Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών 1ου παιχνιδιού (2ου κύκλου) "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 8 ΕΩΣ 14

8.Η αγάπη είναι ….
Την πήρε την απόφαση και έσφιξε τα χείλη,
ένοιωσε ανακούφιση, σαν τη δροσιά τ΄ Απρίλη,
πολύ καιρό βασάνιζε, το νου και το κορμί της,
τώρα όμως της τελείωσε, πια η υπομονή της.
Δεν φτάνει που ανέχτηκε χρόνια,  ιδιοτροπίες,
που δούλευε ασταμάτητα, έκανε υπερωρίες,
έδειχνε αφοσίωση  στον άντρα της ζωής της
πιστεύοντας πως τ΄ όφειλε, στο ταίρι της ψυχής της…
Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν πίστευε τα λόγια
και παραμυθιαζότανε με ανώφελα ευχολόγια,
έχει ευθύνες, έχει στρες, είναι και κουρασμένος,
δεν πάνε καλά οι δουλειές, είναι απελπισμένος…
Του στάθηκε, τον στήριξε, πάλεψε σαν λιοντάρι,
πλήρωσε χρέη, έτρεξε σε φίλους για μια χάρη,
και  αυτός σαν ορθοπόδησε και σήκωσε κεφάλι,
την παραμέρισε άκαρδα, σαν αδειανό τσουβάλι.
Την γέμισε με ψέματα, πίκρα, αδιαφορία,
μια είχε σύσκεψη ως αργά, μια ήτανε Εφορία,
μετά έβγαινε Σάββατα , να δει κάποιον πελάτη,
και κάθε βράδυ, ανελλιπώς , της γύριζε την πλάτη…
Σχεδόν κάθε συζήτηση ήτανε αποκλεισμένη
και η κάθε της απόπειρα….   προκαταδικασμένη.
Δεν άντεχε, πνιγότανε στο κλάμα, τους λυγμούς,
τον αγαπούσε δυστυχώς, πολύ, χωρίς φραγμούς,
ώσπου τυχαία έμαθε πως έβγαινε με άλλη,
με μια ψηλή, αδύνατη, συζούσε  στην Εκάλη.
Ξημέρωμα σαν γύρισε, τον βρήκε η ντουφεκιά,
σχεδόν ήταν πεντέμισι, η ώρα η κακιά…..
πως όπλισε, πως έβαλε τη σφαίρα στη θαλάμη,
ούτε που το κατάλαβε, δεν το ‘χε ξανακάνει,
αυτή η σφαίρα θα ‘τανε,  λοιπόν η λύτρωσή της,
μ΄ αυτή θα ξανακέρδιζε την αυτοεκτίμησή της.
Στο άσπρο του πουκάμισο, στο μέρος της καρδιάς,
μόνο ο αόρατος λεκές , άρνησης κι απονιάς
κι εκείνη όρμησε πάνω του, χλωμή και ταραγμένη,
τον ψηλαφούσε στα τυφλά, χιλιομετανιωμένη,
η σφαίρα που θα έδινε τέλος σ΄ αυτό το δράμα,
κάπου αλλού καρφώθηκε, ένα περίεργο πράγμα,
αστόχησε, μα  ο κρότος της, την τρόμαξε πολύ
κι έγειρε, τον αγκάλιασε, του  ‘δωσε ένα φιλί,
γιατί η αγάπη είναι τυφλή, τρελή όσο και το πάθος
κι ίσως μας σέρνει στη ζωή , από λάθος σε λάθος ….

9.Το ξύλινο κασελάκι
Το μικρό δεκάχρονο αγόρι με τα κατάξανθα σχεδόν άσπρα μαλλιά και τα μπλε ζωηρά μάτια, στάθηκε για λίγο στην αρχή του μικρού ανηφορικού δρόμου που αν και ξημέρωμα έσφυζε από ζωή. Τα ρούχα του ένα γκρι ντρίλινο πουκάμισο και μια λαδί μάλλινη βερμούδα ήταν καθαρά και σιδερωμένα.
Κοίταξε μπροστά τη πραμάτεια του στο μεγάλο για το μπόι του ξύλινο κασελάκι του που ήταν περασμένο από το λαιμό του με ένα φαρδύ υφασμάτινο ιμάντα, σήμερα θα μάζευε αρκετά αν πουλούσε καλά. Μαγαζάτορες μπαινοβγαίνοντας τακτοποιούσαν τα εμπορεύματά τους.
΄Ηταν δύσκολα χρόνια αυτά της κατοχής αλλά οι άνθρωποι πάλευαν με κάθε τρόπο και επιβίωναν, είχαν στόματα να θρέψουν, οικογένειες.
Ο μικρός στάθηκε έξω από ένα φούρνο και το στομάχι του ακούστηκε να γουργουρίζει δυνατά καθώς η μυρωδιά από τα καρβέλια μοσχοβόλησε τον αέρα. Στο σπίτι η ψωμιέρα ήταν άδεια πριν φύγει και δεν είχε φάει τίποτε. Η  μητέρα του τον μάλωνε συχνά.
-Πού πάς μικρό παιδί όλη τη μέρα στους δρόμους , μου λες;
Αλλά με τίποτε δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να πάει στη δουλειά του στην οποία με τόση αφοσίωση δινόταν κάθε μέρα, το αποφασιστικό του βλέμμα την αποστόμωνε. ΄Αλλωστε ο μικρός έβγαζε λεφτά και τους ήταν πολύτιμα.
Ο φούρναρης  εξυπηρετούσε μια νοικοκυρά που είχε μπει, της τύλιξε το καρβέλι σε μια λαδόκολλα και βγήκε παραέξω να ανασάνει φρέσκο αέρα, το καλοκαίρι ήταν ζεστό και μέσα ο φούρνος με τα ξύλα του είχε κοκκινίσει τα μάγουλα.
Το βλέμμα του έπεσε στον μικρό που τον κοίταζε ίσια και θαρρετά.
-Τί είναι μικρέ, πεινάς?
-Ναι απάντησε μονομιάς με βραχνή παιδική φωνή, αλλά δε έχω να σε πληρώσω.
-Μου τα φέρνεις πιο ύστερα, του πρότεινε ο καλόκαρδος φούρναρης που τον συμπαθούσε τον μικρό, σουλατσάριζε συχνά εκεί.
-Εντάξει θείο, θα στα φέρω το μεσημέρι.
Του έφερε μισό καρβέλι, αχνιστό. Ο μικρός το πήρε, τον ευχαρίστησε και απομακρύνθηκε.
Συνέχισε το δρόμο του μπουκώνοντας το στόμα του με μια μεγάλη κοψιά και αργομασώντας αργοβάδιζε.
Περαστικοί ψώνιζαν διάφορα από το κασελάκι του κάνοντας στην τσέπη του σιγά-σιγά να κουδουνίζει το μικρό του κομπόδεμα. Στο παρακάτω μαγαζί ψώνισε ένα μικρό τσουβάλι πατάτες που του ‘χε παραγγείλει η μάνα του και το πέρασε σαν ντορβά στον ώμο του.
Πιο κάτω φωνές ακούστηκαν, φασαρία, βαριά βήματα στις γλιστερές από τον ήλιο πέτρες, περνούσε περίπολος. Βαριές γερμανικές φωνές σκόρπισαν φόβο στον αέρα και μια τουφεκιά αντήχησε στο σοκάκι .
Η καρδιά του χτύπησε γοργά, του ‘χε ξανατύχει, ήξερε, ήταν σκληρές μέρες. Οπισθοχώρησε και με γρήγορα σταθερά βήματα πήρε το δρόμο για το σπίτι του.

10.Η λίμνη.
Μια φορά πριν χρόνια, ένας Άνθρωπος έφτιαξε μια Λίμνη. Μακριά από την πόλη. Ανάμεσα σε δύο λόφους. Ήθελε να συγκεντρώνει το νερό της βροχής για να ποτίζει τις αγελάδες του. Η Λίμνη ήταν πολύ όμορφή, αλλά πάντα στενοχωρημένη. Στεκόταν εκεί, ανάμεσα τις φυλλωσιές των δέντρων βουβή και αμίλητη, με αφοσίωση στη δουλειά της.
Το Καλάμι την ρώτησε.
-Τι έχεις Λίμνη και είσαι θλιμμένη;
-Θέλω να γίνω Θάλασσα, του αποκρίθηκε. Δεν μπορώ απλά να στέκομαι εδώ, αποξενωμένη και έρημη και απλά να ποτίζω τα ζώα. Θέλω να ικανοποιώ τους ανθρώπους. Τόσο όμορφη που είμαι και δε με βλέπει κανείς. Κανείς δεν παίζει στα νερά μου, κανείς δε με χαίρεται. Δες η Θάλασσα πόσο τυχερή είναι. Έχει όλο τον κόσμο δικό της.
Με αυτά τα λόγια ξαναέπεσε στην μελαγχολία της.
Ένα ξημέρωμα όμως κάτι άλλαξε. Ένα ζευγάρι φάνηκε στις όχθες της. Με ένα άσπρο πουκάμισο αυτός και με ένα λευκό φόρεμα αυτή. Σαν θεοί και οι δυο, έβγαλαν τα ρούχα τους και έπεσαν στα νερά της.
Και τότε η Λίμνη ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο. Ένιωσε την αγάπη τους, την καρδιά τους, την ηδονή τους. Και τα νερά της αγρίεψαν από τα σώματά τους, η σιωπή της έσπασε από την ανάσα τους, σαν τουφεκιά στον ήσυχο αέρα.
Ενώθηκαν στα νερά της, ένιωσαν ότι βρίσκονταν σε ένα τσουβάλι γεμάτο έρωτα, που τους προστάτευε και τους νοιαζόταν.
Όταν τελείωσαν ντύθηκαν και έφυγαν. Και άφησαν πίσω τις αισθήσεις τους, τα βλέμματά τους, τα φιλιά τους. Και την Λίμνη πάλι μόνη… αλλά…
-Καλάμι… δεν χρειάζεται να είμαι θάλασσα. Είμαι εδώ για τους λίγους. Γι΄ αυτούς που μπορούν να με φτάσουν. Που μπορούν να περπατήσουν, να σκαρφαλώσουν. Είμαι εδώ γι΄ αυτούς που μπορούν να με εκτιμήσουν. Να καταλάβουν την σιωπή μου.
Από τότε ανά διαστήματα συντρόφευσε πολλούς ανθρώπους και ένιωσε πολλά έντονα συναισθήματα. Ένωσε ζευγάρια, σκούπισε δάκρυα μοναχικών, έπαιξε με παιδιά, γέλασε με φίλους.
Και έτσι η Λίμνη ξανά δεν στεναχωρήθηκε. Γιατί είχε βρει τον σκοπό της.

11.Ποτέ ξανά ο ίδιος
Η μικρή αυλή τους ήταν γεμάτη με γλάστρες. Είχε μπει κιόλας η άνοιξη και τα λουλούδια είχαν ανθίσει και μοσχοβολούσαν. Καθόταν αμίλητος σε εκείνη τη σιδερένια καρέκλα. Δίπλα του κάθονταν δύο κορίτσια που γελούσαν ευτυχισμένα και κουνούσαν τα πόδια κάτω από τις καρέκλες τους, ενώ ένα μικρό αγοράκι έπαιζε με δύο βόλους βγάζοντας μικρές φωνούλες.
"Αγάπη μου, πήγαινε στον μπαμπά να σε πάρει αγκαλίτσα", του έλεγε η μάνα του. Και τότε ο μικρός έτρεχε στην αγκαλιά του πατέρα του και γραπωνόταν από το γιακά του πουκαμίσου του. Δεν είχε δει ποτέ το μικρό του γιο. Δεν ήταν εκεί όταν γεννήθηκε. Γύρισε πίσω και τον βρήκε ολόκληρο παιδάκι, και οι δύο του κόρες είχαν μεγαλώσει και αλλάξει πολύ.
Πολέμησε για την πατρίδα του με μεγάλη αγάπη και αφοσίωση. Και όταν πια ο πόλεμος έληξε, γύρισε στο σπίτι του ευχαριστώντας το Θεό που ήταν ακόμα ζωντανός και αρτιμελής. Όμως αυτός ο άτιμος πόλεμος τού είχε στερήσει πολλά χρόνια μακριά από την οικογένειά του και είχε κάνει τα μαλλιά του να ασπρίσουν. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ακόμα και τώρα που είχαν περάσει όλα αυτά, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Τις νύχτες που κοιμόταν άκουγε τουφεκιές και βομβαρδισμούς και ξυπνούσε. Σηκωνόταν αθόρυβα, έβγαινε στην αυλή, σωριαζόταν σαν τσουβάλι στην καρέκλα και καθόταν μέχρι το ξημέρωμα  καπνίζοντας νευρικά.
 Όλοι στην οικογένεια ήταν πάρα πολύ χαρούμενοι που είχε επιστρέψει. Είχαν περάσει κι εκείνοι πολύ άσχημα όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας τους και ανησυχούσαν πολύ για την τύχη του. Αλλά τώρα πια όλα ήταν παρελθόν. Έτσι του έλεγαν και τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν με χαμόγελα ευδαιμονίας και δάκρυα ευγνωμοσύνης . Μόνο εκείνος είχε χάσει το χαμόγελό του. Και είχε χάσει και τις λέξεις του. Μιλούσε πια ελάχιστα. Γιατί στα μάτια του είχε ζωγραφιστεί ένα σύννεφο που του είχε πάρει κάθε υποψία χαράς. Στα μάτια του εμφανιζόταν συνεχώς σαν ταινία όλη η φρίκη του πολέμου.
 Ήταν ξανά στο σπίτι του. Με τους ανθρώπους που αγαπούσε. Με όλα τα μέλη στο κορμί του. Είχε μόνο μερικά σημάδια επιφανειακά που μπορεί κιόλας με τον καιρό να εξαφανίζονταν. Είχε αποκτήσει και ένα γιο, που τόσο λαχταρούσε. Όλα ήταν όμορφα, όπως τα είχε αφήσει. Κι αυτός ο πόλεμος είχε πια τελειώσει, όμως εκείνος δε θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.

12.Οι κόκκινες αποχρώσεις της τρέλας
Καθώς στέκομαι εκεί, ανάμεσα στα ματωμένα σεντόνια, νιώθω για λίγο το χρόνο να παγώνει. Ποιος είναι αυτός ο άντρας που κείτεται νεκρός στο κρεβάτι μου; Το πρόσωπό του γνώριμο, ειδικά εκείνη η βαθιά ρυτίδα κάτω από το αριστερό του μάτι, που τώρα χάσκει ορθάνοικτο και γουρλωμένο. Ναι, την ξέρω καλά αυτή τη ρυτίδα. Την έχω δει να γεννιέται, να μεγαλώνει και να βαθαίνει. Είναι η δική μας ρυτίδα. Κοιτάζω γύρω στο δωμάτιο. Το πουκάμισό του είναι κρεμασμένο στην πλάτη της πολυθρόνας, το παντελόνι του διπλωμένο κι ακουμπισμένο από πάνω, τα παπούτσια προσεκτικά τοποθετημένα στο πάτωμα δίπλα στην ντουλάπα. Εγώ η ίδια τα έχω αγοράσει. Και τη μυρωδιά του την αναγνωρίζω. Όλα πάνω του μοιάζουν οικεία, αλλά δεν τον ξέρω. Κοιτάζω τον άντρα που παντρεύτηκα, τον άντρα που πριν λίγο δολοφόνησα με τα ίδια μου τα χέρια, αλλά δεν βλέπω τον άντρα μου. Βλέπω έναν γνώριμο ξένο. Κάποιον που δεν μου χρωστάει και δεν του χρωστάω καμιά αφοσίωση, κανένα συναίσθημα. Κι όντως, τίποτα απολύτως δεν είχα νιώσει  τη στιγμή που η τουφεκιά έσκιζε τον αέρα κι έφτανε στην καρδιά του. Ούτε και τώρα νιώθω κάτι που τον αντικρίζω άψυχο. Ένα περίγραμμα προσώπου ανύπαρκτου πάνω στη μαξιλαροθήκη, μια παραίσθηση, έτσι μου μοιάζει. Σηκώνομαι αποφασιστικά και με αργά και σίγουρα βήματα φτάνω στην πόρτα, την ανοίγω, κατεβαίνω την ξύλινη στριφογυριστή σκάλα, μπαίνω στο σαλόνι, το διασχίζω, βγαίνω έξω στον κήπο κι αναπνέω το δροσερό φθινοπωρινό αέρα, τα ευωδιαστά λουλούδια και το άρωμα του νοτισμένου από τη βραδινή υγρασία γρασιδιού. Τα παρατηρώ και τα αισθάνομαι όλα αλλιώτικα. Τα ρουφάω αργά και βασανιστικά, απόλυτα ηδονικά. Σαν να τα βλέπω για πρώτη φορά. Σαν να τα βλέπω για τελευταία φορά. Αρχικά, είχα σκεφτεί να κλείσω το πτώμα σε ένα τσουβάλι και να το ρίξω λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στη ρεματιά. Όμως όχι. Δεν του αξίζει τέτοια ταπείνωση. Άλλωστε, δεν σκοπεύω ούτε να τρέξω ούτε να κρυφτώ. Ρίχνω μια ακόμα ματιά στο σπίτι μου, στο σπίτι μας, των τελευταίων δεκατριών χρόνων. Σαν να έχουν πάρει όλα τριγύρω ένα κόκκινο χρώμα, κόκκινο σε όλες τις αποχρώσεις. Το βλέμμα μου πέφτει στα χέρια μου. Τα περιεργάζομαι για μερικά δευτερόλεπτα. Το ένα έχει φρέσκο αίμα πάνω του. Στο άλλο κρατάω ακόμα την καραμπίνα. Φέρνω την κάννη κάτω από το πρόσωπό μου, στην καρωτίδα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα… Μπαμ! Και μετά σκοτάδι…
Ξυπνάω κάθιδρη και τρέμοντας. Από τις γρίλιες μπορώ να δω πως έχει φτάσει σχεδόν ξημέρωμα. Ένα κοκκινωπό παράξενο ξημέρωμα. Νομίζω πως το ίδιο χρώμα έχει απλώσει η έξαψη στα μάγουλά μου.  Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, σε ένα ξέφρενο ρυθμό που θυμίζει κάτι σαν εφιαλτικά γρήγορη, αδιάκοπη σάλσα. Δίπλα μου ο άντρας μου κοιμάται ήσυχος σαν πουλάκι, η ανάσα του κανονική, τα μάτια του ερμητικά κλειστά. Όλα φαίνονται φυσιολογικά. Γιατί όμως εγώ δεν μπορώ να ηρεμήσω;

13.Αχ βρε Βαγγελιώ μου παινεμένη!
«Μήτσου μμμμμ’! Φερ’ μ’ το σακί γρήγορα … Θα του σκάσει τ’ αναθεματισμένου ! Έλα σύρε, παρ΄τις ποδάρες σου! …. Τι κάν΄ς πάλι βρε παλαβέ; Άσε κάτου την καραμπίνα, για θα την αρπάξου και θα σου σβουρήξω μια τουφεκιά στα πισινά, να σου πω εγώ μετά! Τεμπέλ’ μ’ ! Να δω πώς θα κάθεσαι να τρως την μπακαρονάδα σου! Άιντε ! Σύρε , φέρ’ μ’ το σπάγγο, φέρ’ μ’  και το τσουβάλι που άδεισα τα πίτουρα ψες του βράδ’, να τον εδέσω και να τον τσουβαλιάσω, προτού το σκάσ’ το αγρίμ’ ! Του προυί, με του χάραμα, θα τον αχνίσου και θα τον ξεπουπουλιάσω... να τον εκάμω κοκκινιστό σαν θα’ρθ’ του παιδί μας  απ’ τας Αθήνας….. και θα’ χουμε χαρές και πανηύρια! Πού πήγες βρε σκασμένε; Ουιμέ !!! Τι κάνεις εκεί ρε άχρηστε; Τα χαρτιά ρίχνεις πάλ’ ; Να στα πω ‘γώ που βλέπω τα μελλούμενα:  Θα στις βρέξω με του κόπαν’ αχαΐρευτε, για δεν με ακούς και με σκας! Αυτό θα γένει μαύρε μου! Δεν σε αντέχ’  άλλου η ψυχ’μ’. Βρε κακόχρουν’ να έχ’ς ! Φύε από μπροστά μ’ … που να μην έσωνε η κυρ-Αντώναινα με του προξενιό που μ’ φέρ’! Προκομμένος μου’ λεγε! Βρε έτσι είν’ οι προκομμένοι; Βρε ξέρ’ς απ’τι σόι με πηήρες; Όχι να το παινευτώ αλλά κελεπούρ’ ήμουνα ! Κι εσύ; Πφ! Έν’ς μουζικάντης! Τριαλαλό δηλαδής! Μ’ακούς; Βρε Μήτσου μ’;… Πού χάθηκ’ς ; Ούτ’ ορίστε δε λες, ε; ; Κιχ δεν βγάζεις! Εμ βέβαια; Τι να πεις; Κοτάς να πεις; Τέτοιος αποβλακωμέν’ς που’σαι!
Ο κυρ Μήτσος, άφησε την τράπουλα από το χέρι και κοίταξε σαν χαμένος…. Τόσα χρόνια αφοσίωσης Μα τι κέρδισε; Μουρμούρες και ξεφτίλισμαΠρος στιγμήν σκέφτηκε να αρπάξει το όπλο και να το γυρίσει πάνω της. Μετά σκέφτηκε το γιό που θα ερχόταν σε λίγες μέρες… Η απόφαση πάρθηκε στιγμιαία!
Έσυρε γοργά μέσα και κοίταξε το σπιτικό τους. Του φάνηκε θεοσκότεινο...κλεισούρα του μύριζε... Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, έβαλε το καλό του κοστούμι, φόρεσε και το σιελ του πουκάμισο που το είχε για τις γιορτές και τις ‘κκλησίες. Έπειτα πήρε έναν σάκο κι έβαλε πρόχειρα δυο αλλαξιές, τη τραγιάσκα του, τα γυαλιά του, ένα ρολόι τσέπης -από τον παππού κληροδοτημένο, ανεκτίμητης συναισθηματικής αξίας-  τη φωτογραφία του γιου… Αυτά είχε μόνο ανάγκη. Και την ηρεμία του!
Άνοιξε την πίσω πόρτα και βγήκε στον αέρα… Στην αρχή δειλά, έπειτα με γοργά βήματα μη και τον πάρει είδηση και τον γυρίσει πίσω με τις τσιριξιές της, πήρε κατεύθυνση προς το λόγγο. Θα περνούσε το βράδυ  στη σπηλιά του αρματοκλέφτη, του Νταή.. Το ξημέρωμα θα’ βλεπε κατά πού να τραβήξει…  Ανέπνεε… Αυτό μετρούσε πια για αυτόν! Σκοτείνιαζε έξω, μα στο πρόσωπό του μια λάμψης χαράς τον φώτιζε σαν τα φώτα στο πάλκο που έπεφταν πάνω του, τότε που έπαιζε το μπαγλαμαδάκι του!
Η Βαγγελιώ, στην αυλή, συνέχιζε το ποίημα της… χαμπάρι δεν είχε πάρει… Έλεγε, έλεγε, έλεγε…
Αχ  βρε Βαγγελιώ μου, παινεμένη! Να δω τώρα με ποιον θα τρώγεσαι τις μέρες και τις νύχτες που σου απομένουν, μέχρι να σφαλίσεις τα μάτια!

14.Όπως έπρεπε
Η Ανθή ανοίγει τα μάτια της. Το μαύρο που την τυλίγει υποχωρεί αργά κι εκείνη αναδύεται στο απόλυτο λευκό. Το λευκό αποκτά σχήματα και χρώματα και γρήγορα μεταμορφώνεται σε αγαπημένες μορφές. Προσπαθεί να χαμογελάσει στα παιδιά της και στα εγγόνια της. Δεν τα καταφέρνει. Θέλει να τους καθησυχάσει. Τους  αγκαλιάζει με το βλέμμα, αφού δεν μπορεί με τα χέρια.
Θέλει να τους πει πως είναι ευχαριστημένη.
Ας την πάρει ο Θεός. Παράπονο δεν έχει. Ο άντρας της (Θεός σχωρέστον) ήταν νοικοκύρης, της χάρισε καλή ζωή. Κι εκείνη του έδειξε μεγάλη αφοσίωση κι αγάπη. Όπως έπρεπε!... έπρεπε… έπρεπε… η λέξη σβήνει στο μπερδεμένο της μυαλό αφήνοντας την ηχώ της.
Πώς έκανε η ηχώ το θαύμα κι έγινε το σάλτο στα παλιά, ούτε που κατάλαβε.
Ο κόσμος γύρω της έκλεισε κι έγινε μια κουκκίδα. Και μέσα σε κείνη την κουκκίδα, η Ανθή είδε όλα όσα πάλευε τόσα χρόνια να αφήσει πίσω.
Δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά μπορεί να ξαναζήσει εκείνο το ξημέρωμα που την σημάδεψε.
Ξαναγίνεται κοπέλα και ξυπνάει στο χωριό, στα σκοτεινά χρόνια του πολέμου. Οι Γερμανοί δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν εδώ. Οι χωριανοί σταυροκοπιούνται αποδίδοντας το θαύμα στην Αγία Παρασκευή που τους έριξε στο γκρεμό καθώς λένε. Το μέρος είναι ιδανικό καταφύγιο για την αντίσταση.
Πού να φανταστεί η Ανθή πως εκεί  θα έβρισκαν καταφύγιο και οι πρώην εχθροί, οι Ιταλοί;
Ο ήλιος ίσα που ρόδιζε την ανατολή, όταν κατέβηκε στο κατώι να ξετρυπώσει καμιά στάμνα ανάμεσα  στα τσουβάλια με τα καλούδια, μια και πριν πέσει για ύπνο κατάφερε να σπάσει αυτή που χρησιμοποιούσαν.
Κατηφόρισε στην πηγή, αλλά μόλις έφτασε κοκάλωσε από φόβο. Μπροστά της στέκονταν καμιά δεκαριά άντρες. Ταλαιπωρημένοι και δυστυχισμένοι. Τρόμαξε, αλλά θες η απελπισία τους, θες η γλώσσα τους που ήταν κελαρυστή σαν το νερό που κυλούσε πιο κει, την ηρέμησαν λιγάκι.
Ένας ξεχώρισε από τους άλλους και βγήκε μπροστά. Το λεπτό του πουκάμισο ήταν καταξεσκισμένο, γεμάτο αίματα. Η Ανθή πισωπάτησε και υπολόγισε μέσα της την απόσταση ως την ασφάλεια του σπιτιού.
Τα μάτια του όμως την έκαναν να σταματήσει.
Τι είχαν αυτά τα μάτια κι έκαναν το φόβο να φτερουγίσει και την καρδιά της να τραγουδά;
Τους οδήγησε στο χωριό όπου κρύφτηκαν για μήνες. Η Ανθή έκρυψε στην καρδιά της τον όμορφο Ιταλό. Τον έκρυψε τόσο καλά που με τα χρόνια τον ξέχασε κλειδωμένο σε μία της γωνιά.
Απόψε τα θυμήθηκε όλα. Θυμήθηκε τους όρκους και τα κρυφά τους σμιξίματα κάτω στο ποτάμι. Ένιωσε πάλι εκείνο το χαστούκι που ήχησε σαν ντουφεκιά και τις κατηγόριες της μάνας.
-Θα με πάρει μάνα, κατάφερε τότε να ψελλίσει.
Όταν εκείνος έφυγε, τον περίμενε με αγωνία, μέχρι που έφτασε η είδηση του ναυαγίου. Χάθηκε ο Μάριο στα κρύα νερά της Αδριατικής παίρνοντας μαζί του κι ένα κομμάτι από την ψυχή της.
Ένα δάκρυ κύλησε από τα θολά της μάτια, πριν τον δει να της απλώνει το χέρι.
«Τι παράξενο, δεν άλλαξε καθόλου», σκέφτηκε και το έπιασε χωρίς δισταγμό. «Ήρθες» του είπε!
Το δάκρυ στέγνωσε κι ένα γλυκό χαμόγελο απλώθηκε θαρρείς σε όλο της το πρόσωπο. Όλα έγιναν όπως έπρεπε…


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου