Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Μια μικρή δόση του χθεσινού πορφυρού δειλινού....

Μόλις που  πρόλαβα χθες τον ουρανό την ώρα που μάτωνε.
Εκεί που τα μπλε βάφονταν κόκκινα και τα φωτεινά γίνονταν σκούρα, 
γιατί ως γνωστόν η αντίθεση που αναδεικνύει το κόκκινο είναι το μαύρο. 
Πέρα μακριά στον ορίζοντα εκεί πίσω απ' τα πρώτα φώτα του Πειραιά που άναψαν, εκεί όπου ενώνεται ο ουρανός με τα μωβ βουνά της Αίγινας της Σαλαμίνας και της Πελοποννήσου, 
εκεί φιλήθηκαν χθες βράδυ με πάθος, το μαύρο της νύχτας που έφτανε με το κόκκινο της μέρας που έφευγε. 


Κι εκεί στο βάθος λίγο πριν το όρος Αιγάλεω  κάθε βράδυ πάει για ύπνο ο  κουρασμένος χειμωνιάτικος ήλιος. Και όσο περνάει ο χειμώνας μεταφέρει το κρεβάτι του όλο και δεξιότερα, ώστε το καλοκαίρι να βλέπει τα όνειρά του κρυμμένος  ακριβώς πίσω από το Αιγάλεω. 




Πόσο όμορφη αυτή η εναλλαγή. 
Τι πολύτιμα δώρα μας χαρίζει η ζωή.
Εμείς πρέπει μόνο να έχουμε το νου μας 
να αρπάζουμε την ευκαιρία να τα απολαμβάνουμε.
Εμείς τα ξαναλέμε μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής....
Ως τότε το νου σας μην αφήνετε να φεύγουν τα δειλινά χωρίς να τα απολαμβάνετε. 

Σας υπενθυμίζω ότι
αύριο τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 1/2/13
λήγει η προθεσμία 
για να βαθμολογήσετε τις ιστορίες - παραμύθια 
του 6ου παιχνιδιού μας "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"
που βρίσκονται αναρτημένες σε δύο αναρτήσεις.
Για να μεταφερθείτε αυτόματα
 πατήστε στις δύο παρακάτω σειρές...


Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Θαλασσόξυλα και άλλα

Σήμερα κατά την καθιερωμένη μου βολτίτσα στα φιλικά blog μου, 
και μετά από μια  blogoσύγχυση που είχα πάρει... (θα σας εξηγήσω γιατί εντός των ημερών)
πέφτω πάνω στην ανάρτηση του blog "Θαλασσόξυλα και άλλα".
Αρχίζω να διαβάζω την ανάρτηση με θέμα "Κλήρωση giveaway".
"Ας δούμε τι λέει" μονολογώ, θεωρώντας απίθανο να κληρώθηκα εγώ για ένα υπέροχο καραβάκι με θαλασσόξυλα που θα δινόταν στην κλήρωσή του με την ευκαιρία συμπλήρωσης  ενός χρόνου λειτουργίας του, την 28/1/13. 
Αυτό το καραβάκι μόλις το είδα στην αρχική ανάρτηση "Giveaway γενεθλίων", το λάτρεψα....
Ήταν ο ρομαντισμός που απέπνεε με τα υπέροχα κοχύλια του, ήταν τα λευκά πανάκια του, ήταν τα υπέροχα θαλασσόξυλά του, δεν ξέρω τι. Όμως σίγουρα το ήθελα...
Πήρα μέρος στο διαγωνισμό, σχολίασα και ήδη ήμουν φίλη από παλιά, όπως όριζαν οι προϋποθέσεις για να λάβεις μέρος στην κλήρωση, γράφοντας για τη συμμετοχή μου, το εξής σχόλιο: 


"Μη με ξεχάσεις κακομοίρα μου και δεν με συμπεριλάβεις στην κλήρωση χάθηκες.
Ένα τέτοιο θα ήταν τέλειο για το σπίτι μου στην Άνδρο.
Επίσης πολύ ωραίες και οι προηγούμενες κατασκευές σου, ειδικά το στεφάνι.
Πάω τώρα να διαφημίσω το διαγωνισμό σου...
Φιλιά"

Κράτησα στο δεξί μέρος του blog μου μέχρι της 28/1/13 την διαφήμιση του συγκεκριμένου διαγωνισμού, με βαριά καρδιά γιατί δεν ήθελα να το κερδίσει κάποιος άλλος αντί για μένα...

Ωστόσο μη έχοντας εμπιστοσύνη στην τύχη μου, αφού τα πρώτα δωράκια που μου κληρώθηκαν ποτέ ήταν εδώ μέσα στη blogοπαρέα..., προσπάθησα να μην το σκέφτομαι...
Κάθε φορά που έβαζε ανάρτηση η  Gina, με αριστουργήματα φτιαγμένα απ' τα χεράκια της, έλεγα στον εαυτό μου αστειευόμενη "Αυτή μου χρωστάει ένα καραβάκι.."
Σε επόμενη ανάρτησή της με θέμα "Giveaway στο τέλος..."  της γράφω σε σχόλιο

"Αχ αυτό το καραβάκι. Μέσα στην καρδιά μου έχει μείνει...
Αυτά τα κοχύλια σαν μπουκέτο μες στη μέση είναι όλα τα λεφτά...
Και πάλι χρόνια σου πολλά..."

Σήμερα λοιπόν αρχίζω να διαβάζω την ανάρτηση, η οποία μου φάνηκε λίγο μεγάλη, και βλέπω ότι το καραβάκι ταξίδεψε με προορισμό την Άνδρο...
Λέω μέσα μου.... Κρίμα έφτασε σε κάποιον ή κάποια στην Άνδρο.... και όχι σε μένα (έχοντας σίγουρη τη μη κλήρωσή μου).
Στην Άνδρο έχω το εξοχικό μου, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου.
Προχωρώντας παρακάτω βλέπω και την εικονίτσα του Navbar μου...
Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι το καραβάκι είχε ταξιδέψει στο σωστό προορισμό.....
Ερχόταν κατευθείαν σε μένα.... 
Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Δάκρυσα από συγκίνηση. Δεν το πίστευα και δεν το πιστεύω ακόμη....
Δεν βλέπω την ώρα να φτάσει στα χέρια μου και να το τοποθετήσω εκεί που πρέπει να βρίσκεται.... Στην Άνδρο το πιο ναυτικό νησί της Ελλάδας...


Σ΄ ευχαριστώ πολύ φίλη μου Gina.
Eύχομαι στο blog σου πολλά χρόνια επιτυχημένης λειτουργίας
με υπέροχες αναρτήσεις κατασκευών και πολλούς φίλους.  

Παρακάτω ακολουθεί αναδημοσίευση της  ανάρτησης του blog "Θαλασσόξυλα και άλλα"

Κλήρωση giveaway


Ήτανε μια φορά και έναν καιρό ένα καράβι μικρό και όμορφο. Παλιό σκαρί, με λευκά θαλασσοδαρμένα πανιά  μα γερό, αξιόπιστο και καλοτάξιδο.  Συχνά έκανε ταξίδια  σε  γαλαζοπράσινες θάλασσες που κολυμπούσανε μικροί  και μεγάλοι  παρέα με σταγόνες ηλιαχτίδων.  
 Μέχρι και ο άνεμος  κατέβαινε χαμηλά να δροσιστεί κι αυτός από τους  αφρούς της θάλασσας
Αγάπησαν πολύ οι άνθρωποι ετούτο το σκαρί, και τους αγάπησε κι αυτό. Φτιάχνανε τις λαβωματιές του και το φρόντιζαν μετά από κάθε κακοτοπιά, κι εκείνο τους αγκάλιαζε και τους προστάτευε και τους ταξίδευε στα δύσκολα  και πάντα μα πάντα γύριζε στο λιμάνι του. Στο λιμάνι που πρωτοταξίδεψε!
Νερά του Αιγαίου, βορειοανατολικά της Εύβοιας.
Είχε αγαπήσει πολύ αυτά τα νερά.   Τα ήξερε καλά, του ήταν γνώριμα και αγαπημένα
Και οι άνθρωποι δούλευαν για το καράβι τους και αυτό δούλευε για τους ανθρώπους του έτσι  όπως για χρόνια ήξεραν.

Αλλά μια μέρα του   ‘παν πως ήρθε η ώρα να αλλάξει λιμάνι γιατί κάποιοι το αγάπησαν πολύ,  όταν το είδαν…. και τους χαρίστηκε!
Μα ήταν πολλοί αυτοί που το  θαύμασαν  και αυτό είναι  μικρό σκαρί και δεν σηκώνει τόσους ανθρώπους  και να τους ταξιδεύει.
Έτσι  αποφασίστηκε να μπει στη κλήρωση!
Καημός μεγάλος το  ‘πιασε!
Και αν έπρεπε ν΄ αλλάξει τα νερά του;  
Ν΄ αλλάξει την ρότα του;
Να χάσει  τα  φιλιά   από τις γνώριμες του ηλιαχτίδες και τα χάδια του ανέμου;

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λεν’ τα παραμύθια  κυνηγούσε τ’ όνειρο  για να μάθει  την αλήθεια!

Και ποια είναι η αλήθεια;

Μα ναι η κλήρωση έγινε και το καράβι μας δεν άλλαξε νερά. Πάλι στα νερά του Αιγαίου θα ταξιδεύει, κοντά  στο νησί που πρωτοταξίδεψε και αγάπησε!  Λίγο πιο νότια μόνο!
Σε νησί   που το όνομά  του ανάγεται στη μυθολογία. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι αυτή που θέλει ως πρώτο οικιστή του νησιού τον Άνδρο. Ο Ανδρεύς είχε θεϊκή καταγωγή και πατέρας του ήταν ο Άνιος, γιος του θεού Απόλλωνα, μητέρα του δε ή Κρέουσα, κόρη του Σταφύλου, γιου του θεού Διόνυσου.

«Θαλασόξυλα και άλλα» ήταν το όνομά του,    “Flora gia”  θα γίνει τώρα!


Η Flora Gia   με το  blog  Texnies Stories  αγαπημένες μου φίλες όπως καταλάβατε ήταν η τυχερή της κλήρωσης που έγινε με παραδοσιακό, παραδοσιακότατο τρόπο!
Χαρτάκια , γυάλα και κλήρωση!

Συμμετείχαν οι εξής::
44 σχόλια:
35.  Ανώνυμος    18 Ιανουαρίου 2013 - 9:00 μ.μ.

Εύχομαι να είσαι πάντα τυχερή κορίτσι μου και να ταξιδεύεις σε ήρεμα και γαλήνια νερά, με υγεία,  αισιοδοξία και αγάπη!


ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ 
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ 
ΓΙΑ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕΤΕ 
ΤΙΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΣΑΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 
ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 1/2/13
ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΑΣ
 ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ 

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

1η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 6ου παιχνιδιού " ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"



Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συμμετέχοντες,  στο παιχνίδι μας γιατί με  εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος.
Η συμμετοχή και στο 6ο παιχνίδι μας ήταν κι αυτή τη φορά μεγάλη, και έχω να παρατηρήσω ότι οι ιστορίες ήρθαν οι μισές στις 2 - 3 πρώτες ημέρες και οι υπόλοιπες την 3η εβδομάδα, πράγμα που ίσως σημαίνει ότι κάποιοι είχαν έμπνευση αμέσως ή δεν έβλεπαν την ώρα να γράψουν για το παιχνίδι και κάποιοι ή το βασάνισαν παραπάνω μέχρι να στείλουν την ιστορία τους ή το άφησαν για το τέλος. Θέλω να πιστεύω πως δεν υπάρχουν κάποιοι     που το αμέλησαν και στο τέλος δεν πρόφτασαν τις προθεσμίες. 
Ο αριθμός των ιστοριών φανερώνει πως το τιμήσατε για ακόμη μια φορά.
Δυστυχώς για οικονομία χώρου αναγκάστηκα και έκοψα από τις ιστορίες σας διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους.


[Θέλω να συγχωρήσετε μερικές ατέλειες που προέκυψαν κατά την ανάρτηση των ιστοριών και έχουν να κάνουν με διαφορά χρώματος στο πίσω μέρος της ανάρτησης, διαφορά χρώματος και έντασης γραμμάτων κ.α., αλλά δυστυχώς δεν κατάφερα να τα διορθώσω περισσότερο.]

Τώρα ήρθε η ώρα να μπείτε στον κόπο να βαθμολογήσετε. 

    Οι βαθμοί που μπορείτε να βάλετε είναι 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά.

    Δεν είναι υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε 3 ιστορίες. 
    Μπορείτε να βαθμολογήσετε μόνο 1 ή 2 ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

   Εμένα θα μου επιτρέψετε να μην βαθμολογήσω επειδή:
α) έχω διαβάσει τις ιστορίες πολύ πριν από εσάς
β) γνωρίζω ποιος έστειλε κάθε ιστορία και 
γ) κουράστηκα να τις αναρτήσω, άρα θέλω διάλειμμα όσο εσείς 
    βαθμολογείτε  (αυτό μην το πάρετε στα σοβαρά - πλάκα κάνω)

Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος της ανάρτησης αυτής. 

Χαρά μου θα ήταν να ακούσω και τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 

Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών - παραμυθιών καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ 1/2/2013

Το Σάββατο  2/2/13 
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του 6ου παιχνιδιού.

Στο 6ο παιχνίδι μας 
μαζεύτηκαν   23 ιστορίες ή παραμύθια
 βασισμένες στις λέξεις:
θάλασσα, ιππότης, γεράνι, φυλακή, όνειρο

και μοιράστηκαν σε αυτήν και την αμέσως παρακάτω  ανάρτηση.


ιστορίες 1 έως 12

1.Ευτυχισμένο τέλος

-«Έλα! Λίγο ακόμα! Μια αραδούλα; Μετά θα κοιμηθώ, αλήθεια σου λέω! Να φυλάω και σταυρό»! Κι έκανε με τα λεπτά χεράκια της με μιας ένα σταυρό, τον φίλησε και τον έδεσε έπειτα και φιόγκο πάνω από το κεφαλάκι της, να την πιστέψει στα σίγουρα η μαμά της!
Η μικρή Ρηνούλα έκανε κι απόψε τα νάζια της. Μοναχοκόρη, με δυσκολία μεγάλη την έκαναν οι δικοί της έπειτα από προσπάθειες χρόνων. Δεν της χαλούσαν εύκολα χατίρι. Ήταν τόσο γλυκιά ...πώς να αρνηθεί κανείς σε μια παιδική φωνούλα που τόσο γλυκά ζητάει όχι γλυκό, μα μάθηση! Ήθελε τόσο πολύ να της διαβάζουν!
-«Πες μου για την πριγκιποπούλα μανούλα, σε παρακαλώ! Θα φοβάται μόνη της μέσα στη φυλακή που την έχουν οι κακοί ε»;
-«Ναι Ρηνούλα μου! Μα ο ιππότης της καρδιάς της ετοιμάζεται  για να πάει να την ελευθερώσει».
-«Πώς ; Δεν μπορεί; Είναι δύσκολα! Είπες ότι την φυλάνε πολλοί στρατιώτες»!
-«Η αγάπη θα τη σώσει, θα το δεις! Θα πάει από τη θάλασσα. Με μια βαρκούλα όλη κι όλη, στα σκοτεινά. Θα σκαρφαλώσει στον πέτρινο τοίχο.....»
-«Ω Παναγίτσα μου ! Κι αν γλιστρήσει μανούλα»;
-«Μη φοβάσαι μικρή μου. Θα τα καταφέρει. Το δοκίμασε πολλές φορές πριν ξεκινήσει να τη σώσει. Θα τη βρει και θα την κατεβάσει. Θα την πάρει στην αγκαλιά του και θα την κρατήσει σφιχτά μέχρι να πάνε πολύ-πολύ μακριά! Εκεί που κανένας δεν θα τους βρει να τους κάνει κακό»!
-«Και μετά, και μετά»;
-«Κι έπειτα θα κάνουν έναν όμορφο γάμο, ένα λουλουδένιο σπιτικό και πολλά, πάρα πολλά παιδιά! Εκεί θα ζήσουν όλοι μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι...»
Η μικρή Ρηνούλα αποκοιμήθηκε τρυφερά. Στο όνειρό της απόψε θα έβλεπε βάρκες, θάλασσες, λουλούδια και παιδιά. Εξοχές και παιχνίδια.
Μεγαλώνοντας θα μάθαινε, ίσως σκληρά κι αυτή, πως η ζωή δεν είναι όπως στα παραμύθια. Πως δεν έχουν όλες οι ιστορίες ευτυχισμένο τέλος και ούτε τελειώνουν με το "και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα"!
Απόψε όμως; Απόψε τα όνειρά της θα μοσχομύριζαν γεράνια και τριανταφυλλιές. Θα είχαν χρώματα κι έναν λαμπερό ήλιο καταμεσής. Το χαμόγελο στο προσωπάκι της το καταμαρτυρούσε. Ήταν υπέροχα ταιριασμένο με την αθωότητα της. Η μητέρα τη σκέπασε τρυφερά και τη γλυκοφίλησε. Η καρδιά της ένιωσε ένα τσιμπιματάκι. Ήθελε τόσο πολύ  να προστατέψει τη μικρή της πριγκίπισσα απ' όλους τους κινδύνους αν γινόταν.
Το ξανασκέφτηκε.
Άλλο βράδυ θα της μιλούσε και για τους κακούς της ιστορίας.

2.Ο καπετάνιος της ζωής της.

….Με τα νεύρα κουρελιασμένα, άφησε τη δουλειά  και τη ζωή στην πόλη γυρνώντας στο νησί , να την περιποιηθεί η μάνα της, να της απαλύνει τον πόνο,  μετά από μια σχέση που της κουρέλιασε την ψυχή.
Αφέθηκε στα χέρια των γονιών της και σιγά-σιγά χαλάρωσε.
Η φωτιά  όμως μέσα της σιγόκαιγε όπως τα κάρβουνα  αφού σβήσει η μεγάλη φλόγα.
Έφτασε το καλοκαίρι, άρχισε να βγαίνει με παλιές  παρέες, αλλά το μυαλό της ήταν μόνιμα κολλημένο σ’ εκείνον που κατάφερε να της διαλύσει τη ζωή.
Μερικοί άνθρωποι έχουν τόσο ταλέντο να καταστρέφουν ψυχές και όνειρα!!! Και τα δικά της όνειρα ήταν απόλυτα συνυφασμένα με εκείνον.
Εκείνο το καλοκαίρι, γύρισε από μπάρκο στο νησί και ο Σταμάτης.
Ήταν πολύ καλό παιδί, όλοι τον αγαπούσαν και μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για κείνον. Την περνούσε περίπου δέκα χρόνια, ήταν καπετάνιος, χουβαρντάς, έξω καρδιά και στη συμπεριφορά του απέναντί της  ιππότης!!!
Της έδειχνε αδυναμία, την πρόσεχε και κρεμόταν απ’ τα χείλη της. Εκείνη ένοιωθε κολακευμένη. Της φαινόταν τόσο περίεργο αυτό  σε σχέση με αυτό που είχε περάσει…
Κάτι η δική του συμπεριφορά, κάτι τα λόγια του περίγυρου, που της έλεγαν πως άλλον σαν αυτόν δεν θα βρει , την έπεισαν και πριν μπει ο καινούριος χρόνος, είπε ναι στην πρόταση γάμου που της έκανε. Παντρεύτηκαν και έφυγαν μαζί στο πρώτο ταξίδι μόλις τον κάλεσε η ναυτιλιακή εταιρεία.
Τον ακολούθησε και σε επόμενα ταξίδια του και πάντα γύρναγε πίσω πνιγμένη από δώρα που της έκανε και  τα καλύτερα ψώνια απ’ όπου πήγαιναν.
Μετά το δεύτερο  χρόνο έμεινε έγκυος. Γέννησε το πρώτο της παιδί, αγοράκι  και σε δύο χρόνια ένα πανέμορφο κοριτσάκι, η μεγάλη αδυναμία του άντρα της.
Εκείνος, όταν ήταν κοντά τους αλλά και όταν έλειπε, την στήριζε και καλύτερος σύζυγος και πατέρας δεν υπήρχε.
Χάρη στους γονείς της πήγαινε κι αυτή μαζί του σε κάποια ταξίδια.
Μέσα της όμως το κάρβουνο ακόμη σιγόκαιγε… κυρίως όταν ήταν μόνη.
Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη είχε αφοσιωθεί στην  ανατροφή των παιδιών της, τη μόνη  της χαρά, για να ξεχνάει το μαράζι που την έτρωγε.
Τα  παιδιά μεγάλωσαν, σπούδασαν, και ζουν στην πόλη μόνιμα.
Ο Σταμάτης πήρε τη σύνταξή του και άφησε τη θάλασσα για πάντα. Και πάνω που είπε πως  θα χορτάσει το σπίτι του και τη γυναίκα του, πέθανε ξαφνικά από καρδιακό επεισόδιο μόλις εξήντα πέντε χρονών.
Εκείνη, ντυμένη στα μαύρα,  κάνει άλλη μια φορά τον απολογισμό της ζωής της, μετρώντας τα λάθη της.
Όχι το μεγαλύτερο λάθος της δεν ήταν η πρώτη σχέση της, που τη σημάδεψε, ούτε η βιαστική απόφασή της να παντρευτεί έναν άνθρωπο πάνω στην απελπισία της, όπως νόμιζε ως τώρα.
Το μεγάλο  λάθος της ήταν που δεν έδωσε ποτέ στον άντρα της την αγάπη που του  έπρεπε.
To νησί  είναι πλέον μοναχική φυλακή χωρίς εκείνον και μια απελπιστική σιγή ενισχύει τις τύψεις της και βαραίνει την ψυχή της.
Τώρα που έφυγε ο καπετάνιος της ζωής της, χαϊδεύει τα   γεράνια της αυλής, που είχε φυτέψει εκείνος με τα χέρια του, με όση στοργή και αγάπη δεν είχε δείξει στον ίδιο, όσο  ζούσε…

3.Το  όνειρο

Πάνε τρείς ημέρες τώρα που ο άνεμος λυσσομανάει, τα κύματα θεόρατα, ξεχύνονται μανιασμένα στην ακτή, αστραπόβροντα, δυνατή βροχή  και κεραυνοί χαρακώνουν ασταμάτητα το σκοτεινό ουρανό….
Καθόμαστε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, ντυμένες με τα πιο ζεστά μας ρούχα και προσπαθούμε να βάλουμε μερικές βελονιές στο εργόχειρό μας, όμως το φώς είναι λιγοστό και τα δάχτυλά μας ξυλιασμένα…. η πριγκιπέσσα Ιζαμπώ όλο και σηκώνεται να κοιτάξει έξω από το παράθυρο  τη μανισμένη θάλασσα κι εγώ η παιδική της φίλη και σύντροφος ανυπομονώ να συνεχίσουμε την κουβέντα μας για τον ευγενικό Ιππότη ντε Τουρναί, και τους τροβαδούρους που θα προσκληθούν στο κάστρο τον άλλο μήνα στη μεγάλη γιορτή που έχει οργανωθεί από τον πατέρα της, Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο και τη μητέρα της Άννα Κομνηνή.
Όμως η Ιζαμπώ, εδώ και τρείς μήνες, από τότε που συνάντησε καβαλάρισσα το Νικηφόρο Σγουρό γόνο των αρχόντων του  Αναπλιού, δεν θέλει να κουβεντιάζει για τίποτα άλλο, παρά μόνον γι  αυτόν, τον υπέροχο καβαλάρη, τον επαναστάτη, τον ήρωα !!!
Εγώ, η μόνη μάρτυρας των εκμυστηρεύσεών της, προσπαθώ μάταια ν αποτραβήξω τη σκέψη της απ΄ αυτόν, γιατί  από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πόσο καταδικασμένος είναι αυτός ο έρωτας, ανάμεσα σ΄ αυτήν, την πριγκίπισσα της Αχαΐας, Φράγκισσα και Ρωμιά, μοιρασμένη στα δυο και τον αρχηγό των επαναστατών, τον αντρειωμένο έλληνα άρχοντα, που μερικά χρόνια αργότερα θα καταλάβει μετά από σκληρή μάχη στα 1293, το κάστρο της στην Καλαμάτα και θα υψώσει τα βυζαντινά σύμβολα, στη συνέχεια θ΄ ακολουθήσει τους κουρσάρους στη θάλασσα, θα γνωρίσει ακόμη και τη φυλακή, μέχρις ότου καταφύγει με τους συντρόφους του στα βουνά, αφού πρώτα έχει αποτύχει να την πείσει να τον ακολουθήσει.
Η Ιζαμπώ εύθραυστη και μελαγχολική, εγκλωβισμένη στη δίνη των γεγονότων θα παραδοθεί στη μοίρα της συμβιβασμένη με τον κοινωνικό της ρόλο, θα παντρευτεί στα 1271 τον Φίλιππο της Σικελίας, θα χηρέψει και στη συνέχεια θα παντρευτεί το δούκα Φλωρέντιο του Αινώ από τον οποίο θα αποκτήσει μία κόρη τη Ματθίλδη. Ο τρίτος της γάμος θα γίνει με το Φίλιππο της Σαβοΐας λόρδο του Πεδεμοντίου….
Στα χέρια μου κρατώ και ψηλαφώ ένα από τα νομίσματα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας της εποχής της, στην όψη του αναγράφεται  YSABELLAPACH (ISABELLA PRINCESS ACHAEA) , το νόμισμα μου γλιστρά και πέφτει στο πέτρινο πάτωμα, κατρακυλά και χάνεται….
Τινάχτηκα ξαφνιασμένη, τ΄ όνειρο έσβησε απότομα, παραμέρισα τα σκεπάσματα και το βιβλίο που διάβαζα αποβραδίς :«Η ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ ΙΖΑΜΠΩ» του ΄Αγγελου Τερζάκη», έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Ανασηκώθηκα και  χρειάστηκα αρκετό χρόνο να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουνα, ξυπόλητη πήγα στο παράθυρο, άνοιξα τις κουρτίνες και η κάμαρη πλημμύρισε αττικό φώς, τα κόκκινα γεράνια μου στο περβάζι, με καλημέρισαν ζωηρά , οι γνώριμες εικόνες των απέναντι σπιτιών γέμισαν τα μάτια μου  και στ΄ αυτιά μου έφθασε η φωνή κάποιου πλανόδιου , που τραγουδούσε: «Ήτανε μια φορά, μάτια μου κι έναν καιρό, μια όμορφη κυρά, αρχόντισσα, να σε χαρώ….»
(Για την ιστορία αυτή, χρησιμοποίησα στοιχεία από το βιβλίο του ΄Αγγελου Τερζάκη «Η ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ ΙΖΑΜΠΩ», από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, το σχετικό άρθρο της Αγγέλας Γαβρίλη, καθώς και το σχετικό άρθρο της Μαρίας Μαρκαντωνάτου  Με αφορμή τα 800 χρόνια από τη Φραγκοκρατία ,στο Περιοδικό ΟΜΠΡΕΛΑ τεύχος 75)

4.Ένα όνειρο για όλους.

Από παιδί είχε ένα μόνο όνειρο. Να δει από κοντά την θάλασσα. Είχε ακούσει τόσα για αυτήν από τους γέρους του χωριού που τα διηγούνταν τα βράδια στην μεγάλη καλύβα που μαζεύονταν όλοι οι λιγοστοί κάτοικοι.
Στο μικρό ορεινό χωριό, στα βάθη της Ασίας, η μόνη αναψυχή ήταν αυτή η παραδοσιακή βραδινή σύναξη όπου κάθε βράδυ με την σειρά του ένας γέρος διηγούνταν μια ιστορία βγαλμένη από τις μνήμες και τις παραδόσεις. Ήταν η δική τους Ιλιάδα, η δική τους Οδύσσεια. Και είχε η ιστορία τους πόνο πολύ.
Οι πρόγονοί τους ζούσαν ευτυχισμένοι κοντά στη θάλασσα σε μια πανέμορφη πόλη με τείχη και πύργους. Είχε λιμάνι, ναούς, κήπους αλλά την ομορφιά την χρωστούσε στο ότι σε κάθε περβάζι, κάθε σπιτιού πολύχρωμα γεράνια έδιναν ξεχωριστό χρώμα και άρωμα στην πόλη. Όμως ο μαύρος ιππότης όπως αποκαλούσαν τον θάνατο επισκέφτηκε κάποτε την πόλη τους με την μορφή μιας τρομερής επιδημίας. Ήρθε από την θάλασσα με κάποιο από τα καράβια. Οι περισσότεροι κάτοικοι έσβησαν και οι πολύ λίγοι που απέμειναν δεν μπόρεσαν να συντηρήσουν την ομορφιά της... Η πόλη ερήμωνε και τα άδεια σπίτια γκρεμίζονταν. Την συμφορά συμπλήρωσε μια επιδρομή πειρατών που έκανε όσους λίγους απέμειναν να φύγουν μακριά στα βουνά της ενδοχώρας για ασφάλεια. Έστησαν εκεί το χωριό τους και κανένας τους πια αιώνες τώρα δεν ξαναείδε την θάλασσα που τόσο αγαπούσαν που όμως έφερε την καταστροφή, μάλιστα δυο φορές. Κανένας δεν τόλμησε ποτέ πια να φύγει μακριά από το χωριό και κανείς δεν πήγαινε να τους βρει.
Όσο όμως κι αν ήταν όμορφα εκεί πάνω, για το δικό του ανήσυχο πνεύμα έμοιαζε με μια μεγάλη φυλακή. Έτσι μια μέρα φόρτωσε όσα εφόδια μπορούσε στο άλογό του και πήρε το δρόμο προς την κατεύθυνση που οι γέροντες του έδειξαν ότι κάποτε ήταν η πανέμορφη γενέτειρά τους.
Χρόνια μετά γύρισε με ένα καραβάνι φορτωμένο με πλούσια δώρα για όλους. Είχε καταφέρει να βρει την τύχη του σε μια μεγάλη πολιτεία, πρώτα δουλεύοντας σκληρά για άλλους στο λιμάνι και ύστερα σιγά-σιγά στήνοντας ότι δουλειά είχε πέραση κάθε φορά. Έτσι κατάφερε να αγοράσει ένα καΐκι κάνοντας μεταφορές και με τον καιρό κι άλλο κι άλλο. Έστειλε τότε ανθρώπους του στο χωριό να φέρουν την αγαπημένη του εκεί να στήσουν την φαμελιά τους. Αργότερα αγόρασε ένα καράβι κι αυτό έφερε κι άλλο κι άλλο, μέχρι που έγινε πάμπλουτος εφοπλιστής! Η θάλασσα έφερνε πίσω πλουσιοπάροχα ότι είχε πάρει από τους προγόνους του. Κι εκείνος ένιωθε ότι έπρεπε να τα μοιραστεί με όλους τους συμπατριώτες του. Και δεν ήταν μόνο τα δώρα που έφερνε...
Όταν έφυγε πήρε μαζί του τα παλικάρια του χωριού και τα έβαλε στην δούλεψή του με πλούσιες αμοιβές. Αγόρασε και μια μεγάλη παραθαλάσσια έκταση όπου κάθε χωριανός έπαιρνε ένα κομμάτι γης να ορθώσει το σπιτικό του με την αγαπημένη του. Γρήγορα σχηματίστηκε ένα πανέμορφο χωριό με σπίτια που είχαν γεράνια σε κάθε περβάζι και γενιά-γενιά μεγάλωνε ώσπου έγινε μια πανέμορφη πόλη όπως εκείνη των προγόνων τους. Το δε μικρό χωριό έσβησε από τον χάρτη ήσυχα. Σαν κάποιος που φεύγει από βαθιά γεράματα.

5.Ο νους

Ο ιππότης πετάχτηκε έξω από το παραμύθι κι άρχισε να παραφέρεται έντρομος. Χλώμιασες και μαζί σου κι η θάλασσα σήκωσε αντάρα. Το γεράνι στο περβάζι του κόσμου σου μαράθηκε. Το δυσβάσταχτο δεν ήταν που δεν μπόρεσες να μπεις μέσα στο παραμύθι για να συναντήσεις τον ιππότη σου, αλλά που ο ίδιος ο ήρωας έχασε το μυθικό του περίβλημα όταν άγγιξε τούτον τον κόσμο. Η φυλακή του ήταν το δικό σου το όνειρο.  Ο νους φτιάχνει τα παραμύθια, ο νους και τα τσαλαπατά.

6. Στα κλεφτά

Στα κλεφτά. Μια ματιά στο ρολόι. Η ώρα τρεις και μισή τα ξημερώματα. Πεταμένο στο πάτωμα εδώ και μέρες. Θέλησες να πάψεις να μετράς τις ώρες, τις ημέρες, τις εβδομάδες, τους μήνες. Έβαλες στοίχημα με θεούς και δαίμονες. Θα τα καταφέρεις. Πείσμωσες, μάτωσες, δοκιμάσθηκες, άντεξες – όχι απαραίτητα με αυτή την σειρά. Όχι απαραίτητα κατάφαση. Κι άρνηση, κι ερώτηση πολλές φορές.
Ταπεινωμένη η ύπαρξή σου, με τα τόσα που βλέπεις, περιφέρεται άσκοπα στους διαδρόμους του κλουβιού – περιμένεις το πρωί να βγεις να σκάψεις τον κήπο γιατί δεν αντέχεις να σκάβεις άλλο μέσα σου, το ΕΙΝΑΙ σου. Πρέπει να περάσουν τα λεπτά, τα τέταρτα, τα μισάωρα, οι ώρες. Να πάει έξι. Να ξημερώσει. Και μετά αυτός ο απέραντος ουρανός, με τον χαμηλωμένο του ήλιο, που σε τίποτα δεν θυμίζει την Πατρίδα ούτε την θάλασσα, η οποία τόσο σου έχει λείψει, θα σε φιλοξενήσει για λίγο κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του.
Μερικά λεπτά, ακόμη και στην συννεφιά, αρκούν για να πάθεις έγκαυμα – δεν σε ένοιαξε. Το προτιμάς από το τσουρούφλισμα και το κόχλασμα των νερών μέσα στο κλουβί, από τις πτήσεις τις εσωτερικές και το ξεβόλεμα. Σου θυμίζουν τα όσα έχεις περάσει εσύ – βγήκες νικήτρια. Το παιδί σου άραγε; Πώς να το πεις πελάτη; Δεν δουλεύεις εδώ. Συγκατοικείς. Αφήνεις τον επιτηρητή να σκούζει – όσο κάνεις προόδους, όσο γεμίζουν οι σακούλες κάτω από τα μάτια, ακούγεται το γέλιο σαν γάργαρο νερό ποταμού, δεν του πέφτει λόγος το πώς.. ο κάθε θεραπευτής έχει τον δικό του τρόπο.
Βγαίνεις έξω. Στερεώνεις το δίχτυ στην μπασκέτα. Το τσιμεντένιο δάπεδο ήδη καυτό στις πατούσες σου. Πιάνεις στα δυο σου χέρια την μπάλα. Πρώτο καλάθι. Δεύτερο. Τρίτο. Παύεις να μετράς. Κλείνεις τα μάθια. Αφήνεσαι στο όνειρο
Ο ουρανός με τα στεγανά του προσπαθεί να σε παγιδέψει – ερωτοτροπεί μαζί σου, σε θέλει δικιά του. Αισθάνεσαι να πνίγεσαι, πρέπει να επιστρέψεις μέσα. Έχεις τόσο συνηθίσει την φυλακή σου, που ούτε ο τσιμεντένιος κήπος με τους θάμνους και τα γεράνια του δεν σε εντυπωσιάζει πλέον. Επιστρέφεις στον θάλαμο, κλειδώνεις ερμητικά την πόρτα. Μια ανάσα σε χωρίζει από τον κήπο. Όχι, είσαι καλύτερα εδώ! Στον γνώριμο, αποστειρωμένο σου κόσμο… συνήθισες πια την φυλακή σου. Την έκοψες και την έραψες στα μέτρα σου, πολλή σου πέφτει η ελευθερία. Θα γίνεις ο Ιππότης που θα τα σώσει - όχι απαραίτητα κατάφαση. Κι άρνηση, κι ερώτηση πολλές φορές.
 "Ημερολόγιο μιας ξενιτεμένης"

7. Τα αλμυρά, τα καυτερά και τα πολλά τα λάδια…

Εψές βραδύς σαν ξάπλωσα τεντώθηκα σαν γάτος
κι αφού ανακλαδίστηκα, κοιμήθηκα χορτάτος.
Με τουρλωμένη την κοιλιά πλακώσαν κάτι όνειρα
άκρως σκανδαλιστικά  συνάμα και παμπόνηρα.
Είδα λοιπόν στον ύπνο μου πως ήμουνα ιππότης,
 λεβέντης και ευθυτενής σαν άλλος Δον Κιχώτης.
Και κάθε μέρα έβγαινα  για βόλτα στο μεϊντάνι
κι εκράταγα στο χέρι  μου ένα άλικο γεράνι.
Κι εκεί γνωρίζω μια κυρά, μια χαμηλοβλεπούσα
που όταν την αντίκρυζα τρελά καρδιοχτυπούσα.
Κι όταν μου κρυφογέλαγε σκιρτούσε η καρδιά μου
ανάθεμά την μου ‘καψε  όλα τα σωθικά μου.  
Ήτανε λέει ο άντρας της άρχων της πολιτείας
και ο πιο πλούσιος εκεί μεγαλοκτηματίας.
Μα ήταν γέρος κι  άσχημος, με μύτη σαν τσιγκέλι
κι εκείνη τον παντρεύτηκε για πλούτη και οφέλη.
Μια μέρα την κατάφερα κι ήρθε να μ’ ανταμώσει
κι αρχίσαμε αγκαλιές φιλιά κι είχε μια γλύκα τόση…
Σαν να ‘ταν  κύμα θάλασσας πάνω στην αμμουδιά
τριβόταν κι αναστέναζε η σιγανοπαπαδιά.
Κι εκεί που όλα ήτανε στο φόρτε τους επάνω,
είχε στείλει  ξοπίσω της ο άντρας της  ρουφιάνο.
Στα πράσα μας  ετσάκωσε αλί και τρισαλί
και τα μαντάτα πρόφτασε στο γερομπαμπαλή.
Αμέσως  με συλλάβανε, στη φυλακή μ’ οδήγησαν
ενώ εγώ  τους φώναζα ότι με παρεξήγησαν.
Κι ενώ ετοιμαζότανε για μένα η  αγχόνη 
ξύπνησα κι αποφάσισα, για να μη με αγχώνει
άλλη φορά ο ύπνος μου, να κόψω πια τα βράδια,
τα αλμυρά, τα καυτερά και τα πολλά τα λάδια.


8. O αιφνιδιασμός του ανέκκλητου.

Ράγισαν τα μάτια του ξυπόλητου ιππότη,
κι από την σαρκοφάγο ξεπήδησαν
κομμάτια μετάλλου, λάμψεις, βροντές,
εωθινή συγχορδία δονεί το βυθό,
η θάλασσα βρυχάται ορμώντας με λύσσα,
κατακλύζοντας  με αφρούς τα βράχια του ανεκπλήρωτου.
Ψηλά, στο ερειπωμένο κάστρο της νεκροχώρας,
κουρνιάσανε τα ψαροπούλια,
στις ακροθαλάσσιες εσοχές,
σε όνειρο μελαγχολοκών πραΰνσεων,
και σε ιδεατά διαθρυλήματα.
Κατά τόπους υψώνεται ένα δέντρο,
γυμνόφυλλο, με ανάλογες προϊδεάσεις,
στυγερά μαστιζόμενο από τους ανέμους,
ακταιωρόντας με προσήλωση το αιώνιο.
Τα γεράνια, αντιδρούν στην επανάπαυση,
αντιτάσσονται στη φυλακή των στοιχείων,
αρνούμενα να ενσκύψουν στην εξαύλωση,
στρεφόμενα σταδιακά, σε αμφιλεγόμενη συνεκδοχή. 
Τα πέταλά τους, σκορπισμένα στη σαρκοφάγο,
σηματοδοτούν το αδηφάγο μένος  της φθοράς,
και σαν σταγόνες αίματος , χρωματίζουν το ανελέητο ,
αποσιωπώντας τον αιφνιδιασμό του ανέκκλητου.

9.Εικόνες

Η ιστορία του ξεκίνησε μόλις βρέθηκε μέσα στο μικρό, παιδικό χεράκι. Πάνω που είχε αρχίσει να συνηθίζει το σφιχτό κράτημα, το χεράκι χαλάρωσε στιγμιαία.  Τη φυγή του προς τον ουρανό συνόδεψε ένα παιδικό κλάμα. Η μαμά όμως είπε «Μην κλαις, θα πάει να γνωρίσει τον κόσμο». Και το κόκκινο μπαλόνι δε στενοχωρήθηκε πια.
Πέταξε πάνω από χωριά. Σ’ ένα χωράφι, είδε τον ιδρώτα ενός αγρότη να στέκει σαν διαμαντένιο στολίδι στο μέτωπο. Είδε τα παιδιά στη μικρή, σχολική αυλή, πλάι στο δάσκαλο, να παρατηρούν τιτιβίζοντας ένα γεράνι, που είχε προσφέρει το καλύτερό του μπουμπούκι για να ξεκουραστεί πάνω σ’ αυτό η πρώτη πεταλούδα της Άνοιξης. Πέρα από το σχολειό, ένα νιογέννητο πουλαράκι έκανε τα πρώτα του, αβέβαια βήματα.
Πέταξε πάνω από τη θάλασσα. Είδε δελφίνια να συνοδεύουν ένα καράβι στο ταξίδι του και τους ανθρώπους να τα φωτογραφίζουν χαρούμενοι. Τα δελφίνια πρόσεξαν το κόκκινο μπαλόνι, αλλά δεν ήξεραν τι ήταν.
Πέταξε πάνω από πόλεις. Είδε την πύλη μιας φυλακής να ανοίγει, διώχνοντας από τα σωθικά της ένα μετανιωμένο πια κρατούμενο, έπειτα από χρόνια και χρόνια κράτησης. Το εγγόνι του, που δεν τον είχε ξαναδεί, σήμερα τον περίμενε απέξω, μαζί με τους γονείς του, κρατώντας μια ζωγραφιά.
Είδε ένα ζευγάρι αστέγων, κάτω από μια χιλιομπαλωμένη κουβέρτα, να κοιμούνται αγκαλιά στο πάρκο. Στον ύπνο τους, κι οι δυο χαμογελούσαν – το κόκκινο μπαλόνι τους έστειλε ένα φιλί και την ελπίδα στο όνειρό τους. Το ζευγάρι ανασάλεψε, μα δεν ξύπνησε. Το χαμόγελό τους όμως έγινε πιο πλατύ.
Λίγο-λίγο, το κόκκινο μπαλόνι άρχισε να χάνει τον αέρα του. Χαμήλωνε, χαμήλωνε, μέχρι που σκάλωσε στα κλαδιά ενός δέντρου.
Το δέντρο σκίαζε την είσοδο ενός ιδρύματος για εγκαταλειμμένα παιδιά. Η πόρτα άνοιξε και ένα ζευγάρι βγήκε έξω. Ανάμεσά τους είχαν ένα παιδί, το κρατούσαν από το χέρι. Το μπαλόνι δεν το ήξερε, αλλά μια διαδικασία υιοθεσίας μόλις είχε ολοκληρωθεί και το παιδί έφευγε από το ίδρυμα μαζί με τους νέους, θετούς γονείς του.
Το παιδί πρόσεξε αμέσως το κόκκινο μπαλόνι. Το ζήτησε. Ο άνδρας τεντώθηκε και το έφτασε.
«Τι το θέλεις;» ρώτησε, «έχει ξεφουσκώσει, θα σου πάρω όσα μπαλόνια θέλεις από δω και πέρα».
«Ξέρω ότι θα με φροντίσεις», είπε το παιδί, «αλλά πίσω μας, τα άλλα παιδιά δεν έχουν κανέναν να τους πάρει μπαλόνια. Θέλω να τους πάω αυτό λοιπόν, θα μου το φουσκώσεις;»
«Είσαι ένας μικρός ιππότης!» είπε η γυναίκα. Φούσκωσε το κόκκινο μπαλόνι, το έδωσε στο παιδί και όλοι μαζί επέστρεψαν στο κτίριο.
 
10.Ο μικρός ιππότης που τα έβαλε με το δράκο

Είχε σουρουπώσει. Ο μικρός ιππότης ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο. Σκεφτόταν την πριγκίπισσα που θα παντρευόταν σαν θα μεγάλωνε. Ήταν ερωτευμένος με το μυστηριώδες κοριτσάκι που ζούσε με τους γονείς του στη διπλανή γκαρσονιέρα της παλιάς πολυκατοικίας. Τόσο όμορφη ήταν η πριγκίπισσα… με μακριά καστανόξανθα μαλλιά και ένα ζευγάρι μεγάλα μάτια στο χρώμα της θάλασσας. Σχεδόν πάντα, μια-δυο μελανιές στόλιζαν το μελαγχολικό προσωπάκι της.
Λίγο πριν αποκοιμηθεί, ο μικρός ιππότης άκουσε από τη διπλανή γκαρσονιέρα δυνατές φωνές και ένα χείμαρρο από βρισιές. Νόμισε πως άκουσε στο όνειρό του την πριγκίπισσα να κλαίει, αλλά ήταν πραγματικότητα. Ένας κακός δράκος κρατούσε την πριγκίπισσα μαζί με τη μαμά της σε μια φυλακή, μέσα στη σπηλιά του. Είχε κόκκινα μάτια και η ανάσα του βρωμούσε. Από το αλκοόλ. Δεν ήθελε και πολύ για να βγάλει φωτιές απ’ το στόμα του. Αλλά του ήταν πιο εύκολο να σηκώνει το χέρι του για να τις χτυπήσει βρυχώμενος.
«Τόσο καιρό, κανείς δεν κάνει κάτι γι’ αυτό», σκέφτηκε ο μικρός ιππότης. «Ακόμη κι οι ιππότες του τάγματος των κοινωνικών λειτουργών φοβούνται τον κακό δράκο! Εγώ όμως δεν τον φοβάμαι! Θα σώσω την πριγκίπισσα…» Και μ’ αυτές  τις σκέψεις αποκοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα ο ιππότης και η πριγκίπισσα συναντήθηκαν ξανά στο κάστρο τους, που βρισκόταν στον διάδρομο του ορόφου τους για να παίξουν. Ο ιππότης πρόσεξε μια καινούρια μελανιά στο χεράκι της πριγκίπισσας. Έκανε να την αγγίξει, μα το μικρό χεράκι τραβήχτηκε. Εκείνη απλώς του χαμογέλασε θλιμμένα.
Την ίδια στιγμή, άκουσαν ασυνάρτητα μουρμουρητά και ακανόνιστα βήματα, που έρχονταν από τη στριφογυριστή σκάλα της πολυκατοικίας. Ο δράκος ανέβαινε τις σκάλες παραπατώντας, μέχρι τον τέταρτο όροφο όπου έμενε. Τον αντίκρισαν σε άθλια κατάσταση, ζαλισμένο, αξύριστο, με βρώμικα ρούχα και σούφρωσαν τις μυτούλες τους εξαιτίας της δυσοσμίας. Ο δράκος κλώτσησε τα παιχνίδια τους στην κορυφή της σκάλας για να περάσει. Σκόνταψε σε μια γλάστρα με γεράνι και την κλώτσησε κι αυτήν, αναποδογυρίζοντάς την. Τελικά, μπήκε τρεκλίζοντας στη σπηλιά του και σε λίγο ακούστηκαν οι γνωστοί του βρυχηθμοί. Μάλλον τα χρήματα που είχε εισπράξει από τη γυναίκα με τις απειλές του δεν ήταν αρκετά, έτσι ξέσπασε χτυπώντας την.
Η μικρή πριγκίπισσα, στο άκουσμα όλων αυτών, δάκρυσε. Ο δράκος βγήκε ξανά από τη σπηλιά του κρατώντας μερικά χαρτονομίσματα στο ένα χέρι και ένα μπουκάλι αλκοόλ στο άλλο. Φαινόταν ικανοποιημένος.
«Μη φοβάσαι», ψιθύρισε ο ιππότης στη μικρή πριγκίπισσα. «Κανείς δεν θα σε ξαναπειράξει».
Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε στην άκρη, αφήνοντας το αυτοκινητάκι του στο δεύτερο σκαλοπάτι. Ο δράκος, θολωμένος από το μεθύσι του, δεν είδε το αυτοκινητάκι, πάτησε πάνω του και κατρακύλησε στη στριφογυριστή σκάλα μέχρι το ισόγειο. Ο μικρός ιππότης πανηγύρισε. «Σε νίκησα, κακέ δράκε!» του φώναξε. Και ο δράκος ξεψύχησε.


11.Όπου φύγει φύγει

- Πατέρα, θέλω να ταξιδέψω πέρα σ' άλλη θάλασσα.
Μια ζωή άλλη ν' αρχίσω καλύτερη από αυτή.
Δεν μπορώ άλλο να αισθάνομαι μέσα σε 
φυλακή!
Τα φτερά μου μαραμένο 
γεράνι.
Ο τόπος δε με χωράει, ως πότε ο νιός θα θρηνεί;
Θέλω σαν 
ιππότης να παλέψω, και να νικήσω
τα μαύρα όνειρα που επιμένουν εδώ.
- Γυιέ μου, είθε η απόφασή σου να μας φέρει ανάσα
.

12. Θαυμά(ΖΩ)!

Με τη λίστα κοιμάμαι, με το στικάκι ξυπνάω. Τα όνειρά μου γίνανε σαν την Αθήνα του Καμίνη. Αφιλόξενα και τριτοκοσμικά. Οι αγαπημένοι μου ήρωες αντικαταστάθηκαν με φτηνά αντίγραφα.  Kινεζιές του κερατά!  Η οικογένεια Ντάλτον με την οικογένεια Παπακωνσταντίνου. Ο Οβελίξ με τον Βενιζέλο, η Κρουέλα με την Ανγκέλα κι ο Ηλίας του 16ου με τον Ηλία τον χρυσαυγίτη. Πεπεισμένη πως «…οι μάγκες δεν υπάρχουν πια/ τους πάτησε το τρένο…» (της ανάπτυξης), κι απάνω που ετοιμαζόμουν να βάλω τελεία στο κεφάλαιο «Oι αγαπημένοι μου ήρωες», γνώρισα ένα θαυμαστικό. Μάλλον θα το έφερε η κακοκαιρία που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Μπορεί και η χρόνια εξάρτησή μου από σουρεάλ, ή τουλάχιστον μη υλικές, ουσίες. Η αλήθεια είναι πως από τότε που ήρθε σαν απρόσκλητος επισκέπτης στη ζωή μου, σταμάτησα να βασανίζομαι από ερωτηματικά, αγκύλες, κόμματα και να βάζω αποσιωπητικά και παρενθέσεις στη σκέψη μου. Ζω μόνο για να ανακαλύπτω αφορμές και ανθρώπους που αξίζουν θαυμαστικά.
Για τα παιδιά που κάθε πρωί ανηφορίζουν  ένα δρόμο προς κάποιο σχολείο! Που χτίζουν τη ζωή τους πάνω στ΄ αποκαΐδια που τους κληροδοτήσαμε. Γελάνε, φωνάζουν, παθιάζονται, κλαίνε, ερωτεύονται, βγάζουν γλώσσα στο σύστημα κι ορθώνουν, το ασχημάτιστο ακόμα, ανάστημά τους. Χτες έπεσα πάνω στο πιο νταλκαδιάρικο και ευρηματικό γκράφιτι της περιοχής.  Στον τοίχο του γυμνασίου: «Σ’ αγαπάω ρε ΖΩΗ!!!». Τα θαυμαστικά από μένα… κέρασμα! 
Για το ηλικιωμένο ζευγάρι του απέναντι διαμερίσματος! Κόντρα στις τηλεοπτικές «Κασσάνδρες» και τις κυβερνητικές επιδιώξεις,  αντέχουν να επιβιώνουν, ν’ αγαπιούνται, να στηρίζονται τρυφερά ο ένας στον ώμο του άλλου και να φυτεύουν γεράνια και γιασεμιά στο μπαλκόνι τους. Αφήνονται γλυκά στο γήρας του σώματος, αλλά στήνουν οδοφράγματα στην άλωση της ψυχής τους. Τσουγκρίζουν  ακόμα τα ποτήρια τους και ξορκίζουν το ζόφο, με πείσμα και μαγκιά εικοσάρηδων.
Για το κορίτσι που σερβίρει καφέδες τα σαββατοκύριακα! «…Αλλιώς, δεν έχει φροντιστήριο…», μου είπε αυθόρμητα  μια μέρα. «… Άμα μαζέψω κι από μπουρμπουάρ,  τσοντάρω και  στα έξοδα της οικογένειας. Ζόρια μωρέ!... μόνο η μάνα μου δουλεύει….». Χαμόγελο από ατσάλι, και δυο μάτια φτιαγμένα απ’ τις πιο γαλάζιες θάλασσες του κόσμου. Τους επιτρέπει μόνο να υγραίνονται. Όχι να κλαίνε. 
Για τον  δεκαπεντάχρονο απόγονο κάποιου παλιού ιππότη, που ρίχτηκε στις φλόγες για  να σώσει τα μικρότερα αδέρφια του, στο φλεγόμενο σπίτι της γιαγιάς τους.  Σ’ ένα χωριό της Καβάλας. Χάθηκαν όλοι στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις. Κι αν ήταν άλλες εποχές, θα βάζαμε παράσημα και τίτλους ή θα δαφνοστεφανώναμε την ηρωική πράξη. Σκαλίζω άπειρα θαυμαστικά και υποκλίνομαι στα πικραμένα μάτια ενός παιδιού, που θάφτηκαν στη λάσπη και τη μαυρίλα του σύγχρονου Μεσαίωνα. Κι ας καταναλώθηκε κι αυτό ως «θλιβερή είδηση» ή «παράπλευρη απώλεια». Κι ας το κάνανε ακόμα κι αυτό, αφορμή  για ένα έκτακτο αλληλοφάγωμα στη Βουλή, μεταξύ φρέντο και τυρόπιτας. Λίγο πριν το θάψουν στο χωνευτήρι της λήθης.
Κι ας βρωμίζουν τον τόπο με τη δυσωδία του χνώτου τους. Κι ας ρηχαίνουν τις αξίες μας κι ας μαντρώνουν τις ζωές μας σε σύγχρονες φυλακές, ντοπάροντάς μας με παραισθησιογόνα για να μένουμε σε ισόβια καταστολή.
Σ’ όλα αυτά που αυτοπροσδιορίζονται ως σοβαρά, εγώ βλέπω μόνο μαγευτικούς ανθρώπους. Έτσι, από αντίδραση…


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΜΕΣΩΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΡΤΗΣΗ