Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

3η ανάρτηση ιστοριών 2ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Σήμερα ξεκινάμε λίγο ανορθόδοξα...
Θα βρείτε πρώτα την 3η και 4η ανάρτηση και στη συνέχεια τη 2η και την 1η στην οποία υπάρχουν και όλες οι σχετικές με τη βαθμολογία  οδηγίες.
Συνεπώς αφού διαβάσετε τις 3η και 4η αναρτήσεις
πατάτε πάνω στο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
και βρίσκετε τις  1η και 2η.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 16 ΕΩΣ ΚΑΙ 23 
16.Λέξεις,, όρια, ελευθερία
 Έριξε μια ματιά στις λέξεις του διαγωνισμού και σκέφτηκε, δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να δημιουργήσει, με γνώμονα αυτές τις λέξεις.
Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, άλλωστε όλη της η ζωή πάνω σε γνώμονες πατούσε και σχέδια.
 Νόμοι και διατάξεις καθόριζαν τη ζωή της ακόμα και άγραφοι κανόνες ηθικής που ακολουθούσε πάντα για να μη δίνει σχόλια στον κοινωνικό της περίγυρό.
Στα πλαίσια πάντα ενός εκπαιδευτικού  προγράμματος και στους κανονισμούς που όριζαν. Στην εργασία πάλι  πάντα κάποιες οδηγίες ακολουθούσε ένα πρότυπο αντέγραφε ακόμα και στα χόμπι της αυτή τη συνήθεια είχε  ν’ ακολουθεί ομάδες και κανόνες.
Δημιουργούσε πάντα με γνώμονα  μια συνταγή ακόμα και στο γυμναστήριο προτιμούσε ν’ ακολουθεί μια ομάδα σ’ ένα πρόγραμμα παρά να γυμνάζεται μόνη της, τελικά μάλλον η ελευθερία τη φόβιζε!!
Δεν θυμόταν να ‘κανε κάτι ελεύθερα χωρίς περιορισμούς να κάνει το δικό της βρε αδελφέ!
Έκανε μια βαθιά ενδοσκόπηση σ’ αυτό το σημείο και είδε ότι και την παιδικότητά της  μάντρες και τοίχοι την είχαν «εσωκλείσει» την έπνιξαν με αυστηρούς όρους και κανόνες για το καλό της. Αυτές οι μάντρες στην εφηβική της ηλικία πήραν την μορφή του αρραβώνα για να της υποβάλουν τα «πρέπει και τα μη της.»Ένα γάμος πολύ νωρίς έβαλε τα δεσμά του στην προσωπική της ελευθερία  και αυτά τα πρέπει και τα μη έγιναν συρματόπλεγμα που φυλάκισαν «τα θέλω» της.
Πολλές φορές τα «θέλω» συγκρούστηκαν πάνω στα «πρέπει» που την εγκλώβιζαν με αποτέλεσμα να ματώνει και να πονά μετά από κάθε αναμέτρηση μαζί τους. Έμαθε να γλύφει τις πληγές της και να σηκώνεται πάντα, αυτό κάθε φορά την έκανε πιο δυνατή.
Τα όνειρά της άσπρα καράβια και ταξιδιάρικα θαλασσοπούλια  χάνονταν στην απέραντο γαλάζιο. Τόσο ελεύθερα, που ξεμάκρυναν τελείως από κείνη μ’ αποτέλεσμα να ξεχάσει ότι είχε κάποτε όνειρα, στόχους προορισμούς.
Γι αυτό λοιπόν φοβόταν την ελευθερία γιατί ήταν ανεξέλικτη και αυτό τη φόβιζε!
Θυμάται την πρώτη φορά που ταξίδεψε μόνη της πόσο φοβισμένη αισθανόταν σαν μουδιασμένη καρδερίνα έξω απ’ το κλουβί της. Ωστόσο αυτή η πρωτόγνωρη αίσθηση της λιγοστής ελευθερίας της άρεσε και αν τη συνόδευαν δεκάδες πρέπει που δεν μπορούσε ν’ αποβάλει από πάνω της.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία,  την τόλμη δεν μπόρεσε να βρει ποτέ για να διεκδικήσει τη δική της προσωπική ελευθερία.

17.Φαντάσου…
Φαντάσου…
Ένα κόσμο υπέροχο.
Να βγαίνεις στο δρόμο και να συναντάς όμορφους ανθρώπους. Με τρόπους και ευγένεια. Με καλή θέληση και καλοσύνη.
Να δημιουργούν όλοι.
Ταλέντα, δεξιοτεχνίες όλα να αναδεικνύονται.
Κανένας χαμένος. Κανένας σε κλουβί.
Οι πόλεις αλλά και τα χωριά να είναι γεμάτα θέατρα, κινηματογράφους, αθλητικά κέντρα. Παραστάσεις, ταινίες, αθλητικούς αγώνες.
Οι τέχνες να ανθούν. Σε κάθε γωνιά να μπορείς να δεις εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, φωτογραφίας.
Δρώμενα, συγκεντρώσεις, συζητήσεις φιλολογικές, πνευματικός ανταγωνισμός.
Τα υπέρογκα ποσά που δαπανούνται για τηλεοπτικές φτηνές εκπομπές, να προσφέρονταν σε ντοκιμαντέρ, ιστορικές και μουσικές παραγωγές.
Οι βιβλιοθήκες να σφύζουν από ζωή. Πνιγμένες από βιβλία και ανθρώπους πεινασμένους για γνώση.
Τα μουσεία γεμάτα. Το πλανητάριο. Οι αρχαιολογικοί χώροι, τα αρχαία θέατρα.
Τα πανεπιστήμια προσεγμένα και καθαρά. Ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητές. Μόνο επιστήμη και εξέλιξη.
Οι γονείς να νοιάζονται πραγματικά για τη μόρφωση των παιδιών τους. Να τα προτρέπουν να βρουν και να εκμεταλλευτούν το ταλέντο τους. Να τα ενθαρρύνουν να κάνουν αυτό που θα τους γεμίσει ψυχικά και όχι υλικά.
Τίποτα φτηνό, τίποτα πρόχειρο. Ακόμα και το ελαφρύ, καλοδουλεμένο.
Ένα καράβι πολιτισμού για όλους ανεξαιρέτως. Όλοι ίσοι στη γνώση.
Και έτσι οι άνθρωποι θα έβγαιναν με τόλμη στη ζωή. Με εφόδια τη γνώση και το μυαλό και όχι την καταγωγή και την οικονομική επιφάνεια. Με αυτοπεποίθηση και ανδρεία.
Αυτό που θα είχε αξία θα ήταν η σκέψη, το συναίσθημα, το συνολικό καλό και όχι το προσωπικό συμφέρον.
Θα έψαχναν το δύσκολό, το όμορφο, το σπουδαίο. Δεν θα συμβιβάζονταν με τα λίγα, ούτε με το μέτριο. Δεν θα ανέχονταν κανένα τύραννο. Ούτε στην πολιτική, ούτε στην οικογένεια, ούτε στον έρωτα.
Χωρίς κοινωνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις, χωρίς απωθημένα, χωρίς διακρίσεις. Ελεύθεροι.
Ελευθερία. Μα τι όμορφη λέξη.

18.De profundis η σκέτη;
Κτίριο 9  Ευελπίδων  
Γραφείο ανακριτή   
Ανακριτής: Καλημέρα σας
Χρυσαυγίτης: Καλημέρα κύριε ανακριτά
Α:Πείτε μας με τι ασχολείστε κύριε;
Χ: Τώρα δεν κάνω τίποτα κύριε ανακριτά, αλλά παλιότερα  προσπάθησα να μπαρκάρω και όταν είπα στην μάνα μου..… «μάνα θα πάω στα καράβια», η μάνα μου μου είπε…… «που θα πας παιδί μου να σκυλοπνιχτείς, δεν πας καλύτερα στην Χρυσή Αυγή να γίνεις βουλευτής» και πήγα στην Χρυσή Αυγή να γίνω  βουλευτής και να βγάλω και καμιά γκόμενα, αλλά οι μόνες  γυναίκες  που έβλεπα στα γραφεία ήταν η Ελενίτσα και η Ουρανίτσα, με αποτέλεσμα να μου πέσει…… κάθε διάθεση για γυναίκα  και για να ξεπεράσω την απογοήτευση το έριξα στα μαθήματα αναζήτησης των κρυμμένων καρωτίδων των αμνοεριφίων  που μας έκανε ο εκδοροσφαγέας και νυν βουλευτής  του κόμματος.
Α: Τι προσήλθατε να καταθέσετε κύριε μάρτυς;
Χ:Ήρθα να κάνω μια κατάθεση-εξομολόγηση για την συμμετοχή μου στην Χρυσή Αυγή.
Α:Θα θέλατε να την κάνετε de profundis;
Χ: Θα πονέσει πολύ αυτό κύριε ανακριτά;
Α:Πάντα πονάει και  θέλει πολύ τόλμη μια de profundis  εξομολόγηση ειδικά όταν την κάνεις μέσα από το κλουβί  της φυλακής.
Χ: Μα εγώ είμαι απέξω…… ακόμη!
Α: Ναι, αλλά ο Οσκαρ…… ήταν  μέσα!
Χ: Και τι με νοιάζει εμένα αν ο Όσκαρ ήταν  μέσα αφού  εγώ είμαι απέξω….. ακόμη;
A: Γιατί μόνο από μέσα από το κλουβί μπόρεσε ο Όσκαρ   να κάνει μια de profundis εξομολόγηση, να ξεδιπλώσει τις πληγές της ψυχής του, να μιλήσει για την τέχνη, την ζωή του,τον Χριστό,το σύστημα της φυλακής,και να πει για τους Φαρισαίους που κατακλύζουν το κοινωνικό σύστημα.
Μέσα από την φυλακή έγραψε την περίφημη φράση "Τα μεγάλα πάθη είναι για τις μεγάλες ψυχές".
Χ: Κρίμα το παλικάρι. Λάλησε στην μπουζού. Και μετά μου λέτε εμένα να κάνω de profundis εξομολόγηση! Πρίτς! Σκέτη θα κάνω!
Α: Σκέτος είναι ο ελληνικός, και αν του προσθέσεις  ½ κουταλάκι ζάχαρη γίνεται με ολίγη.Λοιπόν!Πρoτείνω de profundis! Που ξέρετε. Μπορεί να ξαλαφρώσετε!
Χ: Είδα και τον Όσκαρ πως ξαλάφρωσε! Τον Χριστό φαντάρο είδε και τον Φαρισαίο…….. ποδηλάτη στην μπουζού!
Σκέτη θα κάνω!
Α: Σας είπα κύριε!Σκέτος είναι ο ελληνικός, και αν του προσθέσεις 1 κουταλάκι ζάχαρη γίνεται μέτριος.Εξάλλου ο Όσκαρ με αυτήν ακριβώς την de profundis εξομολόγηση ταρακούνησε το σύστημα.
Χ:Εγώ κα με….. σκέτη θα το κάνω άνω-κάτω κύριε ανακριτά!
Σκέτη θα κάνω!
A: Σας είπα κύριε! Σκέτος είναι ο ελληνικός, και αν του προσθέσεις 2 κουταλάκια ζάχαρη γίνεται γλυκύς! 
Χ:Το αποφάσισα.Η σκέτη η δεν λέω  λέξη και θα σας αφήσω να περιμένετε να ανοίξει το στοματάκι του ο…… "Καιάδας" και να σας κάνει μια de profundis……να με το συμπάθιο!
Α:Εντάξει!Εντάξει!Κάνε μία σκέτη, αλλά να……. καίει!
Ουφ!

19.Μια νέα ζωή !
Ο καβγάς  συνεχιζόταν εδώ και ώρα! Ο Δημήτρης πρέπει να ακουγόταν  ως το απέναντι διαμέρισμα και η Ελένη χαμηλόφωνα όπως πάντα και υπομονετικά προσπαθούσε να κρατήσει την κατάσταση σε έλεγχο. Ευτυχώς τα παιδιά έλειπαν. Είχε πάει στη τράπεζα και βρήκε το βιβλιάριό τους άδειο. Γύρισε στο σπίτι και αισθανόταν σαν νάχε φάει μπουνιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό  αλλά ήταν αποφασισμένη  πια να μάθει πού πήγαν τα λεφτά !
Την αποπήρε επιθετικά. - Γιατί, έλεγχο μου κάνεις? Δεν τα έφαγα, τα τοποθέτησα, επένδυση, αλλά πού να φτάσει το μυαλό σου εσένα, όλο με απορρίπτεις, δεν με εμπιστεύεσαι καθόλου, της φώναξε πανιασμένος και την πλησίασε απειλητικά!
Στην αρχή του γάμου τους όλα πήγαιναν καλά, είχε τη δουλειά του σε μια εταιρία σαν προγραμματιστής και η Ελένη νέα μηχανικός σε μια κατασκευαστική. Κάποια στιγμή όμως το καράβι άρχισε να μπάζει, ο Δημήτρης παραγκωνιζόταν σιγά σιγά στη δουλειά του ώσπου στο τέλος πριν τρία χρόνια απολύθηκε. Όσο εκείνος κατέβαινε η Ελένη άνθιζε, καλή μάνα, δυναμικό στέλεχος κι αυτό δεν μπορούσε ο Δημήτρης να το διαχειριστεί. Με κάθε λέξη του την υποβίβαζε, την έβρισκε ανίκανη να οδηγήσει, ανίκανη να διαχειριστεί τα χρήματά τους  και έτσι ανέλαβε εκείνος εξανεμίζοντας τους κόπους της.
Είχε φτάσει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό της, μάζευε, μάζευε μέσα της αλλά δεν είχε τη τόλμη να αντιδράσει. Όταν το πρόσωπό του ήρθε κοντά στο δικό της με τα μάτια του να γυαλίζουν βρήκε το θάρρος να απαντήσει.
- Ναι δεν σε εμπιστεύομαι καθόλου πια!
Το χέρι του κινήθηκε με ορμή και έπεσε καυτό στο μάγουλό της και η Ελένη για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλε τα χέρια της με δύναμη στο στέρνο του και τον έσπρωξε προς τον τοίχο. Εκείνος έκπληκτος παραπάτησε.
Με τα μάγουλα σκασμένα από το αίμα, πήγε, άνοιξε την πόρτα και του φώναξε δυνατά-Βγες έξω! Βγες έξω τώρα και μην ξαναγυρίσεις ποτέ! Την κοίταξε αποσβολωμένος, ήταν μια Ελένη που δεν είχε ξαναδεί, του πήρε λίγα δευτερόλεπτα αλλά υπάκουσε και βγήκε.
 –Έξω από το σπίτι μου είπε ξανά ξέπνοη και έδωσε μια στην πόρτα. Και έτσι όπως χτυπούσε η καρδιά της από τη σύγχυση ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της που σε λίγο έγινε πιο πλατύ. Ξεφύσηξε και γέλασε φωναχτά, ένοιωθε... ευτυχισμένη.
Πήγε στο μπουφέ, άνοιξε το συρτάρι και βρήκε το παλιό της δίπλωμα οδήγησης, το αχρησιμοποίητο εδώ και χρόνια, αύριο θα άρχιζε μαθήματα, ήταν καιρός πια να βγει από το κλουβί της....

20.Έρωτας
Απάτητες κορφές οι σκέψεις σου,
αδάμαστο καράβι η ψυχή σου,
σαν κύματα του Ευρίπου η αγάπη σου,
μα εγώ ακόμα, εδώ μαζί σου..
Για ώρες μπορεί, να μην πούμε μια λέξη,
να καθόμαστε αντίκρυ, στο σκοτάδι, βουβοί
κι εκεί που σκέφτομαι: πόσο θ’ αντέξει,
θυμάμαι πως είμαστε, στο ίδιο κλουβί....
