Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών 2ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 8 ΕΩΣ ΚΑΙ 15
8.Πάνω από τα σύννεφα…
Η ζωή είναι  μια περιπέτεια… 
Ένα ταξίδι διαρκείας πάνω σε ένα καράβι που μας ταξιδεύει από εμπειρία σε εμπειρία…
Μόνοι μας επιλέγουμε τις λέξεις που θα συντάξουν το βιβλίο της ζωής μας…
Μόνοι μας διαλέγουμε τα χρώματα που θα χρωματίσουν τις εικόνες του…
Τι θα είναι λοιπόν;
Σκούρα και μουντά ή φωτεινά και χαρούμενα;
Ας αποκτήσουμε την τόλμη που θα μας ωθήσει να ανοίξουμε τα φτερά μας και να σπάσουμε τα σίδερα που μας κρατούν φυλακισμένους στο κλουβί μας…
Μόνο τότε θα πετάξουμε ελεύθεροι…
Πάνω από τα σύννεφα που κρύβουν τον ήλιο…

9.Έλα στη θέση μου
Σε προκαλώ,
έλα λίγο στη θέση μου,
για μια στιγμή μονάχα!
Άνοιξα τα μάτια σου και χαμογέλασε στη ζωή,
ενώ φίδια ζώνουν τις σκέψεις σου,
μαύρα κοράκια πετούν τριγύρω από τα όνειρά σου.
Νιώσε τις λέξεις μου,
αυτές που φωνάζουν με κόκκινο χρώμα
κάθε φορά που σε αντικρίζω.
Τοποθέτησε το εγώ σου, στο εγώ μου,
ζήσε σε αυτό το μαύρο, ολοσκότεινο κλουβί,
γίνε το σώμα μου ,
για μια στιγμή μονάχα.
Έπειτα, κοίτα μέσα από τα μάτια μου
και πες μου αν είναι ψέμα που καθημερινά
βλέπω το καράβι βυθισμένο να σαλπάρει.
Δείξε, για μια στιγμή μονάχα,
λίγη τόλμη,
έλα στη θέση μου,
τώρα,
ίσως αύριο να είναι αργά.

10.Γλυκιά διαδρομή
Μια φορά σε μια όμορφη και ήρεμη γειτονιά ζούσε ένα αγόρι με την οικογένειά του.
Ένα πρωί ξεκίνησε με την μητέρα του για το σχολείο. Στο διάβα τους πέρασαν από μια κόκκινη τριανταφυλλιά και το παιδί ρώτησε:
 - Πως λέγετε αυτό το λουλούδι μαμά;
- Αυτό αγόρι μου λέγετε τόλμη.
-Γιατί; απόρησε το αγόρι. Γιατί το βλέπεις όμορφο αλλά αν το κόψεις μπορεί να τρυπηθείς και να σε πληγώσει.
Και κίνησαν ξανά.
Λίγο αργότερα συνάντησαν μια ομάδα ανθρώπων, βρώμικοι να οργώνουν ένα κομμάτι γης.
-Κοίτα μαμά γιατί είναι τόσο βρώμικοι; Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Σούφρωσε τα φρύδια του και ρώτησε.
-Μήπως τους ξέρεις μαμά; Πως τους λένε;
- Ναι αγόρι μου φυσικά τους ξέρω. Τους λένε κλουβί.
 Έσκυψε το κεφάλι να μην τους ξανά δει.
Λίγο πριν το σχολείο σ' ένα παγκάκι ένα ζευγάρι αγκαλιασμένοι καθόντουσαν.
-Τους ξέρεις μαμά; ρίχνοντάς τους μια φευγαλέα ματιά.
-Έχει καιρό παιδί μου να τους δω αλλά το όνομά τους δεν πρόκειται να το ξεχάσω.
- Και πως τους λένε; μια αγωνία διαπέρασε τα νεανικά του ματάκια.
-Ζωή αγόρι μου.
-Θα μου την γνωρίσεις και μένα;
Η μητέρα χαμογέλασε σχηματίζοντας λεπτές ρυτίδες στην άκρη των ματιών της.
-Υπομονή αγόρι μου, θα την γνωρίσεις μόνος σου.
-Πότε μαμά;
Τα μάτια της βρήκαν την κόρη των ματιών του αγοριού.
-Μια μέρα θα' χεις δικό σου καράβι και μαζί της θα αρμενίζετε πελάγη.
Η ικανοποίηση του δεν μπόρεσε να κρυφτεί.
Μετά από μέρες το παιδί κλαίγοντας ρώτησε τη μάνα του. -Πως μπόρεσες να μου πεις ψέματα μαμά; Έμαθα για το τριαντάφυλλο, για τους εργάτες το ερωτευμένο ζευγάρι. Το χέρι της τύλιξε το απαλό του χέρι.
-Περισσότερη αξία έχει η ουσία αγόρι μου.
Τα χρόνια πέρασαν, το αγόρι είχε αποκτήσει τις πρώτες του ρυτίδες. Τα βήματά του ακούστηκαν στο κατώφλι του πατρικού του.
-Μάνα.
Η αγκαλιά του την πλημμύρισε, χάθηκε εκεί μέσα.
-Πόσο δίκιο είχες.
Εκείνη  δεν είπε λέξη. Βγήκαν από το σπίτι και κίνησαν όπως τότε.

11.Τα χάρτινα καράβια
Τη γνωρίζουνε όλοι σχεδόν στη γειτονιά, άλλωστε ολόκληρη τη ζωή της, εδώ την έχει ζήσει, εδώ γεννήθηκε, στο τρίπατο αρχοντικό των Kαζάζηδων στη οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα, στην πλατέα ρούγα, όπως αναφέρεται στα λαϊκά δίστιχα του περασμένου αιώνα.
Κάθε πρωί, ντυμένη πάντα πολύ ιδιαίτερα, σχεδόν θεατρικά, με  καπέλα,  παπούτσια σουέτ, μεταξωτά μαντήλια και  μάλλινες εσάρπες, το καλοκαίρι με μεταξωτά λουλουδάτα φορέματα και λινά παντελόνια,  ξεκινάει για μία  πολύωρη βόλτα, στο Ζάππειο αρχικά, όπου ταΐζει  τις γάτες, στη συνέχεια πίνει τον καφέ της στην πλατεία Συντάγματος, αγοράζει μία τυρόπιτα από τον ΛΟΜΠΟΤΕΣΗ και επιβιβάζεται στο τραμ.
Κατεβαίνει πάντα στην ίδια στάση, στο Τροκαντερό και
περπατάει κατά μήκος της παραλίας, στα βραχάκια που  ψαρεύουνε με τα καλάμια τους πέντε έξι συνταξιούχοι, εκεί έχει  το στέκι της, στον συγκεκριμένο πλακουτσωτό βράχο, κάθεται και μασουλάει την τυρόπιττα με το βλέμμα στυλωμένο στη θάλασσα, ύστερα όταν ο καιρός το επιτρέπει,  βγάζει από την τσάντα της ένα μάτσο εφημερίδες και αρχίζει να σχίζει τα πρωτοσέλιδα, αυτά με τα μεγάλα μαύρα γράμματα και τους πηχυαίους τίτλους, διπλώνει επιδέξια το χαρτί και φτιάχνει πέντε έξι καραβάκια που τ’ ακουμπάει απαλά στο νερό, ύστερα κόβει μερικά από τα ροζ φύλλα της εφημερίδας αυτά που συνήθως είναι αφιερωμένα στις τέχνες και τα πολιτιστικά,  φτιάχνει και μ’ αυτά κάμποσα καραβάκια και  τα απιθώνει στο νερό, τέλος φτιάχνει καραβάκια με τις γαλάζιες σελίδες, αυτές που φιλοξενούν, τα οικονομικά και  τις  μικρές αγγελίες, αυτές είναι οι αγαπημένες της και μ’ αυτές φτιάχνει τα περισσότερα, μικρά, μεγαλύτερα, μεγάλα, τα παρακολουθεί να χοροπηδάνε στο νερό, ν’ απομακρύνονται, να μουσκεύουνε και να βουλιάζουνε…… έπειτα σηκώνεται και ανταλλάσσει μερικές λέξεις με τους ψαράδες που περνάνε ώρες ολόκληρες στα βραχάκια και είναι πανευτυχείς αν   πιάσουνε έναν γοβιό ή ένα σπάρο……
Επιστρέφει πάλι με το τραμ και πηγαίνει για  φαγητό στην ίδια ταβέρνα εδώ και τριάντα χρόνια.
Το απόγευμα παίρνει το τσάι της διαβάζοντας την εφημερίδα της στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας, τις Τετάρτες παίζει μπριτζ, τα βράδια βγαίνει σπάνια, μόνο για να πάει στο θέατρο η σε κάποια συναυλία…. συνήθως ακούει μουσική, ο Μάλερ είναι ο αγαπημένος της μουσικοσυνθέτης, κάποτε έπαιζε και η ίδια πιάνο, αλλά εδώ και πολλά χρόνια αρκείται μόνο να ακούει.
Είχε μεγαλώσει μέσα σ’ ένα ασημένιο κλουβί, υπερπροστατευμένη,  σ’ ένα περιβάλλον αποστειρωμένο γεμάτο καθωσπρεπισμό και κώδικες συμπεριφοράς, ο πατέρας της ανώτατος δικαστικός, η μητέρα της φιλόλογος, οι φίλοι τους ιατροδικαστές, αρεοπαγίτες, στρατηγοί, ο νονός της πρέσβης, η νονά της διακεκριμένη πιανίστρια, ένας θείος της  Μητροπολίτης, η αδελφή της μητέρας της,  διευθύντρια στη σχολή Χιλ, εκεί φοίτησε κι εκείνη, ύστερα στο Αμερικανικό Κολέγιο, μετά βρήκε την τόλμη να αποκρούσει σθεναρά τα διάφορα προξενιά και μετά από ένα σκάνδαλο έφυγε για το Βουκουρέστι σαν υπάλληλος στην Ελληνική Πρεσβεία. Εκεί την ερωτεύτηκε ο γιός του πρωθυπουργού, μετατέθηκε στη Βιέννη. Άλλο σκάνδαλο εκεί, ερωτικός δεσμός με τον στρατιωτικό ακόλουθο, παντρεμένο και πατέρα ενός αγοριού, τέσσερα χρόνια έζησε το απόλυτο πάθος ενός απαγορευμένου έρωτα, μετά εκείνος χάθηκε σε μία ναυτική τραγωδία  κι εκείνη από τότε, άρχισε να φτιάχνει χάρτινα καράβια....
Οκτώβριος 2013 

12.Η μαϊμού κι ο καπετάν Αυγουστής
Σ’ εκείνο το ταξίδι μεταφέραμε ελαστικά από την Ευρώπη στη Ναμίμπια. Πλησιάζοντας στον προορισμό μας ο Νότιος Ατλαντικός βάλθηκε να μας βουλιάξει σε μια τεράστια κακοκαιρία.  Δυο φορές το καράβι κινδύνεψε ακυβέρνητο στα τεράστια κύματα του ωκεανού.
Με υπεράνθρωπες προσπάθειες  ο  καπετάν Αυγουστής  με τη βοήθεια,  την  τόλμη και το  θάρρος  του πληρώματος κατάφερε, με καθυστέρηση τριών ημερών, να προσεγγίσει το λιμάνι Walvis bay.
Όσο γινόταν συντήρηση και επιδιόρθωση των μηχανών, για να συνεχίσουμε  ασφαλείς το ταξίδι στη Νότια Αφρική, απ’ όπου θα φορτώναμε ορυκτά με τελικό προορισμό την Ιαπωνία,  βγήκαμε, εκ περιτροπής, με άδεια στο λιμάνι και όλοι γυρίσαμε  πίσω με σουβενίρ ξυλόγλυπτα, περίτεχνα κοχυλένια κολιέ και χειροποίητα υφαντά. Κάποιοι  αγόρασαν   και πολύτιμα πετράδια σε τιμή ευκαιρίας.
Ο καπετάν Αυγουστής επέστρεψε με μια μαϊμού πάνω στον ώμο του, που αγόρασε από έναν  Ναμιμπιανό για λίγα μόνο δολάρια.
Η μαϊμού γρήγορα εγκλιματίστηκε και κυκλοφορούσε ελεύθερη πάνω στο καράβι απ’ τ’ αμπάρια ως  τη γέφυρα.
Η παρουσία της γέμισε ζωή το καράβι κι έγινε γρήγορα η μασκοτίτσα μας.
Μόνο ο μάγειρας ήταν αγανακτισμένος μαζί της γιατί διασκέδαζε να αρπάζει απ’ την κουζίνα τις κουτάλες του και την κυνηγούσε  για να τις πάρει πίσω, αλλά λέξη δεν έβγαζε για να μην κακοκαρδίσει τον καπετάν Αυγουστή,  που την έκανε χάζι να τρέχει και να σκαρφαλώνει παντού.
Κάθε μέρα, πριν καθαρίσει την κουζίνα, ο μάγειρας άφηνε μέσα στο φούρνο φαγητό για να το βρει ζεστό το πλήρωμα που δούλευε βάρδια την ώρα της τραπεζαρίας.
Τις τελευταίες μέρες όμως το πλήρωμα της βάρδιας έβρισκε μόνο ανακατεμένα αποφάγια και διαμαρτυρόταν.
Έτσι ο μάγειρας έστησε καρτέρι να δει ποιος ήταν ο ένοχος της κακόγουστης πλάκας.
Βλέπει λοιπόν τη μαϊμού να πλησιάζει κρυφά, να ανοίγει το φούρνο, να τρώει λαίμαργα με τα χέρια και να ανακατεύει το φαγητό μέσα  στο ταψί.
Εκνευρισμένος ο μάγειρας, πήγε κατευθείαν στον καπετάνιο και του μαρτύρησε τα καμώματά της.
Ο καπετάν Αυγουστής, για να την τιμωρήσει, την έκλεισε μέσα στο κλουβί που κάποτε φιλοξενούσε έναν μεγάλο παπαγάλο.
Έκλαιγε η μαϊμού, φώναζε, έσκουζε αλλά ο καπετάνιος είχε αποφασίσει να την αφήσει τιμωρημένη δύο μέρες για να συνετιστεί.
Περνώντας  η διήμερη τιμωρία της, ο καπετάνιος την άφησε ελεύθερη και με αυστηρό ύφος της είπε: «Για να μάθεις να μην αρπάζεις!!!» και βγήκε  αφήνοντάς την στην καμπίνα του  φοβισμένη και κουρνιασμένη σε μια γωνιά.
 Δεν είχε περάσει μια ώρα όταν ένας ναύτης τρέχοντας έφτασε στη γέφυρα και ενημέρωσε τον καπετάνιο ότι  η   μαϊμού, καθισμένη δίπλα στο φουγάρο, πέταγε  χαρτονομίσματα στον αέρα και φώναζε χαρούμενη.
Η μαϊμού, βλέποντας κάθε βράδυ τον καπετάνιο να τα μετράει με ικανοποίηση, για να τον εκδικηθεί για την τιμωρία της, άνοιξε το συρτάρι του, πήρε μια δεσμίδα απ’ αυτά, ανέβηκε στο κατάστρωμα και διασκέδαζε σκορπίζοντάς τα στον αέρα.
Ανίκανος ο καπετάνιος να σταματήσει το κακό, φώναζε, καταριόταν κι απειλούσε τη μαϊμού.
Όταν κατέβηκε η μαϊμού, ο καπετάν Αυγουστής την μάλωσε σαν πατέρας το  άτακτο παιδί του, την άφησε για τιμωρία μια ολόκληρη μέρα χωρίς φαί και νερό και διέταξε να μπουν κλειδαριές και λουκέτα στο συρτάρι του  και στο φούρνο.

13.Ανάσα κι ευχή σου δίνω
Τι είναι η ζωή;  Μια ανάσα, μια στιγμή, ένα ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα των βλεφάρων. Τι είναι ο χρόνος, τι είναι ο άνθρωπος;
Γέννηση, θάνατος ένας κύκλος μια συνεχόμενη διαδρομή. Η ελπίδα και η θλίψη, η χαρά και η απώλεια. Όλα αλληλένδετα και εξαρτώμενα καθώς η απουσία του ενός οδηγεί αυτόματα στην ανυπαρξία του άλλου.
Ζωή! Ζήσε, δημιούργησε,  άκου, μύρισε!
Τόλμη! Συνδέσου, νιώσε, εξελίξου, μορφώσου!
Μόχθος! Για χρυσά κλουβιά, για χρήματα, για αυτοκίνητα, για υλικά αγαθά μα κανένας μόχθος για την ψυχή, για την αληθινή ζωή!
Κι είναι η ζωή μόνο μια στιγμή…
Ο καθένας μας μια μικρή κουκίδα στον χάρτη του χρόνου.
Άπειρες τελίτσες –ζωές πάνω σε καράβια,  σημάδια στον χάρτη που η πορεία τους σβήνεται…
Ερχόμαστε στην ζωή, δημιουργούμε πνευματικούς δεσμούς με άλλες ζωές μα το ρίσκο μεγάλο. Αυτό της απώλειας.
Απώλεια! Να θες να ουρλιάξεις, να ξεσκιστούν τα σωθικά σου. Να χτυπηθείς, να πονέσεις ώσπου να μην νιώθεις, να μουδιάσεις να μην σκέφτεσαι, να μην υπάρχεις. Να θες να πετάξεις σαν πουλί, να δραπετεύσεις απ’ την οδύνη, να δραπετεύσεις απ’ το σώμα που πληγώνει.
Μα την ίδια στιγμή του δράματος, του δικού σου δυσβάσταχτου πόνου σε μια άλλη άκρη του χρόνου γεννιέται η ελπίδα, το χαμόγελο, η ευτυχία στο μικροσκοπικό μουτράκι ενός βρέφους, στα μικρά εύθραυστα, λεπτά, σχεδόν διάφανα δαχτυλάκια του.
Ισορροπία!
Μακάρι οι άνθρωποι να δημιουργούσαμε μόνο ευτυχισμένες τελίτσες στον χάρτη του χρόνου.
Γιατί να στερούμε από το σύμπαν το γέλιο; Το γάργαρο γέλιο να αντιλαλεί στο άπειρο, αυτό να ακούγεται, κι όχι η πίκρα που αφήνουν οι λέξεις, ο πόνος, το κλάμα, ο πόλεμος, η φτώχεια, το χρήμα, η πείνα…
Είθε!
Κάνω μια ευχή μέσα από την καρδιά μέσα από τα πιο αγνά, τα πιο λευκά και φωτεινά βάθη της ταλαιπωρημένης μου ψυχής και με μια πνοή την στέλνω στο άπειρο και απαιτώ να ακουστεί!
Είθε την απόλυτη ησυχία του σύμπαντος να διαταράσσει στο εξής ο ήχος γέλιων παιδικών ο ήχος της ευτυχίας!

14.Αντίο μάνα!
Αύριο χαράματα μπαρκάρω μάνα.
Μάτια θλιμμένα και βλέμμα θολό.
Το καράβι μεγάλο όπως και η πίκρα μου.
Θα με πάρει μακριά σου μάνα, σε άγνωστα χώματα, σε νέα γη.
 Σε χώρα ξένη, με τα μεγάλα κλουβιά για σπίτια και τις  λέξεις τις αλλιώτικες. 
Φοβάμαι μάνα!
Μη θαρρείς πως είμαι δειλός.
Ένα παλικαράκι είμαι, 15 χρονών.
Μικρό χελιδονάκι με όνειρα μεγάλα.
Η ζωή μας φέρθηκε σκληρά μάνα.
Φτώχια και πείνα. Βάσανα και δυστυχία.
Μη κλαίς μάνα και μη μοιρολογάς!
Δεν σε ξεχνώ μάνα.
Η ευχή σου, πολύτιμη βοήθεια.
Το φυλαχτό σου, η εικόνα της Παναγιάς, τόλμη και δύναμη.
Αντίο μάνα!
Αύριο χαράματα μπαρκάρω.

15.Το χάρισμα
Είχε κληρονομικό χάρισμα η Κοραλία,  μπορούσε με λίγες λέξεις, ένα άγγιγμα, ακόμη και με το βλέμμα, να σε καθησυχάσει, να σου μετριάσει το άγχος , να καταλαγιάσει τους φόβους και να σε παρηγορήσει.
΄Ολη της τη ζωή  πορευότανε με τις αρχές και τις νουθεσίες των γονιών  και των παππούδων της: «Αγαπάτε αλλήλους και προσφέρετε  βοήθεια και παρηγορία στον πλησίον»  .
Όταν πέθανε ο θείος Ανανίας, εκείνη  όρισε  διαχειριστή της περιουσίας του, οι λοιποί συγγενείς χολωθήκανε  αγνοώντας, ότι ο εκλιπών, είχε φροντίσει προ ετών να αφήσει τα ακίνητά  του σε μοναστήρια και στο Χατζηκυριάκειο ενώ τα πολύτιμα κειμήλια της οικογένειας πήγανε στο Ναυτικό Μουσείο. Σ’ εκείνη, άφησε  ένα  ποσόν  μαζί με την εντολή  να παντρέψει και  να βαφτίσει τα παιδιά των πέντε βαφτιστηριών του,  να ολοκληρώσει τις εργασίες του οικογενειακού τους τάφου και τέλος να αναλάβει εφ’ όρου ζωής τον ασημόγκριζο παπαγάλο  Ζακό, που τον συντρόφευε πάνω από 25 χρόνια, εγκατεστημένος στο  πελώριο περίτεχνο κλουβί του, τον οποίο  μάλιστα,   είχε  μάθει να μιλάει και να τραγουδάει, αλλ’ αφ’ ότου συγκατοίκησε μαζί της, σε ένδειξη διαμαρτυρίας προφανώς,  το μόνο που  έλεγε το πτηνό ήτανε «Ω λα λα !»
Την περασμένη  εβδομάδα, είχανε περάσει από το σπίτι της για εντατική παρηγορητική αγωγή, οι θείοι της Αργυρώ και  Τάκης γιατί το ηθικό τους είχε καταρρακωθεί εξ αιτίας της μείωσης των συντάξεών τους και το πιθανό κούρεμα των καταθέσεων,  ο Κίμωνας ο Φαρμακοποιός, φαρμακωμένος γιατί δεν είχε την τόλμη να ζητήσει δανεικά από τον αδελφό του,  η κομμώτριά της η Ελένη που ανακάλυψε ότι ο γιός της είναι γκέι, η  φίλη της η Αφροδίτη που της χάλασε το ψυγείο, εξαφανίστηκε ο γάτος της, της ξενοικιάστηκε και η γκαρσονιέρα, ο Ντίνος ο υδραυλικός που της έφτιαξε το καζανάκι και ξέσπασε σε κλάματα γιατί η δικιά του τον είχε ξεφτιλίσει στο Face book, οι εξαδέλφες της  Ευαγγελία και Δώρα , η πρώτη είχε θέμα με την κόρη της, γιατί είχε παρατήσει τις σπουδές και είχε γίνει εθελόντρια  σε μία ΜΚΟ, η δεύτερη τα είχε φτιάξει με έναν καπετάνιο που  εργαζότανε σ’ ένα καράβι  που έκανε δρομολόγια Πάτρα - Ιταλία και την παραμύθιασε ότι τάχαμου,  είχε χωρίσει πρόσφατα, αλλά πήρε είδηση η  σύζυγος κι έβαλε τους μαφιόζους συγγενείς της να την τουλουμιάσουνε στο ξύλο…
Απαξάπαντες έλαβαν τη δέουσα  δόση παρηγοριάς και κατανάλωσαν: Ένα ταψί καρυδόπιτα,  ένα ταψί γαλακτομπούρεκο, 2  μεγάλα κουτιά σοκολατάκια LEONIDAS, τρία κιλά  μελιτζανάκι γλυκό, χώρια τα τσάγια και οι καφέδες.
Πριν λίγο κατέφθασε  η κουμπάρα της η Κική, έξαλλη γιατί οι γιοί της παντρευτήκανε στο εξωτερικό με αλλοδαπές και εκείνη χήρα, παντέρμη κι ορφανή, θα απομείνει εδώ να κακογεράσει  πληρώνοντας τα  δάνεια και τα χαράτσια για τις μεζονέτες και τα εξοχικά  που τους έφτιαξε….  
Η Κοραλία πρόσφερε μηλόπιτα, σοκολατάκια,  λικέρ,  μαζί με μία γενναία δόση παρηγοριάς κι εκεί που είχε στερέψει το δάκρυ της Κικής, ο παπαγάλος άρχισε το τραγούδι… «στον άλλο κόσμο που θα πάαααας…..»!!!
Η Κική λιποθύμησε και η Κοραλία ζήτησε άμεση παρηγοριά στο λικέρ, τη μηλόπιτα και το κουτί με τα  εναπομείναντα σοκολατάκια….
             
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ 3η ΑΝΑΡΤΗΣΗ

1 σχόλιο:

  1. Λοιπόν Φλωρίτσα, στο 1 θα βάλω 3 βαθμούς, στο 19 θα βάλω 2 βαθμούς και στο 15 θα βάλω 1 βαθμό. Πολύ διαφορετικές ιστορίες, έκρινα με βάση αυτές που εμένα με παρέσυραν περισσότερο. φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή