Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

3η ανάρτηση ιστοριών 1ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 15 ΕΩΣ 26
15.Η ανάγκη, η απώλεια και το πουκάμισο.
Το ξυπνητήρι διέκοψε την ηρεμία της νύχτας και με ανάγκασε να βγω από την ασφάλεια του ζεστού κρεβατιού μου. Άλλη μία μέρα ξεκίνησε…
Αναστενάζοντας, έτρεξα στην ντουλάπα και άρπαξα το γαλάζιο σου πουκάμισο. Όλοι μου λένε πως μοιάζει σαν τσουβάλι πάνω μου, αλλά εγώ εξακολουθώ να το φοράω όποτε θέλω να σε νιώθω κοντά μου. Και σήμερα σε έχω ανάγκη…
Αν ήσουν εδώ θα μου έλεγες να φορέσω κάτι άλλο. Μάλλον θα διάλεγες το λουλουδάτο φόρεμα που φορούσα όταν γνωριστήκαμε. Δε το έχω ξαναφορέσει από τότε. Το έχω μόνο για να μου θυμίζει τις όμορφες στιγμές μας…
Σου είχα πει να μην πας σε εκείνο το ταξίδι… Σου είχα πει πως δε το ένιωθα σωστό. Εσύ όμως δε με άκουσες. Μου είπες να μην ανησυχώ. Η αφοσίωση στη δουλειά σου ήταν μεγάλη…
Τελικά, όπως αποδείχθηκε είχα δίκιο. Ένα βραδινό τηλεφώνημα επιβεβαίωσε τους φόβους μου. «Δυστυχώς… ατύχημα… σύζυγος… νοσοκομείο…». Αυτές οι τέσσερις λέξεις αντηχούσαν στο κεφάλι μου σαν τουφεκιά. Πέθανα και εγώ εκείνο το βράδυ…
Αναρωτιέμαι πως θα ήταν η ζωή μας αν δεν είχαμε γνωριστεί. Αν εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Μαΐου, που φορούσα το λουλουδάτο μου φόρεμα, δεν είχα πέσει πάνω σου στο δρόμο… Όλη την υπόλοιπη μέρα μείναμε μαζί… Μιλήσαμε για όλα σαν να γνωριζόμασταν χρόνια…
Ο δρόμος μας έβγαλε το βραδάκι στην παραλία και καθίσαμε στην άμμο. Έστρωσες το σακάκι σου κάτω για να μη λερωθώ και έμεινες με το γαλάζιο πουκάμισο. Αυτό που φοράω και εγώ τώρα. Ο χρόνος είχε σταματήσει… Το ξημέρωμα μας βρήκε στην παραλία αγκαλιασμένους…
Καθώς κοιτιέμαι στον καθρέφτη για να ετοιμαστώ σε βλέπω να μου χαμογελάς. Νομίζω πως ξέρω γιατί… Μερικές φορές θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω. Αν δεν είχαμε γνωριστεί όλα θα ήταν αλλιώς…
Αν δεν είχαμε γνωριστεί δε θα έκλαιγα τα βράδια… Δε θα είχα όλες αυτές τις αναμνήσεις… Αυτές είναι όμως που αγαπώ.
Έχω την ανάμνηση ενός μεγάλου έρωτα που δε θα την άλλαζα με τίποτα, όσο κι αν με πονάει… Θέλω για πάντα να θυμάμαι αυτή την τυχαία συνάντηση που μου άλλαξε τη ζωή. Θέλω για πάντα να έχω στο μυαλό μου τον ήλιο που ξημέρωσε μόνο για εμάς…
Τώρα καταλαβαίνω γιατί χαμογελάς… Δε θα ξαναφορέσω το γαλάζιο σου πουκάμισο, γιατί είσαι έτσι κι αλλιώς κοντά μου. Βρίσκεσαι στην καρδιά μου… Είσαι ζωντανός στις αναμνήσεις μου…

16.Ματωμένη αδελφότης
Ο διαπεραστικός ήχος μιας ντουφεκιάς τον ξύπνησε.
 Έντρομος πετάχτηκε από το κρεβάτι και πιάνοντας με την παλάμη το μέτωπό του διαπίστωσε πως κρύος ιδρώτας έσταζε από το πρόσωπό του.
Έβλεπε κι εκείνο το απαίσιο όνειρο σκέφτηκε πριν ακούσει και τον δεύτερο πυροβολισμό. Κι έπειτα ακολούθησε και τρίτος!
«Θεέ μου» φώναξε δυνατά!
«Τί μπορεί να συμβαίνει μέσα στη νύχτα;» αναρωτήθηκε.
Με μια σπασμωδική κίνηση του χεριού του έφερε το ξυπνητήρι εμπρός του.
Πάγωσε όταν διαπίστωσε πως η ώρα ήταν 3 το ξημέρωμα.
Κοκάλωσε στη σκέψη πως οι πυροβολισμοί προέρχονταν από την αποθήκη του σπιτιού του.
«Θα έκανα λάθος! Δε μπορεί! Δε μπορεί να ακούστηκαν από εκεί οι πυροβολισμοί!» συλλογιζόταν φωναχτά με τραυλή φωνή τη στιγμή που ντυνόταν σκεπτόμενος το τι πρέπει να κάνει από δω και πέρα.
 «Ποιός και γιατί; Κλέφτες; Να μπήκαν κλέφτες;» συνέχισε ο τραυλός μονόλογος και ξάφνου το βλέμμα του αγρίεψε.
Κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Προσπέρασε τη βιβλιοθήκη που κοσμούσαν χιλιάδες βιβλία και βρέθηκε έξω από ένα μεγάλο ντουλάπι που έμοιαζε σαν αυτά που τακτοποιούν οι νοικοκυρές τα χαλιά τους.
Το άνοιξε βιαστικά!
Ένα δίκαννο χρώματος καφέ έκανε την εμφάνισή του!
Το άρπαξε ευθύς και ο τρόπος που το έσφιξε προμήνυε πως συσσωρεμένος φόβος και οργή ήταν έτοιμα να κάνουν το ξέσπασμά τους.
Με γοργά προσεκτικά βήματα βρέθηκε έξω από την πέτρινη αποθήκη.
Άκουσε θόρυβο!
Ήταν σίγουρος πως άκουσε θόρυβο!
Μια μικρή λάμπα που αναβόσβηνε του το επιβεβαίωσε.
Με τη πλάτη στο τοίχο και σχεδόν σερνόμενος κατευθύνθηκε προς το μικρό παραθυράκι που κοσμούσε  τη δεξιά πλευρά της αποθήκης.
Προσεκτικά και με βλέμμα γεμάτο φόβο κοίταξε από το παράθυρο. Έπρεπε να δει τουλάχιστον με πόσους θα ερχόταν αντιμέτωπος και πόσο βαριά οπλισμένοι ήταν.
Διεστάλη η κόρη του ματιού του όταν αντίκρισε τα όσα διαδραματίζονταν εντός της αποθήκης.
«Όχι ρε γαμώτο μου» Φώναξε δυνατά και αναστατωμένος καθώς ήταν έπιασε το κεφάλι του σα να ήταν έρμαιο ενός δυνατού πονοκέφαλου.
Κατευθείαν εισέβαλλε στην αποθήκη!
Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με του ανθρώπου που στεκόταν όρθιος μπροστά του.
Το ματωμένο του πουκάμισο μαρτυρούσε πως πιθανό να ήταν δολοφόνος.
Κοίταξε τριγύρω με εξονυχιστική ματιά τους τοίχους. Υπήρχαν αίματα! Παντού αίματα!
Στους τοίχους αίματα!
          Στα εργαλεία αίματα!
          Στο πέτρινο δάπεδο αίματα!
          Στο τσουβάλι με το αλεύρι αίματα!
          Μα το χειρότερο όλων ήταν το άψυχο σώμα του επιστάτη τους που πλαισιωνόταν από μια λίμνη αίματος.
          «Τί έκανες ρε; Τί πήγες και έκανες ρε αλήτη;» Ούρλιαξε πιάνοντας τον αδερφό του από τους γιακάδες του πουκαμίσου.
          «Γιατί ρε κωλόπαιδο; Γιατί;» Κραύγασε με δάκρυα να βρέχουν το πρόσωπό του.
          «Του άξιζε! Σε όποιον μου εναντιώνεται αυτά αξίζουν!» Ακούστηκε μια απάνθρωπη σκληρή φωνή που συνοδευόταν από ένα κενό βλέμμα μιας άδειας ψυχής.
          «Καθίκι!» Φώναξε δυνατά και δίνοντάς του ένα δυνατό χαστούκι δάκρυσε ξανά.
Ο κενός άντρας τον κοίταξε με θολό βλέμμα.
          «Ξέρεις τώρα… Η αδελφική αφοσίωση πρέπει να δράσει», τον χλεύασε.
          Ο άκαρδος άνδρας άναψε τσιγάρο και με χαμόγελο ειρωνικό αποχώρησε από την αποθήκη.
          Ο άλλος έμεινε εκεί να τον βλέπει να απομακρύνεται από κοντά του.
Μέσα σε λίγα λεπτά κατέρρευσε.
Σπαρακτικός θρήνος διαπέρασε τα πέρατα της γης…

17.Απολαμβάνοντας την ομορφιά της φύσης.
Η καλύτερη στιγμή της ημέρας για τον ίδιο ήταν το ξημέρωμα. Ξυπνούσε πάντα πρωί, φορούσε το αγαπημένο του γαλάζιο πουκάμισο και καθόταν στην βεράντα του απολαμβάνοντας το ξύπνημα του ήλιου, αναπνέοντας την μυρωδιά των δέντρων, νοιώθοντας την πρωινή δροσούλα στο δέρμα του.
Ήταν μια συνήθεια χρόνων, από μικρός το έκανε αυτό στο πατρικό του σπίτι και τόσα χρόνια ήταν αφοσιωμένος σ’ αυτή του τη συνήθεια.
Του άρεσε αυτή η ησυχία και η ομορφιά της φύσης. Την απολάμβανε.
Το μικρό ξύλινο σπιτάκι του βρισκόταν σε μια ήσυχη περιοχή πάνω στο βουνό, ανάμεσα στα δέντρα.
Κάποιες φορές μόνο – ευτυχώς - την ησυχία και την ομορφιά αυτή την διέκοπταν οι κυνηγοί.
Λίγο πιο πέρα από το σπίτι του ήταν το σημείο όπου οι κυνηγοί έβρισκαν πουλιά και ζώα, με τις ντουφεκιές τους τα σκότωναν και τα κουβαλούσαν στα σπίτια τους μέσα στα τσουβάλια που είχαν μαζί τους γι’ αυτό τον σκοπό.
Ευτυχώς αυτό συνέβαινε μια δυο φορές το χρόνο κι έτσι ο ίδιος όλο τον υπόλοιπο καιρό συνέχιζε να κάθεται στην βεράντα του απολαμβάνοντας την ομορφιά της φύσης.

18.Προαπαιτούμενα  τα ντολμαδάκια
Τον κιμά τον τσιγαρίζουμε πριν τυλίξουμε τα ντολμαδάκια; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Της δίνω προθεσμία ως το βράδυ. Πρωί, πρέπει να βράζουν στην κατσαρόλα. Πριν μεσημεριάσει, θα καταφτάσει το κλιμάκιο εμπειρογνωμόνων. Πεθερά, πεθερός, κουνιάδα, μπατζανάκης, παιδιά, ένα σκυλί σαλονιού κι ένα λουράκι. Ο Αντώνης έβαλε βέτο. Αν δεν τους περιποιηθούμε καταλλήλως, θα κόψουν το πακέτο στήριξης. Θα μου το χρεώσει σαν οικογενειακή προδοσία. Κι ο μικρός ξεκινάει ορθοδοντικό. Κι Αγγλικά. Μπι Σίνιορ...ή Σι; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Διδυμότειχο-μπλουζ η κουζίνα. Το ξημέρωμα με βρήκε να καθαρίζω  ένα τσουβάλι πατάτες.  Σκοπιά στο μαγειρείο. Αγχωμένο τσιγάρο και πίσω στις πατατόφλουδες. Εναλλάξ με τον Αντώνη. Όπλα, παλάσκες, λαμαρίνες, δίσκοι. Ψητό στο φούρνο και σαλάτες στο ψυγείο. Και τα ντολμαδάκια στην κατσαρόλα. Έβαλα λεμόνι; Tι ώρα θα’ρθουν; Γιατί  η μάνα σου μας τρώει τα συκώτια με τη μαγειρική μου; Γιατί δεν λέει ένα μπράβο γι αυτό που είμαι; Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Δεν  βοηθάει η μνήμη μου.
Δύο οι εφιάλτες  τούτες τις κρίσιμες ώρες. Να μας κόψουν τη δανειοδότηση. Ή να κόψει το αυγολέμονο.  Να βγουν αυτά τα κίτρινα ξερατά στην επιφάνεια της κατσαρόλας και να επιπλέουν σα μύξες. Σιχαίνομαι τα ντολμαδάκια. Και τα οικογενειακά δάνεια εν γένει. Και το καθεστώς εποπτείας ειδικότερα. Και τον  τεντωμένο δείκτη. Συνήθως σκοπεύει εμένα. Φράση και  ντουφεκιά. «Εμείς στην ηλικία σας, είχαμε κοτζάμ περιουσία και μεγαλώναμε  δυο παιδιά!... Όχι σαν εσάς που δεν αξιωθήκατε για δεύτερο…» . Σιχαίνομαι και τη σιωπή σου Αντωνάκη! Με παρατάς σύξυλη στο σκοπευτήριο, με την κυρά-Αγγέλα απέναντι, να ρίχνει επαναληπτικές βολές…  Μυρίζει έντονα ο άνηθος ή είναι ιδέα μου;…  Μήπως έπρεπε να βάλω μαϊντανό;… Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Μπουκάρει η Καγκελάριος. Κάγκελο όλοι στην είσοδο. Παραλίγο να χαιρετήσω στρατιωτικά. Κρατήθηκα. Παρά πόδα  η κόρη. Μ’ ένα σκατουλί πατσαβούρι να γαβγίζει υστερικά. Ξωπίσω,  ο ουλαμός. Παιδιά, μπαμπάς παιδιών, μπάλες, τάμπλετ, λασπωμένα παπούτσια. Χλαπαταγή. «Κατουριέμαι σου λέω!... Εγώ δεν πεινάω… Πότε θα γυρίσουμε σπίτι;...Έχω να τελειώσω μια πίστα…Να  πλύνεις ΕΣΥ τα χέρια σου!..Όχι…ΔΕΝ σκάω!... ».  Δεν έσκασε.  Έσκασα εγώ. Τα μαξιλάρια του διθέσιου, γίνανε σκατουλί. Κοίταξα με νόημα τον Αντωνάκη. Συναίνεση και σιωπή. Δήλωσε παρών, αλλά δεν καταψήφισε το αίσχος.
Στο τραπέζι διαπραγματεύσεων. Το πουκάμισο του Αντώνη στάζει ιδρωτάρι, σα χαλασμένη υδρορροή. Το στομάχι μου ναυτικός κόμπος. Τσουγκρίσματα…“Καλώς βρεθήκαμε!...Καινούργιο ριχτάρι; Μπράβο, με γεια σας!..Δεν είχε άλλο χρώμα;…Όοοχι, δε λέω… καλούλι είναι! Τον κιμά δεν τον τσιγάρισες;… Βγάζει μια κρεατίλα… Πού να’ ξερες τι έφτιαχνα στην ηλικία σου!... Είχαν να το λένε στο σόϊ του άντρα μου!...Πες Αρίστο!...Θυμάσαι τη συγχωρεμένη τη μάνα σου πώς με καμάρωνε;…H Aγγέλα μου, έλεγε, κορώνα στο κεφάλι μας!...Θυμάσαι Αρίστο;…”
Αμνήμων ο Αρίστος. Κι ο Αντωνάκης. Σιωπηλοί, γλύφουν με αφοσίωση τα κόκαλα στο πιάτο τους. Η επόμενη δόση έχει ήδη εγκριθεί, με αντάλλαγμα τα τελευταία οχυρά αξιοπρέπειας που μας είχαν απομείνει.
Η Αγγέλα χαμογελάει με ύφος μποξέρ που μόλις έριξε νοκ άουτ τον αντίπαλο.
Τον Αντωνάκη Της. Που πάντα θα σέρνει μια κτητική αντωνυμία ξωπίσω του. Πάντα θα θυμάται, αλλά θα σιωπά.
Η αγάπη μπαίνει στην κατσαρόλα, σιγοβράζει στην  τσίπα της και γίνεται μια θαυμάσια συνήθεια.
Η ανάγκη όμως;… Σκληρή σα σόλα!

19.Και η αγάπη μάνα;
Σήκωσε με τρεμάμενα χέρια την κυνηγητική καραμπίνα και έριξε την πρώτη τουφεκιά.
Ο Βαγγέλης σωριάστηκε στο πάτωμα σαν άδειο τσουβάλι, καθώς το αίμα έβαφε κόκκινο το άσπρο του πουκάμισο.
Η Καίτη ακούμπησε στον τοίχο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σαν κινηματογραφική ταινία πέρασε όλη η ζωή από μπροστά της.
Με τον Βαγγέλη είχε παντρευτεί πριν δύο χρόνια, μόλις έκλεισε τα είκοσι, από προξενιό. Εκείνος ήταν σαράντα. Δεν τον ήθελε, αλλά η μάνα επέμενε γιατί έπρεπε να μεγαλώσει άλλες τέσσερις μικρότερες κόρες μέσα στη φτώχια. Ο πατέρας είχε πεθάνει όταν ήσαν μικρές.
«Θα ζήσεις καλά μαζί του, θα χορτάσεις ψωμί –λες και αυτό ήταν το μόνο απαραίτητο στη ζωή.  Αφοσίωση και σεβασμό, χρειάζεται ο γάμος τίποτα άλλο» της έλεγε η μάνα.
Και η αγάπη μάνα;
Αυτή έρχεται με τον καιρό, θα δεις...
Και το μόνο που είδε να έρχεται από τον Βαγγέλη αυτά τα δύο χρόνια ήταν απιστίες, αφού τις παλιές του  συνήθειες δεν τις ξέχασε και ξύλο. Τις περισσότερες φορές ήταν μεθυσμένος και ξεσπούσε τα απωθημένα του επάνω της. Και εκείνη  προσπαθούσε να κρύψει τα τραύματα του κορμιού και της ψυχής από όλους.
Ώσπου η καρδιά δεν άντεξε τους πόνους, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις. Θόλωσε το μυαλό και το δάχτυλο πάτησε την σκανδάλη…
Το ξημέρωμα την βρήκε εκεί στην ίδια θέση. Ο ήλιος ξεκινούσε την πορεία του στην Ανατολή, την ώρα που με μια τελευταία τουφεκιά ο δικός της ήλιος έγερνε για πάντα στην Δύση του...

20.Ήχος και φως
Κατ' αρχήν η μικρή απέναντι ξεκίνησε μαθήματα βιολιού. Κάθε αρχή και όμορφη. Χαιρότανε να επαναλάβει τις ασκήσεις της. Έκανε βόλτα το δοξάρι στις χορδές, το έσερνε, το πίεζε, μα ήταν μόλις στα πρώτα συλλαβίσματα, τί λέω, στα πρώτα τριξήματα !
Μια γάτα που ψιλοβασανίζουν, μια γάτα που σπαράζει !
Ίδρωνα κάθε φορά με το που ξεκινούσε την άσκηση. Κι αν ο καιρός το επέτρεπε, καθότανε ακόμα και στο μπαλκόνι για να γρατζουνίσει τις κλίμακές της. Μα μπορείς να διαταράξεις την αφοσίωση των γονιών στη μοναχοκόρη τους ;
Έπειτα οι διπλανοί ιδιοκτήτες αποφάσισαν να υψώσουν την κατοικία τους. Εν όψη του γάμου του γιόκα τους. Ήδη τον αρραβώνα τον είχαν γιορτάσει με μπολικές τουφεκιές.
Μονάχα που για τα έργα τους δεν πρέπει να πήραν αρχιτέκτονα, διότι τα σχέδια όλο και μεταβάλλονταν. Από το ξημέρωμα δονούσε το κομπρεσέρ για να γκρεμίσουν ένα τοίχωμα, για να ανοίξουν μια καινούργια πόρτα, για να προετοιμάσουν το πέρασμα της ηλεκτροεγκατάστασης.
Και ποιός ξέρει τί άλλο ; Ισιώνανε τοίχους που δεν είχαν γίνει ευθύγραμμα. Έτριβαν την παραμικρή ατέλεια. Κι όταν είχαν τελειώσει με το τριβείο, ξαναέμπαινε το κομπρεσέρ σε δράση για να διώξει όλες τις σκόνες. Κάποια μέρα, ίσως έπαιρνε μορφή... Κάποια μέρα...
Προστέθηκε σ'αυτό κι η μικρούλα με το πουκάμισο τύπου χαβάη στο βάθος της οδού. Καθώς δεν έβρισκε δουλειά μετά τις σπουδές της, αποφάσισε να μετατρέψει την αυλή των γονιών της σε πανσιόν ζώων. Κάθε μέρα κροκέτες με το τσουβάλι… Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν τόσες ράτσες σκύλων !
Παρέλαυναν σκυλιά όλων των χρωμάτων, όλων των μεγέθων, όλων των τύπων. Μαλλιαρά, σβέλτα στο να αποκαλύψουν τα δόντια τους, κάτι κακομούτσουνα, νευρικά, έτοιμα να γαυγίζουν με ό,τι δουν ή ακούσουν.
Μέχρι που δεν άντεξα και σκάρωσα την περίφημη ανάφλεξη της 11ης Δεκεμβρίου.
Μα είχα ήδη μετακομίσει...

21.Πιετά
Tον είχα αγκαλιά, στ' όνειρο. 
Τον ταχτάριζα… Γελούσαμε!
Τονε χόρευα!
Αυτή  η  ζάλη. 
Η  αγκαλιά  που  κάνεις  στο  παιδί  σου.
Ξύπνησα μ’ ένα χαμόγελο τόσο!  Και χόρτασα κι ύπνο!
Κι ας σηκώθηκα με τους κοκκόρους.
Άνοιξα το παράθυρο να μπει ο αέρας, τυλίχτηκα ασυναίσθητα.
Είναι δυο μέρες που ‘χει έρθει απ' την πρωτεύουσα.
Δε λέει πολλά το παιδί μου. Κάτι το βαραίνει.
Θέλω να πάω κοντά του, να του πιάσω τα χέρια,
αλλά διστάζω.
Εκείνος, να έρθει, να μου ανοίξει την καρδούλα του.
Κι εγώ τότες, να του χαϊδέψω τα μαλλιά.
" Όφου, δεν πειράζει. Μη σκας αγόρι μου. Εσύ να είσαι καλά, κι όλα τ' άλλα γίνονται..."
Αυτό να του πω, να χαμογελάσει και να ξεκινήσουν όλα απ’ την αρχή.
Ήχος όπλου ακούστηκε, δυνατός.
Ποιος στην ευχή! 
Μες στο ξημέρωμα;  
Θα μου ξυπνήσει το παιδί!
Βγαίνω έξω. Κοιτάζω  απέναντι. Ψυχή.
Πάω στην αποθήκη.
Εκεί τον είδα…
Αυτουδά είχε ξαπλωθεί…
Σαν το μαγνήτη, ρίχτηκα πάνω του.
Σαν το πουκάμισο, κατάσαρκα, τον έσφιγγα.
Με μια παράφορη αφοσίωση, για ώρες τον βαστούσα.
Να τον κρατήσω στη γη, μην μου πετάξει…
Τίποτε δεν έκανα, ώσπου νύχτωσε.
Στ’ αλήθεια, τίποτε. Μόνο που δάκρυζα,
κι είχαμε φτιάξει οι δυο μας μια λίμνη πορφυρή.
Τίποτε άλλο. Στ’ ορκίζομαι. Ούτε μιλιά.
Που να βρω δύναμη να σηκωθώ, να φωνάξω.
Αφού δεν ήμουν εγώ.
Τον γιο είχε βρει η τουφεκιά,
μα,  λες κι είχε πάρει τη μάνα,
κι είχε σωριάσει στη θέση της … ένα τσουβάλι.
Τον είχα αγκαλιά.
Αυτή η ζάλη. Η αγκαλιά που κάνεις στο παιδί σου.
22.Χαμένες αγάπες
Ο κόσμος λειτουργεί διαφορετικά αυτό της είπε πριν φύγει, κλείνοντας τη πόρτα πίσω του. Άλλος ένας που έφυγε, άλλη μια αγάπη χάθηκε και αυτή τη φορά, μοναδικό σουβενίρ ένα πουκάμισο.
Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και το πέρασε γύρω από τους ώμους της. Έπρεπε να βγει επειγόντως έξω, χρειαζόταν αέρα και οι φίλες της που είχαν έρθει, σε μια προσπάθεια, να την παρηγορήσουν, όλως περιέργως την έπνιγαν.
Βάδισε για λίγο στις μύτες των ποδιών της, περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν φάντασμα. Στο σαλόνι υπήρχαν ακόμα τα δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί που ανοίξανε εκείνο το βράδυ. Ένας τόπος να πνίγει τον πόνο της. Βγήκε έξω στη δροσιά του πλακόστρωτου μπαλκονιού της και στη σιγαλιά της νύχτας.
Εκεί αγναντεύοντας τη θάλασσα, άρχισε, να κάνει απολογισμό ζωής. Πόσες φορές αγάπησε, πόσες φορές πληγώθηκε για το λάθος της αυτό. Κάθε αγάπη της και ένα τσουβάλι αναμνήσεις γύρω από το λαιμό της. Ίσως για αυτό φοβόταν να μπει στη θάλασσα, γιατί πίστευε πως το βάρος τους, θα την έφτανε στον πάτο, θα βούλιαζε.
Κάθισε και σκέφτηκε όλες της τις σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Κάθε φορά η ίδια ιστορία, την φλέρταραν έντονα, ερωτευόταν, η σχέση σαν αλλοιώσιμο τρόφιμο  είχε ημερομηνία λήξης λιγότερη των δυο μηνών και τέλος βρισκόταν εκείνη κάτω πάντα με την αίσθηση του άδειου του κενού.
Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της και εκείνη δεν έκανε το κόπο, να τα σκουπίσει. Αυτά τα δάκρυα δεν ήταν για εκείνη και για την ρημαγμένη της ζωή, όχι αυτά ήταν για το Παύλο. Τη μοναδική ίσως σχέση που δεν έπρεπε να αφήσει, το μοναδικό άνδρα που την αγάπησε άνευ όρων και κείνη τον έδιωξε μακριά κάνοντας τη καρδιά του κομμάτια. 
Δεκαεπτά χρονών κοπέλα και εκείνος είκοσι δύο. Ένα όμορφο παλικαράκι, ψηλό, μελαχρινό μα κυρίως τρελά ερωτευμένο μαζί της. Και αυτή η χαζή μονίμως στο κόσμο της. Είχαν μεγαλώσει μαζί και τον είχε πλάσει στο μυαλό της σαν το μεγάλο αδερφό που δεν είχε ποτέ. 
Ο Παύλος δεν έδειξε ποτέ τα πραγματικά του αισθήματα, τουλάχιστον όχι πριν να είναι πολύ αργά. Πριν να ερωτευτεί έναν πολύ μεγαλύτερο της και βρεθεί να είναι η άλλη γυναίκα. Ο Παύλος όταν το έμαθε τρελαμένος, πήγε να τον σκοτώσει. Θυμάται να τη φιλάει με δάκρυα στα μάτια και να τη παρακαλεί να φύγουν μαζί. Μακριά από όλους και από όλα. Και ενώ το φιλί του ήταν επίμονο και τα χείλη του σύνθλιβαν τα δικά της με έναν τρόπο, που αντί να πονά την έκανε να θέλει και άλλο, εκείνη τον έδιωξε. Άμυαλη και πεπεισμένη όπως ήταν πως μόνο ο άλλος ήταν για εκείνη.
Τα δάκρυα έγιναν λυγμοί που την έπνιγαν, σαν θυμήθηκε τη μέρα που έμαθε πως ο Παύλος της παντρεύτηκε, πως την είχε πια ξεχάσει τελείως. Ο μοναδικός άνδρας που αγάπησε πραγματικά και εκείνη τον έδιωξε μακριά κάνοντας τον εαυτό της να πονά. 
Μια τουφεκιά έσκισε την ησυχία στα δυο, το ξημέρωμα είχε έρθει κιόλας χωρίς να το καταλάβει. Δεν ωφελούσε, να κλαίει μόνο,  χαμογέλασε στον ουρανό και ευχήθηκε ο Παύλος της όπου και να βρισκόταν να ήταν καλά.

23.Στίγματα
«Σε κοιτώ. Με κοιτάς κι εσύ, με το κεφάλι σκυμμένο, το νου σου αλλού… πάει ώρα που σκέφτεσαι εμπρός μου κι αναρωτιέμαι: τι σκέφτεσαι; Και γιατί θέλεις να με κλειδώσεις μέσα εδώ;
Σου μιλώ, αλλά δε μπορείς να μ’ ακούσεις. Και αναρωτιέμαι: γιατί αποφάσισες να με κλείσεις μέσα εδώ;
Ήμουν μαζί σου στα εύκολα και στα δύσκολα. Με αφοσίωση. Στην αρχή, θυμάσαι; Είχες μόνο εμένα. Κι ερχόμουν μαζί σου, θέλοντας και μη, όπου πήγαινες. Θυμάσαι το ξημέρωμα; Ήμουν μαζί σου στο χωράφι, κάθε μέρα, από το ξημέρωμα. Ξυπνούσες και φεύγαμε, πριν καλά-καλά χαράξει. Ίδρωνες από το μόχθο, ίδρωνες κάτω από τον καυτό ήλιο. Και ήμουν εκεί. Ίδρωνες πάνω μου και ήμουν για σένα παρέα, βοηθός σου και ντύμα.
Σαν βράδιαζε, μαζί γυρνούσαμε στο σπίτι. Κουρασμένοι, λερωμένοι. Μ’ αποχωριζόσουν κι έπεφτες σαν άδειο τσουβάλι στη γωνιά. Να φας λίγο ζεστό ψωμί, λίγο σπιτικό φαΐ από κείνη, να στρίψεις ένα τσιγάρο. Να ξεκουραστείς. Και την επαύριο, πάλι τα ίδια, ξανά από την αρχή η ίδια ρουτίνα της βιοπάλης, εσύ κι εγώ.
Ήμουν μαζί σου και στις χαρές. Θυμάσαι; Μαζί ήμαστε στο γάμο της κόρης σου. Δεν είχες μόνο εμένα πια, αλλά την τελευταία στιγμή, εμένα επέλεξες πάλι για να έρθω μαζί σου. Ξέρω, φώναζε εκείνη, αλλά εσύ δεν άκουγες τίποτα. Κι εγώ χάρηκα με την επιλογή σου. Χορεύαμε και γελούσες. Τι ευτυχία για ένα πατέρα, να καλοπαντρεύει τη μονάκριβή του. Έπινες κρασί και σταγόνες, ίδια ρουμπίνια, χύνονταν παντού ολόγυρα πάνω στην έξαψη της χαράς. Πάνω σου, πάνω μου. Δεν είχε σημασία, ήσουν ευτυχισμένος. Ήμουν κι εγώ. Μαζί ρίχναμε τις ντουφεκιές, να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη η χαρά σου.
Ήμουν μαζί σου και στις λύπες. Αρρώστιες, φόβοι, κακοτυχιές, σ’ όλα δε σε συντρόφευσα;  Χάλασε το κορμί μου, στιγματίστηκε. Κάθε στίγμα του, μια χαρά, μια λύπη – κάτι να θυμάσαι, κάτι να θυμάμαι από τις ώρες και τις μέρες που περάσαμε μαζί. Κι από όσα συνέβησαν. Μακάρι να μου ’λεγες τι σκέφτεσαι, τώρα δα…»
-  Ήσουν μαζί μου, στα εύκολα και στα δύσκολα. Ξεκίνησα με το τίποτα, ύστερα απέκτησα πρώτα εσένα. Μαζί παλέψαμε, μαζί χαρήκαμε, μαζί πονέσαμε. Μαζί τα χτίσαμε όλα όσα έχω. Κανείς δεν με προστάτευσε και δεν μ’ ακολούθησε, όπως εσύ. Ο χρόνος σε σημάδεψε, χάλασες… πληγώθηκες, μα άντεξες να με συντροφεύεις.
Και σήμερα έμαθα πως περιμένω τον πρώτο μου εγγονό. Θα σε φυλάξω για εκείνον. Άλλη πληγή να μη σ’ εύρει. Μέσα σ’ αυτό το σεντούκι, θα κλείσω εσένα, το παλιό μου, πολύτιμο πουκάμισο. Δε σ’ αποχαιρετώ, είσαι εγώ, είμαι εσύ… μα πια θα σε φυλάξω, θα σε προστατέψω, για να έχει εκείνος αργότερα ένα κομμάτι από εμένα. Θα γίνεις ένα ενθύμιο ζωής. Πάνω σου στίγματα, η κάθε στιγμή που έχω ζήσει. Κληρονομιά. Κάποτε, θα του διηγηθείς κι εσύ την ιστορία του παππού του…

24.H βάφτιση του Γιωργή
Μερικά καλοκαίρια πριν μας κάλεσαν οι φίλοι μας Ανδρέας  και Θάλεια στη βάφτιση του Γιωργή, όπου ήταν νονοί. Και καλά έως εδώ, ξεκινήσαμε για Κρήτη συγκεκριμένα για Ρέθυμνο  τέσσερα ζευγάρια μαζί με τους νονούς και πριν καλά καλά το καταλάβουμε μας ονομάτισαν συγκούμπαρους. Ξέρεις τώρα από Κρητική φιλοξενία, όλα τέλεια, υποδειγματικά, περιποίηση  έως ασφυξίας   και ας συγχωρεθώ με το συμπάθειο.
Η ώρα επτά το απόγευμα της παραμονής ύστερα από ένα τον απογευματινό μας υπνάκο  μας ειδοποιούν οι κουμπάροι πως είναι έθιμο κουμπάροι και συγκούμπαροι να πάμε να ελέγξουμε τα σφακτά για την  μέρα    της βάφτισης, τίποτα το ιδιαίτερο απλά καθημερινά ρούχα, αναμεταξύ μας θαμάστε, ευκαιρία να γνωρίσουμε και το παιδάκι και τους γονείς, τα σόγια  πριν από την αύριο.
Φορτωμένοι λοιπόν με δώρα, γλυκά ο καθένας μας  το κατιτί το ξεχωριστό  από το τόπο του για την χαρά της βάφτισης,  στριμωχτήκαμε στο αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει και ακλουθήσαμε τους νονούς , λίγο έξω από το Ρέθυμνο σε ένα μοναδικό χωριό.
Από πού να ξεκινήσω,  μας καλοδεχτήκαν, γέλια  φωνές, χαρές λες και γνωριζόμαστε χρόνια πίσω, λες και είμαστε  φίλοι  επιστήθιοι  από τα παλιά, άνδρες, γυναίκες και ένα μοναδικό παιδομάνι, όλοι οικογένεια, κουμπάροι, συμπεθεριά. Έλεγα και εγώ άντε τώρα θα μας φέρουν και τον Γιωργή  να τον γνωρίσουμε  και ξαφνικά πετιέται από την μια γωνιά του κτήματος ένα πανέμορφο αγόρι πέντε χρονών  με κατάμαυρα μαλλιά και αστραφτερό βλέμμα, ένα κρητικάτσι, με κιλότα, στηβανάκια, πουκάμισο, γιλέκο και μαύρο μαντήλι  στη κεφαλή   και αυτός ήταν ο Γιωργής.
Και τότε ήρθε η γιαγιά του  και η μάνα του και ο πατέρας και όλα  τα αδέλφια και οι αδελφάδες τους  μαζεύτηκαν από το σπίτι και τις αυλές, πλησίασαν και οι νονοί γιατί είχε φτάσει η ώρα να παίξει ο Γιωργής την πρώτη του τουφεκιά . Η γιαγιά  παρέδωσε  το μπιστολάκι στο πατέρα του παιδιού  και εκείνος αφού τον κράτησε  στην αγκαλιά του  τον βοήθησε να ρίξει στη πέρα άκρια  σε κάτι στοιβαγμένα  τσουβάλια.
Άναψε το γλέντι για τα καλά  και οι κάλυκες από την πρώτη τουφεκιά ασημωθήκαν και μια και δυο και πέντε φορές  και άρχισαν και όλοι να ρίχνουν με την σειρά τους και δώστου τα καλέσματα με νεροπότηρα  σπιτικού κόκκινου  κρασιού   και τα γαμοπίλαφα, σαλάτες, τυριά  και  να τα χοντρά κρέατα και να  τα χοιρινά και  να τα αντικριστά  γιατί αν δεν φας πως θα ελέγξεις .
Και ενδιάμεσα σε όλα τούτα και εκείνα μια από τις θειες του μικρού έφτιαχνε με μοναδική   αφοσίωση, ώρες ατέλειωτες στο τηγάνι   ζεστές  πίτες σφακιανές και τις  περίχυνε  με μελί, η απόλυτη  πανδαισία του ουρανίσκου .
Ξημέρωμα πια αποκαμωμένοι, από το κρητικό φαγοπότι   φορτωμένοι με καλούδια, τσικουδιές,  γλυκίσματα,  επιστρέψαμε στο Ρέθυμνο για να ξαποστάσουμε και να πάρουμε δυνάμεις για τις επόμενες μέρες που ακλουθούσαν. Έχω πάει, και έχω έλθει, τέθοια παραμονή βάφτισης δεν μετάγινε  !!!!!!!

25.Τραγική Ειρωνεία
     Το ξημέρωμα την βρήκε μόνη στην ακρογιαλιά. Είχε ψύχρα και ένα απαλό αεράκι της χάιδευε το πρόσωπο. Φορούσε ένα κατακόκκινο μακρύ φόρεμα. Τα  μαύρα της μαλλιά ήταν λιτά, ανέμελα, με μπούκλες που έπεφταν σαν χείμαρρος στους ώμους της. Έμοιαζε με νεράιδα ή ξωτικό, έτσι όπως καθόταν γονατιστή στην άμμο. Το ελαφρύ κυματάκι της μούσκευε το φόρεμα.
     Κύκλοι είχαν ζωγραφιστεί κάτω από τα σμαραγδένια μάτια της, σημάδι ότι είχε να κοιμηθεί αρκετές ημέρες. Είχε ξεχάσει πόσες, μπορεί δύο ή τρεις. Τι σημασία είχε πια; Ο χρόνος λες και είχε παγώσει. Ο αγαπημένος της φίλος είχε χαθεί για πάντα.  
    Ο Λούμπι της, το καλόψυχο κάτασπρο λαμπραντόρ, ήταν το μόνο πλάσμα που της είχε δείξει ανιδιοτελή αγάπη και απόλυτη αφοσίωση. Και τώρα ήταν νεκρός…
    Ο κρότος από την τουφεκιά ακόμα ηχούσε στα αυτιά της και στο μυαλό της στριφογύριζε η ίδια εικόνα: το άψυχο σώμα του, πεσμένο στο έδαφος, σαν τσουβάλι άγαρμπα ριγμένο στο χώμα. Το χώμα, νοτισμένο και βαμμένο κόκκινο από το φρέσκο αίμα του, ίδια απόχρωση με το φόρεμα της – Τραγική Ειρωνεία !!!
     Άραγε ποιό ‘’ανθρώπινο’’ χέρι όπλισε την καραμπίνα;  Ποιά ‘’ανθρώπινη’’ καρδιά της στέρησε, με μια κίνηση, το μοναδικό  της φίλο;  Πιθανόν να μη μάθει ποτέ.
    Τα μοναδικά στοιχεία που είχε από τον  “άνθρωπο’’ αυτό,  ήταν ένα φθαρμένο τζιν πουκάμισο, που ανέδιδε μια απαίσια μυρωδιά αλκοόλ ανακατωμένη με καπνό… και τα γέλια του. Γέλια ξεκαρδιστικά για το “αστείο’’ κατόρθωμά του…
     Σκέφτηκε ένα ρητό που είχε ακούσει πριν από χρόνια: “Αν περιμαζέψεις έναν πεινασμένο σκύλο και τον ταΐσεις, δεν πρόκειται να σε δαγκώσει. Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στο σκύλο και τον άνθρωπο ‘’ Τουέην Μαρκ  
Τόσο αληθινό!!!
 (Αφιερωμένο στις αθώες ψυχούλες που πέφτουν καθημερινά θύματα “ανθρώπων’’)


26.H τουφεκιά
Η πρώτη τουφεκιά δε βρήκε το στόχο της. Ούτε και η δεύτερη. Την ίδια τύχη είχαν και οι επόμενες επτά. Ένιωθε τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη του και να μουσκεύει το καινούριο του πουκάμισο, όμως συνέχιζε με την ίδια αφοσίωση. Άλλες τρεις άστοχες βολές. Δε θα το έβαζε κάτω, ακόμα κι αν χρειαζόταν να παραμείνει στη θέση του ως το ξημέρωμα. Κι άλλη τουφεκιά στο βρόντο... κι άλλη... κι άλλη. Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε τρυφερά. Και τότε, επιτέλους, το πέτυχε και το τελευταίο τσουβάλι έπεσε. Πήρε το αρκουδάκι που μόλις κέρδισε και της το πρόσφερε. Έφυγαν αγκαλιασμένοι για το “τρενάκι του τρόμου”.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου