Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

4η ανάρτηση ιστοριών 2ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

 ΙΣΤΟΡΙΕΣ 24 ΕΩΣ ΚΑΙ 31
24.Το τελευταίο ταξίδι
Συναντήθηκαν τυχαία στο καράβι από Αθήνα για Κρήτη. Όταν πρωτοκοιτάχτηκαν, ταράχτηκαν κι οι δύο. Θυμήθηκαν τον υπέροχο έρωτά τους κι όλα όσα ένιωθαν τότε τους κατέκλυσαν ξανά. Είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από τότε που ειδωθήκαν τελευταία φορά. Εκείνη είχε παραμείνει το ίδιο όμορφη και φρέσκια με τότε. Εκείνος είχε κάποιες ρυτίδες γύρω από τα μάτια του και τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει.
Είχαν χωρίσει βίαια. Όχι γιατί το ήθελαν, αλλά λόγω συνθηκών. Βλέπεις εκείνος ήταν εμπλεκόμενος με μία πολιτική οργάνωση και αναγκάστηκε να φύγει μακριά της για να την προφυλάξει. Τώρα πια εκείνη ήταν παντρεμένη με άλλον και εκείνος είχε δίπλα του μία άλλη κοπέλα που κάτι του έλεγε και γελούσε. Όμως κανείς από τους δύο δεν είχε σταματήσει να νιώθει, κανείς δεν είχε ξεχάσει, κανείς δεν είχε ξεπεράσει τον άλλο.
Βγήκε στο κατάστρωμα με την ελπίδα πως θα τον βρει μόνο. Τον βρήκε να καπνίζει. Κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλήσουν. Οι λέξεις ήταν περιττές. Εκείνος γέλασε πικρά και τη ρώτησε αν ο τύπος ήταν σύζυγός της και εκείνη ένιωσε εγκλωβισμένη σε κλουβί μέσα στην ίδια τη ζωή της. Μίλησαν πολύ τυπικά, όμως η φωνή και τον δύο έκρυβε συγκίνηση και πόθο. Πήγαιναν και οι δύο στα Χανιά.
- Αύριο βράδυ, στη δεξίωση που θα γίνει στο Δημαρχείο, έλα να με βρεις. Μόνη. Θα είμαι κι εγώ μόνος. Βρες μια δικαιολογία κι έλα. Έχουμε τόσα πολλά να πούμε. Και όπως είπαμε. Να έρθεις μόνη, της είπε καθώς απομακρυνόταν από κοντά της.
Εκείνη αισθάνθηκε ξανά πως ήταν είκοσι χρονών. Χαμογελούσε. Ανυπομονούσε να τον συναντήσει. Θα τον αγκάλιαζε, θα τον φιλούσε, θα γινόταν ξανά δική του και μετά θα έφευγαν μαζί για κάπου μακριά, που δε θα τους έβρισκε ούτε ο άντρας της, ούτε εκείνη η νοστιμούλα που είχε εκείνος μαζί του. Θα ζούσαν μαζί.
Με θάρρος και τόλμη το επόμενο βράδυ είπε στον άντρα της πως θα πήγαινε μια βόλτα μόνη της. Δεν της έφερε αντίρρηση κι έτσι εκείνη φόρεσε το πιο ωραίο φόρεμά της και έτρεξε στο Δημαρχείο. Μόλις έφτασε εκεί, είδε κόσμο αναστατωμένο, αστυνομία παντού κι ένα ασθενοφόρο. Η καρδιά της σφίχτηκε. Κάποιον μετέφεραν σε φορείο, τυλιγμένο με λευκό σεντόνι που είχε βαφτεί κόκκινο από το αίμα. Πλησίασε και ρώτησε τι είχε γίνει. Ένας άγνωστος είχε πυροβολήσει τον άτυχο άντρα στο στήθος, που φαίνεται πως ήταν μέλος κάποιας πολιτικής οργάνωσης, της είπαν.
Η καρδιά της έσταξε αίμα. Έτρεξε στο φορείο και πιάστηκε από αυτό. Μπήκε στο ασθενοφόρο και άφησε την τελευταία της πνοή δίπλα στο μοναδικό άντρα που αγαπούσε και που κείτονταν νεκρός.

25.Πες αυτή τη λέξη, Πες τη!
-Μη τη πεις αυτή τη λέξη, μη τη πεις!
-Ποιά λέξη; Ποιά;
  Κι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ζούνε σε κλουβιά
  Χρυσά κλουβιά; Γυάλινα κλουβιά; Πολύχρωμα κλουβιά; Τί σημασία έχουν άραγε τα χαρακτηριστικά ή τα «συνθετικά» τους όταν έχουν δημιουργηθεί για να καλύψουν; Να αιχμαλωτίσουν; Να προστατέψουν; Να φυλακίσουν; Να δεσμεύσουν; Να κρατήσουν δέσμιες τις ανθρώπινες ψυχές μας;
Να προστατέψουν είπα; Όχι οχι, ηταν λάθος! Μέγα λάθος! Τοποθετώ τον εαυτό μου σε ένα κλουβί για να με προστατέψω δεν υπάρχει, πείθω τον εαυτό μου πως το κάνω ή το κάνουν οι άλλοι για το καλό μου υπάρχει και είναι μέγα λάθος! Μέγα λάθος όμως!
Προστατεύω σημαίνει περικλείω και όχι φυλακίζω. Περικλείω σημαίνει αγκαλιάζω, φυλακίζω όμως σημαίνει ασφυκτιώ!
-Μη τη πεις αυτή τη λέξη, μη τη πεις!
-Ποιά λέξη; Ποιά;
-Όχι όχι σου λέω, μη τη πεις!
-……
Θάρρος και τόλμη θέλει φίλε η ζωή! Με οδηγό και εφόδια αυτά τα δύο μπορείς να υπερνικήσεις και να κατακτήσεις τα πάντα! Και να πεις πως δε το ξέρεις! Πάντα το γνώριζες, ανέκαθεν το ήξερες, γεννήθηκες με αυτά μα μεγαλώνοντας το ξέχασες! Το ξέχασες ρε! Ο πόνος σου, οι φοβίες σου, οι ανασφάλειές σου σε έκαναν να ξεχάσεις πως είσαι μαχητής ρε! Είσαι μαχητής που να πάρει και το ξέχασες! Το ξέχασες γαμώτο, το ξέχασες!
   Θυμήσου ρε, θυμήσου!
   Γεννήθηκες κλαίγοντας γιατί πονούσες ρε, μα αυτό σήμαινε πως ήσουν ζωντανός και τώρα πια φυλακίζεις τη ψυχή σου σε αδιόρατα τείχη που ονομάζεις κλουβιά προστασίας μόνο και μόνο για να μη πονέσεις ρε!
 Σπάσε τα τείχη! Σπάστα ρε! Προσπέρασε ότι σε φοβίζει και σε κρατά δέσμιο του εαυτό σου! Δώσε μια κλωτσιά και κάντα όλα λίμπα.
 Προσπάθησε ρε! Προσπάθησε, τί σου ζητάω;
-Μη τη πεις αυτή τη λέξη, μη τη πεις!
-Ποιά λέξη; Ποιά;
-Όχι όχι σου λέω, μη τη πεις!
-Ποιά λέξη; Ποιά; Αυτή που φοβάσαι να πεις εσύ; Πες τη φίλε, πες τη, μόνο εσύ μπορείς. Πες τη!
Μη γίνεις ένα σκουριασμένο καράβι που «στολίζει» κάποιο βρώμικο λιμάνι. Γίνε βάρκα, άνοιξε πανιά και αρμένισε στο πέλαγο που απλώνεται μπροστά σου! Μη φοβάσαι τη ζωή, άσε να φοβηθεί εκείνη αν σε χάσει!
Τι σου ζητάω ρε; Ζήσε όπως σου αξίζει! Ζήσε!
-Πες τη λέξη! Πες τη λέξη! Μόνο εσύ μπορείς! Πες τη!
-Ελευθερία! Ελευθερία παλιέ μου εαυτέ! Ελευθερία!
Και ο φυλακισμένος σου εαυτός, σπάει το κλουβί και δραπετεύει!
Μεγάλο προσόν η ελευθερία μα ακόμη μεγαλύτερο αν την έχεις κατακτήσει πολεμώντας για αυτή….
                                                                
26.Ξενιτεμένος στα Καράβια
Έτος 1956. Ο Γάμος τους ήταν αρχικά από συνοικέσιο… Ανεξάρτητα αν στη συνέχεια έγινε μια αγάπη μεγάλη. Τα χρόνια, τότε δύσκολα, φτωχά. Η ζωή τους προδιαγεγραμμένη.
Αμέσως μετά τον γάμο εκείνος έπρεπε να φύγει.. Β’ Μηχανικός ήταν ο τίτλος του. Από εδώ και πέρα για πολλά χρόνια που θα ακολουθούσαν, εκείνος θα έλειπε για μήνες από την συζυγική στέγη. Τα καράβια τότε είχαν χρήματα. Ο κόσμος θυσίαζε τη ζωή του αλλά έστελνε πίσω στην Ελλάδα ένα σημαντικό ποσό, το οποίο βοηθούσε δύο και τρεις οικογένειες όχι μόνο να ζήσουν αλλά και να χτίσουν τη ζωή των ίδιων και των παιδιών τους.
Εκείνη έμεινε πίσω. Σε ένα φτωχό προσφυγικό σπίτι στην Κοκκινιά που έμελε να γίνει τριώροφο. Επάνω στο χρόνο γέννησε την πρώτη τους κόρη. Εκείνος γνώρισε το μωρό όταν ήταν 40 ημερών. Το βαφτίσανε και έφυγε ξανά στις 10 μέρες.  Μετά από σχεδόν 4 χρόνια ήρθε στη ζωή και η δεύτερη κόρη. Η χαρά του ήταν μεγάλη, ήταν ο μεγαλύτερος γιος από 12 παιδιά, τα περισσότερα αγόρια και είχε επωμισθεί όλο το βάρος της ανατροφής τους. Δεν θα άντεχε άλλα αγόρια… Τα κορίτσια του ήρθαν σαν ανακούφιση, ανεξάρτητα αν για πολλά χρόνια τον φώναζαν «Θείο»… Δεν ήξεραν τι πάει να πει πατέρας. Δεν είχαν ποτέ τον πατέρα τους, όμως εκείνος ήταν ο φύλακας άγγελος τους! Από εκεί, απ’ την ξενιτιά μόνο για την οικογένεια του ενδιαφερόταν. Μόνο για αυτούς δούλευε και καρτερούσε την στιγμή που θα επέστρεφε σπίτι.
Μηνιαίως αντάλλασσαν αλληλογραφία. Ότι γινόταν στο σπίτι έπρεπε να το γνωρίζει ο μαστρο - Θανάσης αλλά και εκείνος την ενημέρωνε όσο μπορούσε για τα τεκταινόμενα επάνω στο πλοίο αλλά και για τις χώρες που γνώριζε. Οι λέξεις δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν την αίσθηση και την αγάπη που ξεχείλιζε όταν βρισκόντουσαν μαζί, όμως ήταν παρήγορες και τους κρατούσαν συντροφιά. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη και κάθε φορά που λάμβανε ο ένας γράμμα από τον άλλο αισθανόντουσαν σαν τα πουλιά που τα ελευθέρωσες απ το κλουβί τους!
Εκείνη του είχε πει: «Από τα 30 μίλια από το λιμάνι του Πειραιά και μετά κάνε ότι θες»… (ήταν άντρας και εκείνη γνώρισε πολύ καλά πως δεν μπορούσε να έχει απαιτήσεις για τόσους μήνες) «… από τα 30 μίλια και εδώ, είσαι δικός μου!» . Ήθελε πολύ τόλμη για να το πει μια γυναίκα αυτό….
Η Φωφώ, όπως την αποκαλούσε εκείνος, στάθηκε αντάξια στον άντρα της που δούλεψε σκληρά και με θυσίες για την οικογένεια του. Εκείνος έστελνε χρήματα και εκείνη έχτιζε με τα ίδια της τα χέρια το σπίτι τους. Όταν γύρισε εκείνος για τα καλά, δεν πίστευε στα μάτια του για τον θησαυρό που παντρεύτηκε! Όχι μόνο δεν σπατάλησε τα χρήματα που έβγαλε εκείνος με κόπο και ιδρώτα αλλά μάλιστα φρόντισε για το μέλλον των ίδιων και των παιδιών τους.
Εκείνος έκοβε και εκείνη έραβε!
Η δουλειά του Θανάση και το νοικοκυριό της Φωφώς έγιναν παράδειγμα στις γενιές που ακολούθησαν.

27.Ταξιδεύοντας γι’ αλλού
Ξέρεις, τα αστέρια μόνο τη νύχτα θα τα δεις.
Εσύ όμως έμαθες να κλείνεις τα μάτια στο σκοτάδι.
Σήκω το βλέμμα.
Κοίταξέ τα!
Κάθονται στη παρέα τους
και λαμπυρίζουν.
Πάντα εκεί. Εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά
κι όμως είναι εκεί και σε βλέπουν.
Που θα πας να τους κρυφτείς;
Σε καλούν να πας κοντά, να τους μιλήσεις, να ονειρευτείς μαζί τους,
να σου πουν τι έχουν δει μέσα στους αιώνες,
να σου διηγηθούν ιστορίες που δεν σου είπαν οι άλλοι,
να ακούσεις πράγματα τρελά,
να ζήσεις ζωές, να μάθεις …
Θυμάσαι μικρή που είχες την τόλμη;
Το καράβι σου δεν λογάριαζε φουρτούνες και θύελλες.
Δεν σε λύγιζαν οι φόβοι και τα μη.
Μέσα σε όλα.
Μη φοβηθείς την αλήθεια.
Να φοβάσαι το ψέμα.
Αυτό πονάει.
Μικρές λέξεις που σε σημαδεύουν.
Είναι η ώρα για μεγάλες εκρήξεις μέσα στο μικρό σου σύμπαν.
Κάνε τα δάκρυά σου δυναμίτες και άνοιξε δρόμους.
Σπάσε τα κάγκελα του κλουβιού σου.
Στο χέρι σου είναι.
Φτάνει η καρδιά να θέλει.
Θα χτυπηθείς, θα ματώσεις, θα πονέσεις. Θα αντέξεις.
Σήκω.
Αν δεν τους αφήσεις δεν θα σε αγγίξουν στα βαθιά σου.
Δεν ζεις γι’ αυτούς, δικές σου οι ανάσες.
Η ψυχή και τ’ άδικο είναι εδώ.
Να σου θυμίζουν τι πρέπει.
Κοίτα…! Άρχισε να χαράζει!!
Έτοιμη;

28.Η ερωτοχτυπημένη πατάτα
Μπαίνω στην κουζίνα φουριόζα, παίρνω πέντε–έξι πατάτες από ένα τσουβαλάκι και αρχίζω να τις καθαρίζω για να ετοιμάσω το μεσημεριανό φαγητό.
-Ουφ! Ακούω να λέει μία πατάτα με περίεργο σχήμα, επιτέλους κάποιος με ελευθέρωσε.
Έχω παραισθήσεις από την κούραση σκέφτηκα και ακούω να μιλάνε οι πατάτες.
-Πρόσεξέ με! συνέχισε εκείνη. Δες το σχήμα μου. Έχω σχήμα καρδιάς και δεν το απέκτησα τυχαία. Το επιδίωξα και θα σου πω το γιατί.
-Τι είναι αυτά που μου λες, της απάντησα, άσε με  και έχω δουλειές. Πάει το έχασα σκέφτηκα, άνοιξα κουβέντα με μια πατάτα.
-Εγώ θα σου πω την ιστορία μου θες δε θες, γιατί αν δεν την πω σε κάποιον θα σκάσω.
-Άντε πες την, να μου περάσει η ώρα όσο ετοιμάζω το φαγητό.
-Εγώ λοιπόν γεννήθηκα σε ένα χωράφι στη Νάξο, όχι να το παινευτώ αλλά είμαστε πολύ καλές πατάτες. Εκεί μεγάλωνα μαζί με τα αδέλφια μου, κάτω από την μαμά μας την πατατιά, όταν μια μέρα είδα να έρχεται προς το μέρος μας με μία αξίνα στο χέρι, ένα παλικάρι ψηλό και γεροδεμένο. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι και από την μέση και πάνω το κορμί του ήταν γυμνό και ηλιοκαμένο. Ε! αυτό ήταν! Έρωτας με την πρώτη ματιά!
Άρχισα από εκείνη την ημέρα να παίρνω το σχήμα καρδιάς για να με προσέξει και έσπρωχνα τα αδέλφια μου για να βγω πάνω-πάνω για να με δει. Εκείνος όμως ούτε που με πρόσεχε… μία μας σκάλιζε, μία μας πότιζε, αλλά πέραν αυτού τίποτα άλλο.
-Περίμενε μου είπε μια μέρα μία άλλη πατάτα, σε λίγο καιρό που θα μεγαλώσουμε, θα μας βγάλει από το χώμα   και τότε θα σε δει.
-Ζούσα για εκείνη την ημέρα που δεν άργησε να έρθει. Άρχισε να μας βγάζει από το χώμα. Δεν μπορεί σκέφτηκα τώρα θα με προσέξει. Πράγματι με πήρε στα χέρια του, είδε την καρδιά μου, μου χαμογέλασε και εγώ έλιωσα από προσμονή. Μία του λέξη περίμενα… ένα σ’ αγαπώ να ακούσω από τα χείλη του… αλλά τίποτα με πέταξε και μένα στο σωρό μαζί με τις άλλες. Ήθελα να πεθαίνω.
-Μην κάνεις έτσι, μου είπαν μερικές πατάτες, όταν μας πάει στην αποθήκη για να μας βάλει σε τσουβάλια, εκεί μπορεί να σε προσέξει.
-Εκεί σκέφτηκα είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Πρέπει να βρω το θάρρος και την τόλμη να του πω για τον έρωτά μου. Όμως όταν ήρθε εκείνη η ώρα, εγώ δεν τόλμησα να του πω τίποτα και εκείνος μας τσουβάλιασε, μας φόρτωσε στο φορτηγάκι του και μας πήγε στο λιμάνι. Εκεί μας έβαλαν σε κάτι κιβώτια σαν κλουβιά, μας φόρτωσαν σε ένα καράβι και φτάσαμε στην  Αθήνα και από εκεί ούτε που ξέρω που μας πήγαν και ούτε με ενδιέφερε πια. Η ζωή μου δεν έχει νόημα, κάνε με ότι θέλεις, κάνε με να ξεχάσω τον άδοξο έρωτά μου.
 -Δεν μου πάει η καρδιά να σε ψήσω στο φούρνο, θέλεις να σε φυτέψω σε μια γλάστρα, να βλαστήσεις και να δεις τη ζωή με άλλο μάτι;
-Δεν είναι κακή ιδέα, μόνο κάνε με να ξεχάσω…

29.Ένα γράμμα για μια λέξη
Παιδί μου, ίσως κάποτε σου μιλήσω για τ’ αόρατα κλουβιά που χτίζουν γύρω μας τα χιλιάδες πρέπει…
Ίσως πάλι σου πω πως η τόλμη είναι προνόμιο των νιάτων και των ανόητων…
Σε ξορκίζω! Αγνόησέ με! Κλείσε τ’ αυτιά σου, και προχώρα στη ζωή σου χωρίς τους δικούς μου φόβους!
Ναι, εγώ είμαι το λιμάνι… μα τα καράβια είναι φτιαγμένα για τις ανοιχτές θάλασσες! Διάλεξε λοιπόν το δικό σου καράβι – μονάχος εσύ! – και τον προορισμό σου. Τους Ποσειδώνες που θα σου λάχουν εσύ θα τους παλέψεις! Κι αν πέσεις σε ξέρες, κι αν χρειαστεί ν’ αλλάξεις πορεία, μη σταματάς! Ξανοίξου!
Μια λέξη κράτα μονάχα πυξίδα στα ταξίδια σου: Ελευθερία! Αυτή να δίνει αέρα στα πανιά σου! Αυτή που εγώ πρώτη στη δίδαξα, ανάμεσα σε κανακέματα και νουθεσίες…
Φύλαξε τα κανακέματα στην καρδιά, τις νουθεσίες στο μυαλό, μα το πνεύμα σου – κράτα γερά! μη γελαστείς! – μην αφήσεις να τα ορίζουν στερεότυπα κοντόφθαλμων τιμητών! Τι ξέρουν αυτοί από ταξίδια και γαλανούς ορίζοντες;
Ελευθερία! Τι άλλη κληρονομιά να σου δώσω; Κι ας ξέρω πως είναι λέξη βαριά… απαιτητική… βασανιστική και λυτρωτική συνάμα…
Κι ας κοστίζει πιότερο απ’ όλους σε μένα… 


30. Το κλουβί ανοίγει από μέσα...
Θέλει αρετή και τόλμη να σαλτάρεις κάποια πρωία πάνω σ' ένα επιβατηγό καράβι και να την κάνεις για μακριά. Να αφήσεις τη βολεμένη σου  ζωή  κλειδωμένη στο κλουβί της και να ξανοιχτείς στο πουθενά, χωρίς να σε βαραίνει καμία άγκυρα. Να νομίζουν όλοι ότι εσύ συνεχίζεις να ζεις στους ρυθμούς που συνήθιζαν να σε βλέπουν, να σε έχουν σιγουράκι ή και ξεγραμμένο κι εσύ να ρίχνεις τα σκοινιά από το μπαλκόνι και με ένα ρεσάλτο να κάνεις την έκπληξη. Θέλει αρετή και τόλμη να διαχωρίσεις με μαγκιά τις πράξεις από τις λέξεις και να σταθείς συμπαραστάτης πλάι στις επιλογές σου. Να αφήσεις τη ζωή να ξεχειλίσει σαν το ποτάμι κι όταν η στάθμη της θα έχει ανέβει επικίνδυνα, εσύ να έχεις φύγει πια μακριά. Να σαλπάρεις με ένα καράβι με σημαία του ένα κομμάτι από πολύχρωμο πανί κι όταν κοιτάξεις πίσω σου επιτέλους, η στεριά να είναι απλά ένα κακό όνειρο. Κι όλοι να αναρωτιούνται... μα πως συνέβη κι άνοιξες το κλουβί από την μέσα μεριά;...

31.Πάσχω ….. !!!!!
Αν κοριτσάκι  μου εγώ έγραφα τη ζωή μου σε βιβλίο, οι λέξεις θα έκαιγαν το χαρτί,  αν την γύριζαν σήριαλ να έβλεπες κλάμα που θα έριχνε ο κόσμος. Πράγματα όμορφα αγνά, βγαλμένα μέσα από τη ζωή αλλά χάλασαν τώρα πια οι αξίες,   χάλασαν και οι άνθρωποι.
Ο Θόδωρος ήταν το καμάρι της γειτονιάς  μας. Ευθυτενής, χαμογελαστός, ντόμπρος  το καμάρι κάθε μάνας.    Και όμως αυτό το καμάρι  επιβεβαίωνε την ρήση «από αγκάθι βγαίνει ρόδο».  Ο πατέρας του ένας άνθρωπος καλότατος ίδιος ο Θόδωρος , η μάνα του μια αγροίκα, απαίδευτη γυναίκα που της έφταιγαν όλοι και όλα,  η Τουρκοβασίλω με το όνομα.
Τέλειωσε ο Θόδωρος  τον Αρχιμήδη, βγήκε μηχανικός τρανός και  μπαρκάρισε στο καράβι !!!    Και έλαχε τούτο το παλληκάρι να με αγαπήσει με έναν έρωτα πλατωνικό, με μια αληθινή αγάπη και εγώ κοριτσάκι μικρό δεκαέξι χρόνων, ίσα που τελείωνα το σχολαρχείο, ένιωσα βασίλισσα μόνο αυτό σου λέω. Έφερνε η Τουρκοβασίλω προξενιές  με προίκες τρανταχτές, τίποτα ο Θόδωρος, θα το σκεφτώ  μάνα  της έλεγε .  Πέρασαν δυο χρόνια, και από δω και από κει εκείνος της τo ‘πε, άλλος της μήνυσε για την συμπάθεια αναμεταξύ μας, στυλώνει τα πόδια μια μέρα κάτω η Τουρκοβασίλω  έξω από την αυλή μας, α δεν στο είπα  πως τα σπίτια μας ήταν όμορα, και αρχίζει τις κατάρες για μένα και την οικογένεια μου πως τάχατες της ξεμυάλισα με καμώματα και μάγια  το  γιο . Άνω κάτω γίνηκε η γειτονιά μας . Βγήκαν έξω οι γειτόνισσες, ο άντρας της και οι γιοι της να την μαζέψουν  και η μάνα μου θυμάμαι έκλεισε τα παντζούρια και τα παράθυρα  για να μην  ακούμε εμείς τα παιδιά τις κατάρες και τα ουρλιαχτά της. Το επόμενο βράδυ, ο Θόδωρος  βρήκε την τόλμη   και μαζί με τον πατέρα του ήρθαν στο σπίτι  με λουλούδια και γλυκά  να  ζητήσουν συγγνώμη  για τα φερσίματα της   αλλά περισσότερο από όλα για να ζητήσει εκείνος το χέρι μου. Και τότε έγινε κάτι αλλόκοτο που  με σημάδεψε   για ολάκερη τη ζωή μου, δεν ξέρω αν έπραξαν καλά οι γονείς μου γιατί κάθε λέξη που έλεγε ο πατέρας μου πρώτα την συζήταγε με την μάνα μου, ορθώθηκε, έτσι λεβεντάνθρωπος  όπως ήταν και λέει με  δυνατή φωνή  «’Ακου εδώ παιδί μου, εγώ έχω παιδί    καλό και δεν παρακαλώ, με τιμά η πρόταση σου αλλά το κορίτσι μου  θέλω να ζήσει ευτυχισμένο, όχι να μου το πεθάνει μια κακιά πεθερά .»
Τέλειωσαν όλα εκείνο το βράδυ, εγώ κλείστηκα για μέρες μέσα στο σπίτι σαν το αγρίμι στο κλουβί, δεν έτρωγα δεν έπινα, μονάχα έκλαιγα. Εκείνος μπαρκάρισε μέσα στην εβδομάδα.  Σύντομα μετακόμισε και η οικογένεια του δυο στενά παραπάνω  και ο καθένας μας πήρε άλλο δρόμο. 
Αχ Πάσχω, έτσι δα με φώναζε  !!!!!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου