή, τα έβαζαν με την "άτιμη την κοινωνία", με την κρίση, με ό,τι τους βόλευε τελικά, έτσι ώστε να νιώσουν κι αυτοί σπουδαίοι, που ήξεραν γιατί δεν έβαλαν κουλούρα στο κεφάλι!
- Εμείς έχουμε μυαλό ξουράφι. Όχι σαν τον Σταύρακα τον μπαγλαμά που άφησε και τον τύλιξε η μανταμίτσα και τώρα τρέχει και ξεσκατίζει!
Κι έπιαναν μετά και τις νοσταλγίες...
-Θυμάσαι ρε Μηνά τι ωραία που ήταν τότες που ήθελες τη Σούλα κι εγώ τη φιλενάδα της την...πως την έλεγαν ρε Μηνά; Για θυμήσου...-Λιτσάκι ! -Α γεια σου; Και τις παίρναμε στο κατόπι.... "Έλα έχω και κότερο! Πάμε μια βόλτα;"
Ε ρε γλέντια που κάναμε!  Ευτυχώς που δεν μας τύλιξε εμάς κανένα φουστανάκι! Κι έφτυναν τον κόρφο τους!
Γελούσε ο Μηνάς και καμάρωνε μαζί τους. 
Μα σα γυρνούσε στην κάμαρά του κι έμενε μόνος του, έπαυε τα γέλια και το καμάρι. Καθώς έγερνε στο πλάι να κοιμηθεί αναρωτιόταν ποιον κορόιδευε.... Ποια γυναίκα να πλησιάσει χωρίς δουλειά; Πού πήγε η παιδική του δίψα; Πώς άφησε τη ζωή του να κυλήσει έτσι άχρηστη, κενή...
Κάθε φορά που έγερνε να κοιμηθεί πάλι τους ίδιους όρκους έδινε.... την άλλη μέρα θα έψαχνε για δουλειά, δεν θα πήγαινε στου Μπάμπη το καφενέ, δεν θα κορόιδευε την ευτυχία των άλλων....
Έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν στη φαντασία ... Και τότε άχνιζαν τα όνειρα του Μηνά σαν αλισάχνη. Μέσα στον ύπνο του γινόταν ξανά ταξιδευτής, πετούσε μακριά με το χρωματιστό μπαλόνι του , περνούσε χώρες και πεδιάδες, βουνά και καταγάλανα νερά....
Και τότε μέσα από το καλάθι του αερόστατου ακουγόταν μια παιδική φωνούλα... "φτάνουμε μπαμπάκο";

15.Πετάγομαι πάνω

Να’ μαι κι εγώ… Καλώς σας βρήκα!...Δεν άργησα πολύ ε; Έχασα το δρόμο μου και μπλέχτηκα στα στενά. Είναι κι αυτή η βροχή που δε λέει να κοπάσει… Τι έχουμε απόψε;… Α, τσιπουράκι και γαύρο μαρινάτο!...  Μισό να πεταχτώ να βρω την παλιά κασέτα του Στέλιου. Να το κάψουμε απόψε! Το σύμπαν!  «Στην υγειά μας και να πεθάνει ο φόβος!». Κι ύστερα να βάλουμε τον Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου, ν’ ανταλλάξουμε στίχους και ματιές και φιλιά και χτυπήματα στην πλάτη. Να τσουγκρίσουμε ποτήρια και να ματώσουμε με τον  «Αύγουστο» του Νικόλα. Κι αν είναι να κλάψουμε, ας το κάνουμε τραγουδώντας την «Καντάτα για τη Μακρόνησο». Να ξαναστήσουμε Κυριακάτικα τραπέζια, με λινά τραπεζομάντηλα και μυρωδιές ψητού. Να περιμένει η μάνα μας στην ορθάνοιχτη αυλόπορτα και τα μάγουλα των παιδιών να τα γδέρνει η αλισάχνη κι οι φανέλες τους να μυρίζουν  ιδρώτα απ’ το παιχνίδι. Να μου κόβεις βουκαμβίλιες απ’ το ενετικό πηγάδι και να στολίζεις τα μαλλιά μου στο φεγγαρόφωτο. Να διαβάζουμε βιβλία και να λιώνουμε τις νύχτες σε ξύλινα τραπέζια, με ρακές, αναλύσεις και πειράγματα. Να μου αγγίζεις κρυφά το χέρι κάτω απ’ το καρό τραπεζομάντηλο. Να ερωτευόμαστε το φιλότιμο, την καθαρή ματιά, το στητό περπάτημα, τη μαγκιά του πονεμένου που σφίγγει τα δόντια, να γινόμαστε ένα μικρό σύμπαν, μια ατσαλένια γροθιά.  Να γινόμαστε «ένα»…
Όχι μωρέ, δεν είναι η νοσταλγία που μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Στ’ αλήθεια είμαι εδώ κοντά σας. «Πώς ήρθα;»…  Από μια χαραμάδα του χρόνου τρύπωσα κι άλλαξα διάσταση. Αντί για το τέρμα, ξαναγύρισα πίσω, στην εποχή της αφετηρίας. Είχα και μια παλιά φωτογραφία, κειμήλιο του συγχωρεμένου του παππού μου. Την πήρα μαζί μου για χάρτη, στην πορεία μου προς το «Κάποτε».  Τότε που γρατζούναγε το μπουλγαρί με τον Φουσταλιέρη και σηκωνόταν ο πατέρας, με τα χέρια ανοιγμένα σαν το Χριστό πάνω στο Σταυρό του.  Κι έφερνε τις βόλτες του και δάκρυζαν τα βυζαντινά του μάτια  απ’ την κατάνυξη της στιγμής… «…Όσο βαρούν τα σίδερα…». Και γινόταν αγρίμι η ψυχή κι άνοιγε ο νους διάπλατα, έβρισκε διέξοδο ο πόνος και γινόταν πείσμα και λυσσαλέα ανυπακοή στον καταχτητή. Εκεί, στο μικρό αυτοσχέδιο θυσιαστήριο που στήνανε τα βράδια, με όπλο τους τη γνώση και το σεβασμό της ζωής, σκοτώνανε το θάνατο,  σε μικρούς πύρινους κύκλους από παρέες. Απελπιστικά ερωτεύσιμοι ήρωες, παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν και έντιμοι με την ιστορία που αφήνανε πίσω τους.
Να κάτσω μαζί σας; Να χωθώ σ’ αυτή τη γωνίτσα της φωτογραφίας;  Στη σχισμή μιας ανάμνησης;  Στην αντίστροφη διαδρομή του λεπτοδείκτη;  Να κλέψω λίγη δόξα, λίγο απ’ το λούστρο της γενιάς σας; Κι αν είναι να επιστρέψω στο «Τώρα», να μου έχετε έτοιμο ένα αυτοσχέδιο αερόστατο. Κι όταν ζορίζομαι πολύ, ν’ ανηφορίζω το βλέμμα μου σε σας, να νιώθω τα φτερουγίσματά σας, να μη λογαριάζω τις ουράνιες αποστάσεις, να καβαλάω το χρόνο και να σας έρχομαι επίσκεψη.  Έχω ανάγκη από ένα μεταφυσικό φάρο, εδώ που με ξέβρασε ο χρόνος.  Στην άκρη του Πουθενά και στην εποχή του Τίποτα.
Να θυμάμαι την ιστορία μου, για να μπορώ να τη συνεχίσω…

16.Το καλυβάκι

Το καλυβάκι δίπλα στη θάλασσα έδινε την εντύπωση πως ήταν μόνιμα τυλιγμένο στην αλισάχνη. Ακόμα κι όταν ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια σα λάδι, γύρω του πάντα ανέμιζε ένα παράξενο πέπλο κάνοντάς το να μοιάζει με οπτασία.
Ήταν έρημο και όπως όλα έδειχναν κανείς δεν είχε διαβεί την πόρτα του για χρόνια.
Όταν ήρθα στο νησί ήταν το πρώτο πράγμα που είδα για λίγο πάνω από το κατάστρωμα του πλοίου και το μόνο που μου έκανε τόση εντύπωση από όσα είδα στη συνέχεια.
Έτσι όπως ήταν απόμερο κι απόκοσμο, τρομακτικό σχεδόν, μου δημιούργησε μια παράξενη λαχτάρα κι έναν ακαθόριστο φόβο.
Τις επόμενες μέρες ασχολήθηκα με τόσα πράγματα που σχεδόν το ξέχασα.  Τώρα ξέρω  πως ήταν συνέχεια μέσα στο μυαλό μου, αλλά το έδιωχνα σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που έδιωχνα τα κουνούπια που με τριγύριζαν το σούρουπο.
Έτσι ενοχλητικά και απρόσμενα τρύπωνε κι αυτό στο νου τις πιο απροστάτευτες ώρες.
Κατέβαινα κάθε μέρα στη θάλασσα, αλλά ποτέ δεν με πήγαν τα βήματά μου στο σημείο που έστεκε εκείνο, αφού πάντα διάλεγα το δρόμο που δεν περνούσε από κει για να επιστρέψω στο σπίτι. Μερικές φορές με έπιανε κάτι σαν νοσταλγία για εκείνο το μέρος κι αυτό ήταν ακόμα πιο τρομακτικό, γιατί δεν μπορείς να νοσταλγείς κάτι που δεν έζησες ποτέ.
Έτσι περνούσε ο καιρός και οι εποχές διαδέχονταν η μια την άλλη, ώσπου ήρθε το όνειρο.
Ήμουν λέει σε ένα αερόστατο και πετούσα πάνω από το νησί. Ώρες ολόκληρες περιδιάβαινα στον ουρανό, βλέποντας τα ίδια και τα ίδια, σε ένα ταξίδι που δεν είχε νόημα. Ξαφνικά το αερόστατο άρχισε να στριφογυρίζει σαν τρελό και να πέφτει.
Έπεφτε κι έπεφτε κι εγώ είχα καρφωμένο το βλέμμα μου στο καλυβάκι και ήξερα πως εκεί θα καταλήξω.
Αυτή η σιγουριά με τρόμαξε περισσότερο από κάθε τι και με ξύπνησε για τα καλά. Πέρασα την υπόλοιπη νύχτα άγρυπνη. Το πρωί πήρα το δρόμο που έβγαζε κατευθείαν στο καλυβάκι. Όσο πλησίαζα τόσο γνώριμο μου έμοιαζε  αυτό και το τοπίο γύρω του.
Στάθηκα και κοιτούσα ανήμπορη να κουνηθώ. Τότε άκουσα το κλάμα. Ένα κλάμα σπαρακτικό και άγριο που με έκανε να ανατριχιάσω. Κανένας δεν μπορεί να έχει τόσο πόνο. Κανένας δεν μπορεί να κλαίει έτσι!
Πλησίασα διστακτικά και άνοιξα την πόρτα. Πάγωσα ολόκληρη καθώς αντίκρισα τον εαυτό μου, ένα γερασμένο εαυτό, να κάθεται κουβάρι σχεδόν πάνω σε ένα παλιοκρέβατο και να σπαράζει.
Βγήκα τρέχοντας κι έφτασα  στο χωριό ξεψυχισμένη.
-Εκεί… στο καλυβάκι… εγώ… τα βράχια… το αερόστατο…, εκεί στην άκρη της θάλασσας, μπέρδευα τα λόγια μου προσπαθώντας να εξηγήσω στον πρώτο άνθρωπο που βρήκα μπροστά μου τι είδα.
Τόσο καιρό στο νησί, ήξερα πια πως η κυρία Κούλα δεν ήταν  ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για βοήθεια, αλλά με κοίταζε με  μάτια γουρλωμένα, καθώς της επαναλάμβανα την ίδια φράση. Μια κοιτούσε εμένα και μια εκεί που της έδειχνα όλο και πιο μπερδεμένη.
-Εκεί στο καλυβάκι….
-Δεν υπάρχει κανένα καλυβάκι εκεί, ψέλλισε αναστατωμένη και γύρισε να φύγει…
Ξαφνικά κατάλαβα…
“Δεν υπάρχει ακόμα”, ήρθε η σκέψη που μου διέλυσε την ύπαρξη… ”θα υπάρξει όμως”… ”θα υπάρξει”….

17.Από το ημερολόγιο ενός μοναχικού ταξιδιώτη

9 Απριλίου 1898
Ξεκινήσαμε σήμερα με ούριο άνεμο, από τις ακτές της Προβηγκίας. Όλη τη μέρα, έχω την παράξενη αίσθηση πως κάτι ακολουθεί το καράβι μας. Ωστόσο, η λογική μου αδυνατεί να το εξηγήσει, καθώς δεν βλέπω τίποτα το ασυνήθιστο. Ίσως να φταίει αυτή η γλυκιά νοσταλγία που με κυρίευσε από τη στιγμή που σαλπάραμε. Και τι δεν θα ‘δινα για να επέστρεφα σ’ εκείνη την εποχή που νέοι κι ερωτευμένοι οι δυο μας, κάναμε όνειρα για το μέλλον… Όμως με άφησε τόσο νωρίς η αγαπημένη μου Ζακελίν και φταίω εγώ γι’ αυτό. Σήμερα οι άνθρωποι κατακτούν τους αιθέρες με αερόστατα, αλλά τότε ένα φάρμακο που θα τη γιάτρευε δεν υπήρχε. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα για να τη θεραπεύσω, όπως και ο πόνος μου δεν επιδέχεται θεραπεία. Άραγε εσύ να είσαι, Ζακελίν μου, αυτή η άυλη παρουσία που νιώθω σήμερα κοντά μου;
18 Απριλίου 1898
Εχθές, η άυλη παρουσία που αισθανόμουν διαρκώς πήρε για πρώτη φορά μορφή. Αργά το βράδυ, αγκυροβολήσαμε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Εκείνη καθόταν στα βράχια που τα χτυπούσαν τα κύματα, αφρίζοντας. Την διέκρινα μέσα από την αλισάχνη να τη λούζει το φως του φεγγαριού. Ω Θεέ, ήταν ονειρικά όμορφη και συνάμα τόσο αληθινή! Δεν τολμώ να πω σε κανέναν γι’ αυτό, θα με θεωρήσουν παράφρονα. Ποιος πιστεύει πια σε γοργόνες και σειρήνες;
21 Μαΐου 1898
Οι μέρες στην Αλεξάνδρεια είναι αβάσταχτα μελαγχολικές, μοναδική μου συντροφιά και παυσίλυπο τα σοφά βιβλία μου. Τα βράδια όμως είναι όμορφα, όταν βλέπω την αποπλανητική σειρήνα να κάθεται στα βράχια, κάτω από το φως του φεγγαριού. Με κοιτά πάντα με το ίδιο, τολμηρό βλέμμα, σαν να θέλει να πάω κοντά της. Όταν όμως κάνω να πλησιάσω, εκείνη βουτά στη θάλασσα, χωρίς να σηκώσει το παραμικρό κύμα, χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός παφλασμός…
27 Μαΐου 1898
Θαρρώ πως το ταξίδι της ζωής μου έφτασε στο τέλος του. Τι γιατρός θα ήμουν, άλλωστε, αν δεν το καταλάβαινα; Εδώ και σαράντα μέρες, η σειρήνα με καλεί κάθε βράδυ κοντά της. Τώρα ξέρω πως δεν είναι άλλη από την Ζακελίν μου, το πνεύμα της που δεν έπαψε να με στοιχειώνει. Επιτέλους, μετά από αυτά τα άδεια χρόνια θα ξανασμίξουν οι δρόμοι μας. Εκεί μακριά στην Εδέμ, θ’ αγκαλιαστούμε ξανά, θ’ αγαπηθούμε απ’ την αρχή, θα είμαστε μαζί στην αιωνιότητα.
Αμήν.

18.Χωρίς τίτλο

Πέταξε την τσάντα στο κρεβάτι κι έτρεξε κατευθείαν στο μπάνιο. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που ταξίδεψε με πλοίο και την εποχή αυτή η θάλασσα ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη. Τα 7 μποφόρ αποδείχτηκαν πολλά για να καταφέρει να κρατήσει στο στομάχι της τα δυο τοστ. Αφού έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της , βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου που νοίκιασε. Σαν ανεμοστρόβιλος μπήκαν μέσα εικόνες, αρώματα, φωνές και αναμνήσεις. Ένα μεγάλο κύμα νοσταλγίας την κατέκλυσε .Είχε ορκιστεί να μην ξαναπατήσει το πόδι της στο νησί και η αλήθεια είναι πως θα κρατούσε τον όρκο της αν δεν έπαιρνε εκείνο το αναθεματισμένο γράμμα από την Ελένη, μια παιδική της φίλη. Τώρα όμως ήταν εκεί, στο χωριό που γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα 19 χρόνια της ζωής της. Αποφάσισε να κάνει αμέσως αυτό για το οποίο είχε έρθει. Κατέβηκε γρήγορα στο δρόμο και πήρε την ανηφοριά στα αριστερά του λιμανιού. Άρχισε να σκοτεινιάζει κι έπρεπε να βιαστεί. Ανέβαινε τρέχοντας σχεδόν την πλαγιά του μικρού λόφου και μόνο όταν έφτασε στην κορυφή του σταμάτησε λαχανιασμένη. Έστεκε εκεί, όπως ακριβώς το θυμόταν. Το μικρό ξενοδοχείο του πατέρα της με τα γαλάζια πορτοπαράθυρα και τα λευκά κάγκελα στην αυλή. Ο χρόνος είχε σταθεί σπλαχνικός μαζί του. Η ταμπέλα που είχε ζωγραφίσει μονάχος του με το όνομα “ΑΛΙΣΑΧΝΗ” κρεμόταν στη θέση της. Μόνο η βαριά αλυσίδα στην εξώπορτα και το παχύ στρώμα από κιτρινισμένα φύλλα μαρτυρούσαν την εγκατάλειψη. Βρήκε το μυστικό παραθυράκι ,απ' όπου το έσκαγε μικρή και μπήκε στο εσωτερικό. Η σκόνη είχε σκεπάσει τα πάντα.....το τραπεζάκι με το ραδιόφωνο, τους ξύλινους καναπέδες, το μικρό κουδουνάκι πάνω στο γραφείο. Ακόμα και η αφίσα με το πολύχρωμο αερόστατο είχε παραμείνει στον τοίχο να εύχεται “Χαρούμενες αποδράσεις”. Έριξε μια γρήγορη ματιά και στον πάνω όροφο και βγήκε έξω. Η μεγάλη κούνια την περίμενε όπως πάντα. Κάθισε για λίγο κι έκλεισε τα μάτια. Είδε τη μητέρα της να απλώνει τα σεντόνια στα σύρματα, τον πατέρα της να φτιάχνει τα δίχτυα του σφυρίζοντας, τον αδερφό της να παίζει με τις σβούρες του. Είδε και τον Άγγελο να προσπαθεί να της κλέψει ένα φιλί. Είδε και τον θάνατο που παραμόνευε και τελικά τους πήρε όλους μακριά. Στην ίδια θέση την βρήκαν το επόμενο πρωί οι εργάτες που είχαν έρθει για την κατεδάφιση. Έφυγε αργά χωρίς να ρίξει βλέμμα πίσω της.....

19.Άλφα και  Δέλτα

Στη διχάλα του δρόμου γύρισε μηχανικά αριστερά το τιμόνι και συνέχισε.
Τον ήξερε καλά τον δρόμο, τον γνώριζε είχε περάσει πολλές φορές από κει.
Στην άκρη του βρίσκεται ένα μοναδικό ένα υπέροχο μέρος, έπρεπε να φτάσει εκεί πριν νυχτώσει .
Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην ρίζα του βράχου , έδεσε  σφικτά την ζώνη στο πανωφόρι της και  άνοιξε με μια γρήγορη κίνηση τη πόρτα του συνοδηγού . Έβγαλε  ένα μεγάλο δερμάτινο κουτί από μέσα και το στήριξε στον ώμο της  με ένα λουρί. Την λάτρευε τούτη την παραλία  όλες τις εποχές του χρόνου. Ήταν ο παράδεισος τους, ο μυστικός κήπος τους!!!
Διάλεξε ένα μακρύ καλάμι  και ίσιωσε ένα τετράγωνο γύρω  της  πιο ψηλά λίγο από κει που τέλειωνε το κύμα. Οι γλάροι πέρναγαν  από πάνω  συνέχιζαν μουρμούριζαν ακατάληπτα λόγια από κείνα που προβλέπουν την κακοκαιρία .
Άνοιξε το κουτί, η γνώριμη  μυρωδιά του σανταλόξυλου σκορπίστηκε  ένα γύρω.  Θυμήθηκε με νοσταλγία την περιπέτεια τους με το αερόστατο πάνω  από το Παρίσι  και ύστερα το Πικ-νικ  στους  κήπους του Άιφελ. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησαν τούτο το κουτί.   Ύστερα όταν καταστάλαξαν στην πατρίδα, έβρισκαν πάντα ευκαιρία και  πέρναγαν πολύτιμες ώρες  στο μυστικό τους παράδεισο. 
Άπλωσε τη καρό  κουβέρτα    πάνω στην ισιωμένη αμμουδιά και έβγαλε από μέσα τα πιάτα, τα μαχαιροπήρουνα, τα κρυστάλλινα ποτήρια  και το ανοιχτήρι. Ξεσφήνωσε το μπουκάλι του κρασιού από το πλάι και  κει από κάτω βρήκε το μπλοκάκι  με τα γράμματα του. Θυμήθηκε το παιχνίδι τους , πως γινόταν να το ξεχάσει!!! Του άρεσαν πάντα οι λέξεις από Άλφα λέξεις και ονόματα  σαν το δικό της. Εκείνης  πάλι  της άρεσαν οι λέξεις και τα ονόματα από Δέλτα  σαν το δικό του. 
Διάβασε  το χαρτί  από το τελευταίο παιχνίδι  και άκουγε  λες  την αργυρόηχη φωνή του Αστραδένη – Δάφνη, Αδμήτη –Δαμοκλής   Αλισάχνη – Δρυόπη  Αθηνά –Δημήτρης, πάντα το παιχνίδι τέλειωνε με τα ονόματα τους.
Άνοιξε  το μπουκάλι  το κρασί  σερβίρισε στα ποτήρια και σήκωσε  το δικό της ψηλά. Τότε  τον είδε  να σκίζει τους αιθέρες λίγο πριν το δείλι και να της χαμογελά, όπως μονάχα εκείνος ήξερε!!!  Καλό  ταξίδι ακριβέ μου!!!!
Έσφιξε  στο στήθος της το μπλοκάκι  με τα γραμμένα και τράβηξε προς το αυτοκίνητο. Τον  δρόμο του γυρισμού  τον  ήξερε.

20.Της  αγάπης

Έφτασε η εποχή του ανθού και του αερόστατου.
Δρασκέλισε το παχνισμένο   της νοσταλγίας  μονοπάτι
Βημάτισε στο δρόμο με τις αγριελιές
Κει στο λουτήρα της μικρής θεάς αγάπης
Μύρο η  ασημένια αλισάχνη,  πάναγνο
Και εσύ και εγώ  ο μυροστάκτης !!

21.Μέσα στην αλισάχνη

Mέσα στην αλισάχνη
μου φάνηκε πως έπεσε ένα αστέρι.
Καταστάλαζε η πάχνη
καθώς με θέρμη μου έπιανες το χέρι.
Ήταν μακρύς ο δρόμος,
μα μου λεγες «μαζί σου δεν φοβάμαι».
Σταμάταγε ο χρόνος
κάθε που αντάμωναν τα χείλη μας θυμάμαι.
Και το ίδιο αστέρι ήταν,
εκείνο που βυθίστηκε στο κύμα
που φώτιζε τη νύχτα
μη χάσω απ’ το πλάι σου ένα βήμα.
Αγάπης ιστορία
βγαλμένη απ’ της γιαγιάς τα παραμύθια,
ατυχής συγκυρία,
αλλού ο μύθος και αλλού η αλήθεια.
Ο έρωτας μόνος
χαμένος, νηστικός και πικραμένος.
Χορεύει ο πόνος
κι εκείνος τραγουδάει λυπημένος
για ένα αστέρι
που χάθηκε στου σκοταδιού το χρώμα
σαν περιστέρι
που μια φωλιά να βρει γυρεύει ακόμα.
Πέφτουν τα φύλλα,
οι εποχές περνάνε μία μία.
Μα ανατριχίλα
γεμίζω σαν με ζώνει η νοσταλγία
για το ταξίδι
που πάνω σ’ αερόστατο είχες τάξει
και το παιχνίδι
που ορκίστηκες ποτέ να μην αλλάξει,
των εραστών
και των αιώνια ερωτευμένων.
Των ποιητών
των αθεράπευτα καταραμένων.
Σβήνω τα φώτα
κι αφήνω τ’ όνειρο να με τυλίξει.
Αν θέλεις ρώτα
ποια προσευχή το δάκρυ μου θα πνίξει.
Δε θα απαντήσω,
σε ένα χαμόγελο ζεστό θα καταφύγω,
μα θα φροντίσω
σαν ξωτικό προτού με δεις μακριά να φύγω.
Αλαργινά
από  όλα όσα με πληγώνουν.
Τα πρωινά
όλα τα όνειρα τελειώνουν.

22.Όνειρα


Δρόμος δύσκολος, δύσβατος
Το αερόστατο των ονείρων χάθηκε
Παντάξενος μέσα στον έρημο δρόμο
Κορμιά χαμένα δίχως ψυχή πια
Νοσταλγία για τις χαμένες στιγμές
Νοσταλγία για τα περασμένα χρόνια
Εποχές ξεχασμένες στη λήθη
Όνειρα αφανισμένα
Κρυμμένα μέσα στην αλισάχνη
Κόσμος απελπισμένος
Καταπατημένες σημαίες
Τραγούδι δίχως νόημα
Όνειρα ξεχασμένα
Όνειρα χαμένα
Όνειρα, απλά όνειρα…

23.Θέλω να ζήσω 

 (Αυτή η ιστορία προστέθηκε εκ των υστέρων λόγω λάθους μου)


          «Να μπεις σε ένα αερόστατο, αγόρι μου... Να δεις γιατί  πρέπει, πρέπει  να μείνεις εδώ να παλέψεις…». Τα δάκρυα της μητέρας μου κυλούσαν αργά στα μάγουλά της, ωστόσο χαμογελούσε όσο μίλαγε.
          Βράχος ήτανε πάντοτε, τόσο κοντά μου όσο το χρειαζόμουν κάθε φορά. Ήταν το στήριγμα πάντα, η σταθερά, η ασφάλεια, το δίχτυ που με προλάβαινε πριν κάθε μικρή ή μεγάλη πτώση μου. Κι αν ξέρω εγώ από πτώσεις.
          Δε σας συστήθηκα όμως. Με λένε Παύλο. Με λένε Παύλο και είμαι χρήστης οπιοειδών και αμφεταμίνης. Δεν είμαι το καλύτερο παιδί που έχετε γνωρίσει. Είμαι, για την ακρίβεια, ένα παιδί που δεν θα θέλατε να γνωρίσετε ποτέ.
          Πριν λίγα χρόνια, πριν οδηγηθώ στις ουσίες, ήμουν ένας απαισιόδοξος, μαύρος, μίζερος άνθρωπος. Κανένας δρόμος δεν έμοιαζε να οδηγεί στην ευτυχία ή την επιτυχία. Πήγαινα μονίμως για όλα ή τίποτα, χωρίς να έχω τα προσόντα και στο τίποτα που κέρδιζα στο τέλος, απογοητευόμουν και κλεινόμουν στον εαυτό και το δωμάτιό μου γλείφοντας τις πληγές μου. Κανένας στόχος, καμία αξία, κανένα όνειρο. Περπατούσα μέσα στη ζωή μου στα τυφλά.
          Μετά τις πρώτες χρήσεις, πίστεψα πως βρήκα το νόημα που έψαχνα. Την εποχή που πρωτοξεκίνησα τις αμφεταμίνες και αρχίσαν οι ναυτίες και οι αϋπνίες, αυτής της μάνας, της ούρλιαζα. Της ξέσκιζα την ψυχή κάθε μέρα, σε κάθε τρέκλισμα και κάθε βλασφημία. Μερόνυχτα έμενα έξω, σε σπίτια ρεμαλιών που θα στοιχειώνουν για πάντα το ποινικό μου μητρώο.
          Γρήγορα παγιδεύτηκα. Είχα ακόμα επιλογές, μα διάλεξα τις πιο λάθος που μπορούσα. Τη στιγμή που ξεκίνησα την ηρωίνη, αποχαιρέτισα τον εαυτό μου. Μόνη σκέψη, μόνο μέλημα και μόνη επιδίωξη, η επόμενη φορά.
          Άρχισα να υποφέρω. Η χρήση μου έκανε κακό και η αποχή μάτωνε τα μέσα μου. Δεν άντεχα την αδυναμία και το τρέμουλο, περπατούσα και έπεφτα πάνω σε αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί όλη μου τη ζωή, γιατί δεν έβλεπα. Καταλάβαινα ότι έχω καταστραφεί.
          Θα πέθαινα;
          Ήθελα να πεθάνω; Για πρώτη φορά στη ζωή μου, φοβήθηκα τον θάνατο.
          Ακόμα δεν ξέρω αν θα του γλιτώσω.
          Στο τέλος μίλησα στη μάνα μου για το πρόβλημά μου. Δεν έκλαψε, το’ξερε κι είχε κλάψει αρκετά. Όχι, της έδωσα χαρά. Ζητούσα τη βοήθειά της κι επιτέλους θα της επέτρεπα να μου τη δώσει.
          Σε λίγες μέρες θα μπω στην κλινική, να καθαρίσει το μέσα μου από τα φάρμακα κι ύστερα μένει το θέμα της ψυχής. Παλεύω με τον ίδιο μου τον εαυτό, μα κατάλαβα πως αυτό όλο πρέπει να σταματήσει.
          Κι έκανα κι αυτό που μου πρότεινε η μάνα, σαν τότε που ήμουν παιδί. Θυμάμαι με την πιο γλυκιά νοσταλγία, που δυο φορές, σε δυο ώρες δύσκολες, με είχε πάρει από το χέρι και με είχε οδηγήσει σε ένα αερόστατο. Πίστευε πως ο Ουρανός δίνει κουράγιο, δύναμη.
          Να’μαι λοιπόν τώρα, μέσα σε ένα καλάθι μακριά απ’τη Γη. Καθώς χάνομαι μέσα στην αλισάχνη του ψυχρού ουρανού με τα σύννεφά του, ονειρεύομαι τον Ήλιο. Και δεν είναι παραίσθηση… Να, ολοκάθαρα φαίνεται ένας Ήλιος…