Δεν ξέρω αν θέλει τόλμη ή θάρρος.
Δεν ξέρω αν όσα λες τα εννοείς,
μα ξέρω πως στέκεις δίπλα μου σαν φάρος,

φωτίζοντας τους δρόμους της ζωής..

21.Μοντέρνος Σταχτοπούτος
Εμπρός; Πα-παντοπωλείο «Μαζί τα φάγαμε»;  Κύρ- Παντοπώλα… ο Γιαννάκης είμαι.  Ο γιος της έρμης της κυρά-Στουρνάραινας. Της χαροκαμένης,  της χαμηλοσυνταξιούχας.  Ναι Κυρ- Παντοπώλα… Το ξέρω πως τα βερεσέδια μας έχουν φτάσει στο μη περαιτέρω…  όχι δεν θέλω να κάνουμε διακανονισμό… Ακούστε με!
Βρήκα δουλειά κυρ- Παντοπώλα. Μια πολύ καλή δουλειά! Θα σας τα ξοφλήσω μέχρι κεραίας. Εγώ τις υπογραφές μου τις τιμώ! Μόνο σας παρακαλώ Κυρ- Παντοπώλα, στείλτε λίγα πράγματα στο σπίτι απόψε. Σημειώνετε; … Βάλτε ένα τέταρτο θρούμπες, απ’ τις μεγάλες ,τις ψωμομένες. Και ζαμπόν… πόσο πάει το κιλό;… Ε καλά, βάλτε καλύτερα μορταδέλα και κασεράκι… και μαρμελάδα κυρ- Παντοπώλα. Πόσο το κουτί;… Απ’ τη χύμα βάλτε που είναι πιο οικονομική. Μα ναι σας λέω… θα περάσω το βράδυ απ’ το μπακάλικο να σας αφήσω έναντι. Πήρα προκαταβολή σήμερα σας λέω!
Δουλεύω σ’ ένα ψηλό κτίριο που μπαινοβγαίνει το αφάν-γκατέ της κοινωνίας μας. Πώς τα κατάφερα;… Ε, τρούπωσα, μη τα ρωτάτε! Έχω το διάολο μέσα μου!... Άδειασε μια θεσούλα και με ειδοποίησε ένας γνωστός. «Ρε Γιάννη, δεν έρχεσαι κατά δω, μπας και σου δώσουν τη θέση που χήρεψε;». Ευτυχώς είχα προϋπηρεσία στο μπαρμπέρικο της γειτονιάς κι όταν είδα τα ψαλίδια και τις μηχανές που έχουν στο μαγαζί, βρήκα την τόλμη και τους  είπα: «Αχ, αφήστε με να εργαστώ εδώ μέσα, σας παρακαλώ!... Εγώ, μόλις πιάσω στα χέρια μου μια τόσο όμορφη κουρευτική μηχανή, την κάνω και κελαηδάει σαν αηδόνι στο κλουβί!... Φέρτε μου κεφάλια να τα κουρέψω σας παρακαλώ! Φέρτε μου συνταξιούχους, εργαζόμενους, μικροκαταθέτες, άνεργους, παιδιά, σκυλιά!... Πιο γρήγορα παρακαλώ!.. Φέρτε κι άλλους!... Ακόμα πιο γρήγορα παρακαλώ!...»
Απάνω που είχα απελπιστεί κυρ-Παντοπώλα μου κι ήμουν έτοιμος να μπαρκάρω με το πρώτο καράβι που θα’ βρισκα μπροστά μου, έγινε το θαύμα! Δόξα τω Θεώ! Γιατί Θεός υπάρχει, μην ακούτε μερικούς που δεν πιστεύουν. Γιατί… τι να σου κάνω η ψωροσύνταξη της μάνας μου; Τρακόσια στόματα είχε να θρέψει. Μια ζωή να ξενοπλένει στις σκάφες.  Ήταν πρωινά που δεν είχε γάλα να μας βάλει να πιούμε.  Πηγαίναμε σχολείο και λιγοθυμάγαμε απ’ τη λόρδα!... Μην κοιτάτε που δεν λέγαμε λέξη. Πώς κρεμάσανε νομίζετε οι σακούλες στα μάτια μου; Πού λεφτά για ενυδατικές;
Ναι, γι αυτό σας λέω… Θα το κάψουμε απόψε κυρ-Παντοπώλα μου!  Έχω καλέσει και τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς, να το γλεντήσουμε! Θα’ρθει  ο Τρελαντώνης  της Μαρίτσας της γκαβής κι ο Αδωνάκος ο Ελλαδέμπορας και το Βγενιώ με τη μπαγκέτα του κι ο Μάκης ο τσεκουράτος κι άλλοι κίλερς…  Είμαι πολύ χαρούμενος σας λέω!... Θα έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα  στο σπίτι!... Βάλτε και καφέ κυρ-Παντοπώλα μου!... Και μακαρόνια νούμερο δέκα, τα ψιλά… και διαρθρωτικές αλλαγές και οριζόντια μέτρα θα έχουμε… Απ’ αυτά που είχα πάρει και πέρυσι… Ναι, με κιμά θα τα κάνω πάλι… Κι ενιαίο φόρο στα ακίνητα θα πάρω και λίγες μπύρες και σοκολάτες απ’ αυτές τις φτηνές να βάλετε…  Ή μάλλον, όχι τις φτηνές… θα πάρω και μειώσεις μισθών και σοκολάτες απ’ αυτές του γάλακτος… από δύο στον καθένα… 
Τι;… ναι, καλά ξέρω, εξακόσια δισεκατομμύρια  έφτασε ε; Ε… καλά θα τα πληρώσω… μα παιδιά είμαστε τώρα;

22.Τα χνάρια
Χαρούμενη σχεδόν, στροβιλίστηκε μπροστά στον καθρέπτη. Το μετάξι θρόισε γύρω της κυματίζοντας με χάρη κι αγκάλιασε τα πόδια της. Ρίγησε με την αίσθηση που άφησε στο δέρμα της και ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών να θαυμάσει την εικόνα που της επέστρεφε γενναιόδωρα ο καθρέπτης.
Η χαρά έσβησε έτσι όπως ήρθε και τα μάτια της έγιναν δυο ακύμαντες μαύρες λίμνες.
Με αργές κινήσεις έβγαλε το φόρεμα κι  έσυρε τα βήματά της στα παλιά σανίδια του πατώματος. Ο ήχος τους έμοιαζε πολύ με αναστεναγμό. Κράτησε την ανάσα της και αφουγκράστηκε. Για μια στιγμή νόμισε πως ήταν κάποιος εκεί και την παρακολουθούσε. Φόρεσε τα παλιά ρούχα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ανάσανε βαθιά το δειλινό που έσερνε πίσω του τη νύχτα κι έμεινε να κοιτάζει τα καράβια στο λιμάνι.
Ευχήθηκε να έβρισκε την τόλμη να μπει σε ένα. Να εξαφανιστεί, να σπάσει το κλουβί που είχε φυλακίσει την ψυχή της.
Πώς μπόρεσε να πιστέψει πως ένα καινούριο φόρεμα θα την έκανε να νιώσει καλύτερα; Να ξεχάσει πως όλα της τα όνειρα πέθαιναν ένα - ένα;
«Άραγε αυτοκτονούν τα όνειρα;», αναρωτήθηκε και η εικόνα της αυτοκτονίας ενός ονείρου της φάνηκε τόσο αστεία που  σχεδόν έβαλε τα γέλια.
Γέλιο και κλάμα. Κλάμα και γέλιο, μήνες τώρα. Διαδέχονταν το ένα το άλλο σαν κύματα. Μόλις έσκαγε το κυματάκι του γέλιου στην ακτή έρχονταν πίσω του βουίζοντας και αφρίζοντας εκείνο το άγριο, πελώριο κύμα του πόνου και την έπνιγε.
Ένιωθε σαν ναυαγός που τον ξέρασαν όλα αυτά τα κύματα σε ένα άνυδρο, ερημικό νησί. Ήταν ένα άνυδρο ερημικό νησί.
Μπήκε μέσα και κρέμασε το φόρεμα που δε θα φορούσε ποτέ στην ντουλάπα. Έβαλε τα παπούτσια της και προχώρησε προς την πόρτα. Μόλις την άνοιξε τον είδε. Της χαμογέλασε αμήχανος. Εκείνη πισωπάτησε και αναγκάστηκε να στηριχτεί στον τοίχο για να μην πέσει.
Δε μίλησε. Τον προσπέρασε και βγήκε στο δρόμο. Αυτός έμεινε να την κοιτάζει για λίγο πριν την ακολουθήσει.
Την πρόλαβε και άρχισε να της μιλάει. Λέξεις χωρίς νόημα συνόδευαν τα βήματά της.
Δεν άκουγε τίποτα. Πότε - πότε γυρνούσε και τον κοιτούσε. Έβλεπε τα χείλη του να σαλεύουν, αλλά ο ήχος τους δεν έφτανε στα αυτιά της.
Όταν έφτασε στην αμμουδιά, έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να περπατάει δίπλα στη θάλασσα. Αυτός εκεί. Πίσω της! Κάθε τόσο γυρνούσε να δει τα χνάρια τους, πριν τα σβήσει το κύμα. Ένιωθε πως όλα όσα έκανε στη ζωή της τα έσβηνε ένα κύμα.
Και τότε αποφάσισε να αρχίσει να σβήνει αυτή. Να εξαφανίσει όλα εκείνα που της έκλεβαν το χαμόγελο εδώ και καιρό. Όλα τα συναισθήματα και τις σκιές. Έπρεπε να σβήσει αυτόν. Από το μυαλό της, από την καρδιά της, αλλά περισσότερο από τη ζωή της. Το πρώτο βήμα έγινε όταν τα αυτιά της σταμάτησαν να τον ακούν. Τώρα έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο. Μετά από ώρα κοίταξε πάλι πίσω της και στο φως του φεγγαριού είδε πως τα μόνα χνάρια που έσβηνε η θάλασσα ήταν τα δικά της.
Ανάσανε ανακουφισμένη. Τελικά θα το φορούσε το φόρεμα απόψε κιόλας και θα έβγαινε να γιορτάσει το σπάσιμο των δεσμών.

23.Ο σύνδεσμος
Τον κάλεσε στο γραφείο της και τον έβαλε να καθίσει στο πλάι.
-Άκουσέ με Παντελάκι!
Σταύρωσε αυτός τα χέρια του κι άνοιξε τα μάτια του διάπλατα.
-Θα πάρεις αυτό το σημείωμα και μια καστανιά με ρεβίθια και θα κατέβεις στο Γιαλό.
Στο φρουρό που είναι στο φυλάκιο, θα πεις ότι κουβαλάς φαγητό για τους εργάτες.
Θα πα να βρεις τον Αργύρη.
Φώναξέ του από μακριά.
Μη πας παραμέσα, γιατί είναι γεμάτο νάρκες.
Μαζί με την καστανιά θα του δώσεις και το χαρτί. Εντάξει;
-Εντάξει κυρία!!                       
Κατέγραψε με μεγάλη προσοχή, κάθε της λέξη.
Η Νίκη, δασκάλα στο σχολείο του χωριού, του είχε ιδιαίτερη αδυναμία.
Ήταν ο πιο καλός της «μαθητής».
Αν και είχε ξεσχολήσει, δεν πήγε παραπέρα.
Και πού να πάει άλλωστε;
Το Γυμνάσιο παρέμενε κλειστό, αλλά αυτό λίγο τον ένοιαζε.
Άλλος ήταν ο καημό του.
Εκείνος ήθελε να μπαρκάρει με το καΐκι του πατέρα του.
Τρία χρονάκια! Ίσα να κλείσει τα 15!! Aπό κει με το φυλλάδιο στο χέρι, θα ‘φευγε στα καράβια.
Ο πόλεμος όμως τα είχε φέρει όλα ανάποδα.
Οι Γερμανοί ήταν πια στο νησί.
Για μπάρκα, ούτε λόγος…
Το καΐκι το είχαν επιτάξει οι σύμμαχοι και εκτελούσε αποστολές στη Μέση Ανατολή.
Έμεινε έτσι στο χωριό. Κι από το να γυρίζει όλη μέρα εδώ κι εκεί, προτίμησε να επιστρέψει σαν ακροατής στο Δημοτικό.
Ώρες ώρες, ένοιωθε θηρίο στο κλουβί.
Η δασκάλα που τον είχε το νου της, όταν τον έβλεπε να φουρτουνιάζει, τον έπαιρνε παράμερα και του ανάθετε μικρές ειδικές αποστολές.
Οργανωμένη στην αντίσταση από τον πρώτο χρόνο της κατοχής, βρήκε στο πρόσωπό του, έναν αξιόπιστο και αποτελεσματικό συνεργάτη.
Με την εξυπνάδα, την τόλμη και η σβελτάδα του, έγινε πολύ γρήγορα, το δεξί της χέρι. Ο σύνδεσμός της με τα ανώτερα κλιμάκια.
Τύλιξε σε μια πετσέτα ο μικρός την καστανιά με το φαγητό, έχωσε το γράμμα στη φόδρα του σακακιού του και κατηφόρισε για το Γιαλό. 
Σαν βγήκε απ το χωριό, πέρασε από το κτήμα στο Παλιοχώρι.
Έσκυψε χαμηλά κάτω απ τη μεγάλη πεζούλα.
Ξέχωσε δυο τσαμάδες απ’ την ξερολιθιά και τράβηξε από μέσα το μονόκαννο. Πέταξε το μουσαμά που το είχε τυλιγμένο και το πέρασε στον ώμο του.
-Αν βρεθεί τώρα καμιά πέρδικα στο δρόμο μου, δε θα μου ξεφύγει!!
Έπιασε πάλι το παλιό μονοπάτι που βγάζει στον αμαξιτό.
Δεν είχε αποκάμει πενήντα δρασκελιές, όταν ξαφνικά, άκουσε ένα περίπολο να έρχεται από κάτω.
Σάστισε!!
Καλά το γράμμα, το είχε βολέψει, το ντουφέκι όμως;
Κρύφτηκε πίσω από μια χαρουπιά.
Τα σκίνα που είχαν φουντώσει γύρω της τον κάλυπταν καλά.
Άφησε το όπλο και περίμενε.
Έτρεμε σύγκορμος.
Του ‘φυγε η μισή ζωή μέχρι να προσπεράσουν.
Αποκαμωμένος από την ένταση, σωριάστηκε χάμω δίχως να προσέξει.
Μια τεράστια ασπαλαθιά τον κάρφωσε πισώπλατα, κάνοντάς τον ν’ αναπηδήσει με φρικτούς πόνους.
Του κόπηκε η ανάσα.
Γέμισε η πλατούλα του πληγές κι αγκάθια.
Δάκρυσε από τον πόνο το παλληκαράκι.
Έσφιξε καρτερικά τ’ αχείλι του όμως και περίμενε.
Σαν ξεμάκρυναν οι στρατιώτες, βγήκε απ την κρυψώνα του και σιγά - σιγά ακροπατώντας, γύρισε πίσω στο χωριό!
Η λευτεριά έμελε να περιμένει …λιγάκι ακόμα!

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ 4η ΑΝΑΡΤΗΣΗ

2 σχόλια:

  1. Το βραβείο The Versatile Blogger Award σε περιμένει στο σπιτάκι μου.. θα το βρεις εδώ http://delfinaki-sunset.blogspot.com/2013/10/sos-blogo.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δίνω 3 βαθμούς στην ιστορία: 21: Μοντέρνος Σταχτοπούτος.
    2 βαθμούς στην ιστορία 17: Φαντάσου και
    1 βαθμό στην ιστορία 10: Γλυκιά διαδρομή.
    Δεν ξέρω αν είμαι στη σωστή σελίδα ! Καλή επιτυχία σε όλους! Φιλιά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή