Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

3η ανάρτηση ιστοριών 12ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 16 ΕΩΣ 22
16.Νυχτερινή χορογραφία
Τον απέκτησαν σε εκείνο το ταξίδι. Όσο εκείνος συμμετείχε σε ένα ακόμη επαγγελματικό ραντεβού, εκείνη τριγύριζε στην πόλη. Τον ανακάλυψε σε ένα παλαιοπωλείο: ήταν ένας υπέροχος και λίγο σκοτεινός πίνακας, που είχε δημιουργηθεί πάνω από έναν αιώνα πριν. Απεικόνιζε μια λυγερόκορμη μπαλαρίνα να στέκεται με χάρη πλάι σ’ ένα πιάνο.  Από το παράθυρο πίσω της μπορούσε κανείς να διακρίνει τα κάγκελα ενός παλιού καμπαναριού. 
Έμαθε την ιστορία του πίνακα από τους ηλικιωμένους ιδιοκτήτες του καταστήματος. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο καλλιτέχνης, της είπαν. Δεν την πείραξε. Ο πίνακας είχε «κάτι», και την τράβηξε με την πρώτη ματιά. Τον απέκτησε μέσα σε πέντε μόλις λεπτά.
Όταν επέστρεψαν, τον τοποθέτησαν σε μια περίοπτη θέση στον τοίχο του σαλονιού.
Το βράδυ, η μπαλαρίνα κινήθηκε ανεπαίσθητα. Αργά, προσεκτικά, στράφηκε στο πιάνο… χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα το πρώτο πλήκτρο και ο χώρος γύρω της, μέσα στον πίνακα, γέμισε μουσική. Απαλή, θλιμμένη κλασική μουσική.
Άρχισε να λικνίζεται νωχελικά και να ισορροπεί επάνω στις βερικοκί πουέντ της.  Χόρευε μια χορογραφία με κλειστά τα μάτια, κάνοντας πιρουέτες, και η τούλινη φούστα της ανέμιζε με χάρη.
Τον ξύπνησε η μουσική. Απορημένος, έριξε μια ματιά στη γυναίκα του. Κοιμόταν ήρεμη, χωρίς να δείχνει ότι κάτι έχει ακούσει. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έβαλε ένα ποτήρι νερό. Η μουσική ακουγόταν πιο έντονα τώρα. Προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή του ήχου και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι.
Απέμεινε σαστισμένος να κοιτάζει τον πίνακα. Η μπαλαρίνα κινούνταν, την έβλεπε να χορεύει… και η μουσική ακουγόταν από το παλιό πιάνο, έβλεπε τα πλήκτρα του να πατιούνται από μόνα τους, σχηματίζοντας τη μελωδία. Το ποτήρι τού έπεσε από το χέρι, έσπασε. Κι εκείνος, φοβισμένος, παρατηρούσε ασάλευτος τη μπαλαρίνα να ζωντανεύει, μην πιστεύοντας στα μάτια του.
«Αγάπη μου, είσαι καλά;» Η γυναίκα του είχε ξυπνήσει και είχε έρθει δίπλα του, μα δεν την είχε καταλάβει. «Κάτσε να μαζέψω λίγο τα γυαλιά, θα κοπείς…»
«Κοίτα τον πίνακα» της είπε ξέπνοα, «κοίτα τον! Μα δεν το βλέπεις;»
«Τι να δω; Είναι το ίδιο όμορφος και τη νύχτα όπως και στο φως της ημέρας», απάντησε εκείνη. «Πολύ μου αρέσει αυτός ο πίνακας, ειδικά ο τρόπος που η μπαλαρίνα στέκεται δίπλα στο πιάνο. Μακάρι να ξέραμε τον καλλιτέχνη… Μου είπαν μια απίθανη ιστορία γι΄ αυτόν, μα δεν την πίστεψα, φυσικά».
 «Τι ιστορία»; τη ρώτησε ταραγμένος, συνειδητοποιώντας πως μόνο εκείνος μπορούσε να δει.
«Λένε πως η μπαλαρίνα αυτή ήταν υπαρκτό πρόσωπο -αν και κανείς δεν ξέρει ποια είναι- που διέπραξε αυτοκτονία… Ένας καλλιτέχνης, ερωτευμένος μαζί της, την απεικόνισε σ’ αυτόν τον πίνακα και της τον χάρισε, μέρες πριν πεθάνει. Δεν πρόλαβε να τον χαρεί. Πιστεύεται πως η μπαλαρίνα ζωντανεύει τα βράδια και ο μόνος που μπορεί να τη δει να χορεύει μέσα στον πίνακα, είναι αυτός που τη ζωγράφισε… ή καλύτερα, η μετενσάρκωσή του, μιας και ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει πεθάνει εδώ και χρόνια!» Χαμογέλασε. «Παραμυθάκια για παιδιά… Λοιπόν, τι λες, πάμε να κοιμηθούμε;»
«Πήγαινε εσύ, εγώ θα μείνω λίγο ακόμη» ψέλλισε. 
Ήθελε να δει τη μπαλαρίνα να χορεύει, μόνο για κείνον.

17.Έκτακτο δελτίο
Η είδηση της πρώτης αυτοκτονίας χτύπησε σαν αστραπή την πόλη. Ταξίδεψε  σε όλους τους δρόμους, πέρασε μέσα από τοίχους βαμμένους με σπρέι στο χρώμα μιας ξεθωριασμένης από χρόνια διαμαρτυρίας και βρήκε τις οικογένειες γύρω από σχεδόν άδεια τραπέζια να ξεγελούν την πείνα τους.
Μάτια άνοιξαν διάπλατα και μαχαιροπήρουνα έπεσαν με θόρυβο από χέρια που έτρεμαν.
Μέχρι να συνέλθουν από το πρώτο σοκ άρχισαν να φτάνουν σαν κύματα και οι άλλες ειδήσεις.
Όλοι, ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί, ακόμα και οι συμβουλάτορές τους έτρεχαν από το πρωί με δική τους πρωτοβουλία να συναντήσουν το δημιουργό τους.
Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, για ποιο λόγο, αυτά τα ματαιόδοξα ανθρωπάκια που αγαπούσαν μόνο τη λάμψη της εξουσίας και του χρήματος, δέχονταν να περάσουν οικειοθελώς τη λεπτή αόρατη γραμμή που τους χώριζε από το τίποτα.
Άραγε ποιος «αφέντης» τους στρατολογούσε αυτή την ώρα και ποιο «κόμμα» θα υπηρετούσαν στο υπόλοιπο της αιωνιότητας;
Ο κόσμος έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. Ξεχύθηκε στους δρόμους και πανηγύρισε με ενθουσιασμό το θάνατο.
Οι φωνές γίνονταν όλο και πιο ρυθμικές, όλο και πιο δυνατές. Διαπέρασαν τον ύπνο του Χάρη, κομματιάζοντας το όνειρο που έβλεπε και τραβώντας τον βίαια από την αγκαλιά του Μορφέα.
Πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε στο μπαλκόνι να δει τι γίνονταν. Κρατήθηκε από τα κάγκελα κι έσκυψε όσο μπορούσε, προσπαθώντας να ακούσει τι φώναζαν οι άνθρωποι που περνούσαν από κάτω. Κάτι για ελευθερία έλεγαν, αλλά οι φωνές έφταναν τόσο μπερδεμένες, που δεν έβγαζε νόημα. Μπήκε μέσα κι άνοιξε την τηλεόραση.
Έψαξε όλα τα κανάλια, αλλά τίποτα. Η ανυπομονησία του, σαν μπαλαρίνα, έκανε πια πιρουέτες, ενώ ο ίδιος πηγαινοέρχονταν μια στο μπαλκόνι, μια στην οθόνη σαν υπνωτισμένος.
Κάθισε στον υπολογιστή πατώντας τα πλήκτρα με μανία.
Αυτά που διάβασε τον έκαναν να αναρωτηθεί αν τρελάθηκε. Πήγε στον καθρέπτη κι έψαξε στα μάτια του, σίγουρος πως θα δει μέσα τους την τρέλα να τον χαιρετάει.
Είδε μόνο τα υπολείμματα από το κριθαράκι που τον παίδευε δυο μέρες τώρα.
Γύρισε στην τηλεόραση κι έπεσε πάνω στο γνωστό υπουργό που πουλούσε βιβλία σκούζοντας και φτύνοντας.
Σάλια, λέξεις, όλα έβγαιναν από το στόμα του ανάκατα.
Δεν καταλάβαινε τίποτα. Αυτός γιατί σκούζει εκεί κι όχι κάπου αλλού, έξω από δω;
Ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν μέσα του. Μια αναίτια αισιοδοξία τον χτύπησε τόσο δυνατά που του έκοψε την ανάσα.  Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει ξέφρενα και το μόνο που ήθελε, ήταν να βγει στο δρόμο, να διαδηλώσει αυτή την περίεργη χαρά, που θρονιάστηκε στην ψυχή του σαν αρχόντισσα.
Καθώς έκλεινε η πόρτα πίσω του άρχιζε στην τηλεόραση έκτακτο δελτίο.
«Πλήθος κόσμου έχει κατακλύσει τους δρόμους σε όλη την επικράτεια, γιορτάζοντας, καθώς λένε οι ίδιοι, την ελευθερία. Εδώ και λίγες ώρες, περίεργες φήμες διαρρέουν από αδιευκρίνιστες πηγές, που δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Όλο και περισσότερα άτομα ακούγοντας τις φήμες ενώνονται με το ετερόκλητο πλήθος. Η χώρα είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.»

18.Στη μάνα μου δεν το ‘πα.
   Άκου να δεις, τι πάθαμε με τη θεια μου!
  Γυρνάει στο διαμέρισμα  ξεθεωμένη. Βάζει τα κλειδιά στην πόρτα, ανοίγει, με το που μπαίνει - το λέω, τώρα, κι η τρίχα μου, κάγκελο! – πέφτει το μάτι της στο τραπέζι: δυο ποτήρια κρασί κι ένα πιάτο.
  «Τι γίνεται εδώ;», λέει.
   Κοιτάζει γύρω: ο καναπές ακατάστατος, ό,τι είχε πάνω στο γραφείο της , ήτανε τώρα  στο πάτωμα,  το ένα της κάδρο ξεκρεμασμένο από τον τοίχο, το ντουλάπι με τα τρόφιμα ανοιχτό!
   «Αχού Παναγία μου, διάρρηξη!», λέει.
   Τηλεφωνεί στην αδερφή της - τη μάνα μου!
   «Έλα γρήγορα, φοβάμαι!», της λέει. Έρχεται η μάνα μου - μια πόρτα ήταν! - κοιτάει κι εκείνη…
   «Διάρρηξη», λέει. «Εκατό τα εκατό!». Πάνε μαζί στην κρεβατοκάμαρα να δούνε για τα χρυσαφικά στο μποτέ της θείας. Παρόμοια εικόνα κι εκεί. Το μουσικό κουτί ανοιχτό κι η μπαλαρίνα του μισοσπασμένη, και το πιανάκι-μπιζουτιέρα, εκείνο με τα φιλντισένια πλήκτρα, αναποδογυρισμένο.
    «Τίποτα δεν πήρανε! Τι στο καλό ψάχνανε, και το κάνανε το σπίτι… μύλο;» λέει η μάνα μου.
     «Δεν αξίζει τον κόπο να το δηλώσω. Μόνο η ταλαιπωρία…» είπε η θεία.
   Ευτυχώς και πήραμε μια τρομάρα.
  Φαντάζεσαι να ρίχνανε μια ματιά κάτω απ’ το κρεβάτι και να βρίσκανε τους δράστες;  Εκεί ήταν όλη την ώρα. Πού το ξέρω; Τι που το ξέρω! Εγώ με τον δικό μου, ήμασταν.
   Ήθελε τρελίτσες ο κύριος Νώντας, που λες. Δεν κρατιότανε.  Στο σπίτι με τη μάνα μου, με τίποτα.
   «Και που να πάμε, βρε πουλάκι μου; Βενζίνα δεν έχουμε ούτε για μέχρι το περίπτερο!»
   «Έχεις κλειδιά για της θειας σου το σπίτι; Πόση ώρα έχουμε μέχρι να σχολάσει;»
   «Μια δυο ωρίτσες!»
   Φύγαμε.
   Αφού είχαν φύγει κι εκείνες - πήγανε στης μάνας μου, γιατί η θεία ήταν ακόμη ταραγμένη. Λαμπόγυαλο      το κάναμε το σπιτάκι, δεν ήξερε που να με στριμώξει,
δοκίμαζε κάτι σκηνές από ταινίες!
   Πριν βγούμε, πρόλαβα κι έβγαλα από το cd player,
το Suicide Blonde (= Ξανθιά Αυτοκτονία) των INXS -  μια κομματάρα από τα ‘90s - ακόμη δεν έχουμε βρει κάποιο άλλο σαν αυτό, που να μας ανεβάζει τόσο…
    Να το έβρισκε η θεία μου, ε;
    Αυτό κι αν θα ήταν παράξενο…

19. Δεν το ξέρει άλλος κανείς!
Έμεινε μόνος αφότου ακούστηκε η πόρτα να κλείνει μαλακά πίσω του μ ένα θρόισμα από το ρούχο της Μάργκο που έφυγε τρέχοντας λίγο μόνον αφού είχε κάνει την εξομολόγησή της σ’ εκείνον. Γιατί τώρα; Πάντα υπάρχει ένας λόγος γι αυτά που κάνουν οι άνθρωποι. Περίεργο ότι τον απασχολούσε αυτό περισσότερο από τα λόγια της.. «Δεν το ξέρει άλλος κανείς» του είχε πει. Κοίταξε ταραγμένος περιφέροντας το βλέμμα του ένα γύρο στο δωμάτιο της μουσικής. Θα μπορούσε να είναι και κάποιος άλλος εκεί, ας ήταν να το μοιραστεί με κάποιον.. Τότε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε αίφνης να ήταν ζωντανή η μπαλαρίνα από φαγιάνς που χρόνια τώρα φιγουράριζε πάνω στο παλιό πιάνο, δίπλα από την κονσόλα με τα σκαλίσματα. Χαμογέλασε με τον εαυτό του κι αμέσως πέτρωσε το χαμόγελο.. «Μήπως αρχίζω να τρελαίνομαι;» Νόμισε κάποια στιγμή ότι άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του βεβιασμένους μέσα στην εκκωφαντική σιωπή, ενώ το χέρι του ακούμπησε ασυναίσθητα το πλήκτρο μ’ έναν ξαφνιασμένο τρόπο, ακούγοντας τη συγχορδία. Ήταν ανατριχιαστικό! Έτσι όπως  κοίταξε τη μπαλαρίνα να φωτίζεται διαγώνια από τις γρίλιες του παραθύρου με τις σκιάσεις του κισσού έξω από το κάγκελο του ψηλού μαντρότοιχου, έμοιαζε να είχε μια ζωντανή λάμψη το βλέμμα της.. Να ήταν ζωντανή και να είχε αίφνης παρακολουθήσει όλη τη σκηνή..! Τι παιχνίδια που κατασκευάζει το μυαλό.. Θα ήταν ίσως ο μάρτυρας που θα είχε ακούσει τη Μάργκο να προφέρει για μία πρώτη –ίσως και τελευταία φορά την αλήθεια. Την αλήθεια αυτή που τώρα έπρεπε να σκεφτεί τρόπους να διαχειριστεί βγαίνοντας από αυτό το δωμάτιο. Η Μάργκο είχε πει ανάμεσα σε αναφιλητά μ’ ένα τόσο σπαρακτικό τρόπο: «Εγώ τον οδήγησα να σκεφτεί την αυτοκτονία! Και κάποιος άλλος όπλισε το χέρι του! Είμαστε συνένοχοι Κάρλος!» Μα γιατί έπρεπε να νιώσει εκείνος τόσες ενοχές; Ποτέ του δεν είχε θελήσει να μπει ανάμεσα στον Άγγελο και τη Μάργκο. Ποτέ του, αν και τον έκαιγε μέσα του πάντα τούτη η ευτυχία, ποτέ του δεν επέτρεψε στον εαυτό του να παρασυρθεί, ούτε καν ένα λεπτό του χρόνου.. Ο Άγγελος δε ζούσε πια για να μπορέσει να του μιλήσει.. Οι σκέψεις σφυροκοπούσαν το κεφάλι του και ο τοίχος του δωματίου της μουσικής, έμοιαζε να έρχεται απειλητικός κατά πάνω του και να του πνίγει τον αέρα.. Όμως όχι! «Φεύγω από εδώ» μονολόγησε! «Θα πάρω μαζί μου Μάργκο τις ευθύνες μου για τις σκέψεις μου, μα όχι τις δικές σου για τις πράξεις σου!» Κι άνοιξε την πόρτα.
……………………………………………………………………….
Δυστυχώς η ιστορία Νο 19 που έγραψε η φίλη μας Τατιάνα Κ. από το blog  anemondixtia2.blogspot.gr δεν μπορεί να συμμετέχει στη βαθμολόγηση, γιατί εν αγνοία των όρων του παιχνιδιού, η Τατιάνα την ανάρτησε στο blog της πριν τη λήξη της προθεσμίας βαθμολόγησης. 

20. Το πέταγμα
«Απόψε τελικά αποφάσισα να πετάξω» έγραφε ο τοίχος που τους τελευταίους δύο μήνες είχε κάνει στέκι του ένας νεοάστεγος, ο Μανόλης.
Την νύχτα σκαρφάλωσε στα κάγκελα της γέφυρας άνοιξε τα χέρια του σαν αετός και πέταξε… το σώμα του προς τα κάτω και η ψυχή του προς τα αστέρια.
«Πέταγμα» το είπε ο Μανόλης, αυτοκτονία το είπαμε όλοι εμείς.
Βλέπεται τα χαμηλοπετάγματα κάποιων άλλων δεν του άφησαν άλλη επιλογή. Κάποιων που δημιούργησαν τις συνθήκες να συμβεί αυτό, κάνοντας μερικές «αυτοκτονίες» όχι στη ζωή τους, αλλά στη συνείδησή  τους.
Οι πολιτικοί πρώτοι και καλύτεροι «αυτοκτόνησαν» την συνείδησή τους. Πως αλλιώς θα υπέγραφαν τα φορομπηχτικά νομοσχέδια, πως αλλιώς θα μείωναν μισθούς και συντάξεις, πως αλλιώς θα έβαζαν τόσα χαράτσια, πως αλλιώς θα απέλυαν  σε μια νύχτα χιλιάδες ανθρώπους;
Κατάστημα μουσικών οργάνων είχε ο Μανόλης και όσο λόγω κρίσης δεν πάταγε άνθρωπος στο μαγαζί του, τόσο αυτός καρδιοχτυπούσε για τα χρέη που τον έπνιγαν και άφησε κατά μέρος την παλιά του συνήθεια να υποδέχεται τους πελάτες του παίζοντας  μουσική ακουμπώντας απαλά τα πλήκτρα του πιάνου. Ώσπου το έκλεισε αφήνοντας και κάμποσα ενοίκια απλήρωτα.
Κάπως έτσι έχασε την δουλειά του  ο Μανόλης.
Έπειτα οι τραπεζίτες που σε συνεργασία με κάποια κυκλώματα δικηγόρων και άλλων διαπλεκόμενων   έριξαν μια «αυτοκτονία» στη εντιμότητά τους. Αλλιώς πως θα σου έβγαζαν το σπίτι σου, αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ σε πλειστηριασμό για χρέος τριών και πέντε χιλιάδων ευρώ;
Κάπως έτσι έχασε το σπίτι του και ο Μανόλης.
Οι γιατροί; Μερικοί από αυτούς δεν έριξαν μια «αυτοκτονία» το νόμο του Ιπποκράτη; Πως αλλιώς θα μπορούσαν να παίρνουν τις μίζες από τις φαρμακοβιομηχανίες με το ένα χέρι και το φακελάκι από όλους εμάς με το άλλο;
Κάπως έτσι έχασε ο Μανόλης την μοναχοκόρη του.   Επειδή δεν κατάφερε να μαζέψει τα χρήματα για το φακελάκι εγκαίρως, προκειμένου να την εγχειρήσουν.
«Πέτα ψηλά κορούλα μου» της έλεγε κάθε φορά που παρακολουθούσε τις παραστάσεις της και θαύμαζε τα αέρινα πετάγματά της, μέσα στην όμορφη στολή της μπαλαρίνας.
Έτσι με θολωμένο το μυαλό αποφάσισε και κείνος το μοιραίο «πέταγμα»… για να την συναντήσει.

21. Μαρίνα
    Αυτή είναι η Μαρίνα. Σαράντα οκτώ ετών, κόρη και αδερφή. Έχει υπέροχα ξανθά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Όμορφο, στρογγυλό πρόσωπο που εκπέμπει καλοσύνη με το πρώτο βλέμμα που θα του ρίξεις, και καλοσχηματισμένα χείλη, μόνιμα κολλημένα σ’ ένα χαμόγελο.
    Η Μαρίνα μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια. Η πρώτη από τις δύο κόρες και η πιο υπάκουη. Έξυπνη πολύ από μικρή, δεν έλεγε σε κανέναν όχι και δεν χαλούσε κανενός το χατίρι. Οι γονείς της τη μεγάλωσαν με γαλλικά, πιάνο και μαθήματα μπαλέτου. Της άρεσε μικρή, να στριφογυρνά και να προσπαθεί να τελειοποιήσει τα άλματα και τις φιγούρες της ως μπαλαρίνα, αλλά το μεγάλο της πάθος ήταν το πιάνο.
   Το μαύρο, εβένινο πιάνο του σαλονιού πάντα είχε πάνω της μια περίεργη επίδραση. Τα πλήκτρα του την τραβούσαν με ένα τρόπο μαγικό και ανεξήγητο. Μόνη της ζήτησε να πάρει μαθήματα πιάνου πριν καν της πούνε κάτι οι δικοί της. Η αλήθεια είναι πως αποδείχθηκε μεγάλο ταλέντο. Τα δάχτυλά της έτρεχαν και χάιδευαν τα πλήκτρα κι εκείνα με τη σειρά τους, υπάκουαν πρόθυμα σε κάθε προσταγή τους. Τα εξουσίαζε με τρόπο απερίγραπτο, όλοι είχαν να το λένε.
   Σαν έφηβη ήταν ήσυχη. Άριστη μαθήτρια και επιμελής σε όλες της τις υποχρεώσεις. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε μπροστά στο πιάνο, κάνοντας πρόβες και γράφοντας μόνη της, τις δικές της μελωδίες. Βλέπετε, όνειρό της, είναι να δημιουργεί μουσική. Μουσική που να αγγίξει την ψυχή και την καρδιά πολλών ανθρώπων. Δεν θέλει οι μελωδίες της να περιορίζονται στους τοίχους του δικού της σπιτιού.
   Τελειώνοντας το σχολείο, πήγε φοιτήτρια στη νομική. Ως υπάκουη κόρη, άκουσε τις προσταγές των γονιών της. Η μουσική και το πιάνο δεν έχουν μέλλον. Η τρέλα του πιάνου έπρεπε να σταματήσει κάποια στιγμή. Κάγκελα υψώθηκαν στην καρδιά της και φυλακίσανε το όνειρό της και τα δικά της θέλω. Προτεραιότητα είχαν πάντα οι άλλοι. Το πιάνο δεν το ξέχασε, αλλά τώρα πια τα πλήκτρα δεν αναγνωρίζανε το άγγιγμά της.
  Και φθάσαμε στο σήμερα. Το καθήκον προς τους γονείς της τελείωσε με τον χαμό τους. Δύο μέρες πριν. Ξαναγύρισε στο όνειρό της, στον παλιό της φίλο, ανακαλύπτοντας με τρόμο πως πια δεν ήταν φίλος της. Το άγγιγμά της δεν έλεγε τίποτα πια στα πλήκτρα του.
   Η Μαρίνα. Με τα ξανθά της μαλλιά, λουσμένη και ντυμένη στα κόκκινα. Η γλυκιά, υπάκουη δικηγόρος να χαμογελά μακάρια πάνω στο πιάνο της. «Αυτοκτονία» θα γράψουν οι εφημερίδες, αλλά δεν ξέρουν. Απελευθέρωση ψυχής και ονείρων θα έπρεπε να γράφουν.

22.O χορός του ονείρου
Το όνειρο μου από  παιδί ήταν και είναι ο χορός …. Ήθελα πάντα να χορεύω !!!
Μοναχοπαίδι δυστυχώς, μεγάλωσα με τρυφεράδα και ζεστασιά με τους γονείς μου Η μητέρα μου, είχε μεγαλώσει σε ένα  στενόμυαλο συντηρητικό περιβάλλον,   στρατιωτικών της σχολής Ευελπίδων  γενιά προς γενιά. Μια ιστορία διαδοχής από πατέρα σε γιό  που σταμάτησε άδοξα με την αυτοκτονία του αδελφού της, όταν εκείνη ήταν έφηβη. Η γιαγιά μου, δάκρυζε θυμάμαι σαν κοίταζε το πορτρέτο του στη σάλα, κάποτε έμαθα πως ήταν φύση καλλιτεχνική και δεν άντεξε την πίεση.
 Και υστέρα η μητέρα μου στάθηκε τυχερή, γνώρισε σε ένα χορό το πατέρα μου που μόλις είχε γυρίσει από  τις σπουδές του στη  Γαλλία  και χόρευε υπέροχο βαλς. Μαγεύτηκε από  το δυτικό του αέρα,  την  αγάπη του για διάλογο σε αντίθεση με τον αυταρχικό της  πατέρα και το ισοπεδωτικό περιβάλλον που είχε μεγαλώσει  και ένοιωσε πως μέσα από αυτή τη σχέση θα έβρισκε τον εαυτό της.
Το σπίτι που μεγάλωσα, το σχεδίασε και το έκτισε ο πατέρας μου με στρογγυλούς τοίχους  και προσανατολισμό τέτοιο ώστε να δέχεται τον ήλιο το χειμώνα και να είναι σκιερό το καλοκαίρι. Σήκωσε φράκτη με  σιδερένια περίτεχνα κάγκελα,   ένα γύρω στο κτήμα για να προστατέψει τους κήπους, τα δέντρα και τα φυτά που τόσο αγάπαγε η μάνα μου και τα καλοκαίρια απολάμβαναν μαζί το απογευματινό καφέ τους με το γλυκό του κουταλιού, στη μπροστινή  βεράντα  αγναντεύοντας την θάλασσα.
Η μάνα μου,  με γαλούχησε να αγαπήσω πολύ  την Ελλάδα και τη μουσική. Όνειρο της να αποκτήσω  μουσική παιδεία Πολύ νωρίς μου έφερε δασκάλα να μάθω πιάνο. Αξέχαστη θα μου μείνει η προσπάθεια να συντονίσω τα δυο μου χέρια στα κοκάλινα πλήκτρα του πιάνου. 
 Η μουσική με συγκινούσε και με συγκινεί βαθύτατα, όσο και ο χορός.  Η σχέση χορού και μουσικής, ένας ευτυχισμένος γάμος, μια σχέση απόλυτη και καθαρή γεμάτη  δέος, ενθουσιασμό και απογοήτευση μερικές φορές. Μια ανάγκη στενά δεμένη με την αναπνοή και με το είναι σου ολόκληρο να κινηθείς μουσικά.
 Στην αρχή  λοιπόν έλεγα απλά πως θέλω να γίνω μπαλαρίνα, καθώς πέρναγε ο καιρός και δούλευα το σώμα και την κίνηση μου, απελευθερωνόμουνα, αποκτούσα φτερά, ένοιωθα να ξυπνά μέσα μου η ίδια η Φύση. Κοίταξε, όταν πιστεύεις κάτι βαθιά, θέλεις με κάθε τρόπο να το φθάσεις έστω και αν είναι εις βάρος της υγείας σου, της οικογενείας σου, των ερώτων σου, των πάντων. Και εγώ θυσίασα τα πάντα για το χορό  κι  βρήκα τη  λύτρωση  στη ζωή μου.
 Ζήσε και εσύ το δικό σου όνειρο, χάρισε του πνοή, είναι απλά η  τέχνη  της πίστης που  εξερευνά τα όρια της ψυχής, μην το ξεχνάς !!!!



3 σχόλια:

  1. Υπέροχες όλες οι ιστορίες.Θα δυσκολευτώ να ψηφίσω.Πάντως συγχαρητήρια για την ιδέα σου και για όλες τις συμμετέχουσες που έβαλαν την ψυχή τους, στις ιστορίες τους.Καλή συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος5:04 μ.μ.

    Από την πρώτη στιγμή που τις διάβασα, ξεχώρισα έξι, που μίλησαν το ίδιο δυνατά στην ψυχή μου. Όλη τη βδομάδα, μάταια παιδεύομαι να ξεχωρίσω τρεις. Μπρος στον κίνδυνο να μην προλάβω να ψηφίσω καμιά, δίνω τους 3 βαθμούς στην ιστορία 7 (Η ζωή και η αγάπη), τους 2 βαθμούς στην ιστορία 12 ( Success story) και τον 1 στην ιστορία 16 (Νυχτερινή χορογραφία).
    Οι άλλες τρεις, που ακόμα μετανιώνω που δεν ψήφισα, ήταν οι 2, 4, και 10.
    Και όλες οι άλλες, όμως, ήταν εξαιρετικές.
    Άννα Πάρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος5:13 μ.μ.

    Μια που σήμερα, σαν "Ανώνυμος Καταληψίας" κάνω κατάληψη στης Πέτρας, η οποία δεν μπορεί να ψηφίσει άμεσα διότι τα έπαιξε το Internet της, λαμβάνω την πρωτοβουλία να χρησθώ πληρεξούσιά της και να copypaste-άρω
    το μήνυμά της (Άννα Πάρος) :

    ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΦΛΩΡΑ: ΦΛΩΡΟΥΚΟ ΜΟΥ, ΕΧΩ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ!!! ΜΠΗΚΑ ΧΤΕΣ ΣΤΟ BLOG ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΡΟΜΑΞΑ ΝΑ ΒΓΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ ΝΑ ΨΗΦΙΣΩ! ΑΝ ΣΕ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΩ ΑΠΟ ΔΩ, ΤΙ ΛΕΣ;;; ΓΙΝΕΤΑΙ;;; ΠΛΙΙΙΙΙΙΙΖ!!! ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩ ΤΗ ΦΛΩΡΑ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΠΟΥ ΛΗΓΕΙ ΣΗΜΕΡΑ, 26/7/2013: 3 ΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 12 2 ΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 11 1 ΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 4 ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΦΛΩΡΟΥΚΟ ΜΟΥ, ΚΑΝΕ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ/ΕΠΙΚΟΛΛΗΣΗ. ΚΡΙΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕΙ ΕΠΕΙΔΗ ΚΟΛΛΗΣΕ Η ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ!! ΣΕ ΦΙΛΩ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΑΠΑΝΤΗΣΗ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή