Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών του 11ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 9 ΕΩΣ 18

9.Ο θόλος

Το είδα εγώ στον ύπνο μου! Το κακό έπεται… Ήμουν λέει στο σπίτι μου (διαμέρισμα τρίτου και τελευταίου ορόφου), όταν άρχισε να φαίνεται απειλητικά στον ορίζοντα κόκκινο νέφος από την αφρικανική σκόνη. Σήμανε αμέσως συναγερμός. Ένας γιγάντιος θόλος άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά από πολύ ψηλά και υπό τους ήχους τους προειδοποιητικούς σιγά σιγά έκλεινε προς τα κάτω περικλείοντας στη διάμετρό του αρκετά τετραγωνικά χιλιόμετρα της πόλης. Όσοι πρόλαβαν και ήταν εντός εμβέλειας θόλου, ήταν τυχεροί. Οι υπόλοιποι θα έτρωγαν στη μάπα τόνους από κοκκινόχωμα και τοξικές ουσίες θανατηφόρες.
Ο γιγάντιος θόλος έκλεισε. Εγώ στριφογύριζα στο στρώμα μου… Τα σπίτια σκοτείνιασαν και ακουγόταν παντού μια χαλαρωτική μελωδία ενώ σε μια τεράστια οθόνη έλεγαν τις ειδήσεις: «Κοινωνία ώρα μηδέν. Η καταστροφή στο απόγειό της. Ο θόλος σε όποιες χώρες εφαρμόστηκε πιλοτικά, θα δώσει την ευκαιρία σε χιλιάδες πολίτες να συνεχίσουν ανενόχλητοι τις δραστηριότητές τους. Μπορεί να μη δουν για αρκετό καιρό ακόμα το γαλάζιο του ουρανού, μπορεί να μη νιώσουν σύντομα τις ζεστές ακτίνες του ήλιου στο σώμα τους, αλλά θα έχουν κερδίσει το εισιτήριο για τη συνέχεια της ζωής τους. Οι ηλικιωμένοι μπορούν να μοιράζουν απερίσπαστοι την τράπουλα τους και να παίζουν κουμκάν ή 31… Οι νοικοκυρές μπορούν να εξακολουθούν το μαγείρεμά τους και τα παιδιά τις ψυχαγωγικές ασχολίες τους. Ο μύθος της χαμένης Ατλαντίδος καταρρίπτεται. Πλέον, κάτω από τους θόλους, υπάρχει πραγματικά μια ολόκληρη νησίδα πολιτισμού ενεργού κι έτοιμου να αναδυθεί υπό τις κατάλληλες συνθήκες!».
Και κάπου εκεί, ενώ χαμογελούσα στον ύπνο μου για αυτή την αίσια έκβαση των γεγονότων, ήρθε η ανατροπή! Οργισμένο κύμα πολιτών αποκλεισμένων από το σωτήριο θόλο, παρά την έλλειψη καθαρού αέρα και παρά τα τοξικά που εισέπνευσαν, είχαν το σθένος και το θράσος (θα έλεγαν κάποιοι) να ετοιμάσουν επίθεση προς το θόλο. Προσπαθούσαν να ανοίξουν μια τρύπα ή να σηκώσουν τις βαριές πόρτες με την ελπίδα να μπουν και αυτοί μέσα… ή με την εκδικητική σκέψη να πεθάνουν όλοι μαζί, εντός και εκτός θόλου.
Η κατάσταση ήταν φοβερά στρεσογόνος. Οι πολίτες εντός θόλου προς στιγμήν ανησύχησαν. Ο θόλος τελικά δεν ήταν εύκολο να παραβιαστεί γιατί είχε κατασκευαστεί από υλικό της NASA. Κάποιοι ένιωσαν ενοχές για αυτό, ενώ άλλοι λιγότεροι λυπήθηκαν ειλικρινά για τους άτυχους εκτός… Μέχρι αργά εκείνο το βράδυ πάντως όλοι οι εντός είχαν αποκοιμηθεί ανακουφισμένοι…
Εγώ όμως ξύπνησα πριν προλάβω να δω τις συνέπειες της κόκκινης τοξικής ομίχλης στον εκτός θόλου κόσμο…
Μωρέ, λέτε να μας ψεκάζουν και για αυτό να είδα τέτοιο όνειρο επιστημονικής φαντασίας;!!!

10.Το Μέτρημα…

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα  Πρωτομαγιάς..Το κοριτσάκι  ήταν πολύ κουρασμένο...Τα βλέφαρα της έκλειναν κάθε τόσο και η κίνηση του αυτοκινήτου την νανούριζε γλυκά..Προσπαθούσε να μείνει όμως ξύπνια..μετρώντας τα μεγάλα φανάρια που φώτιζαν πορτοκαλιά την άσφαλτο...Ένα... Δύο… Τρία.. Προσπαθούσε να υπολογίσει την απόσταση που είχαν μεταξύ τους..Ήθελε να ρωτήσει τον μπαμπά της που οδηγούσε.. Εκείνος τα ήξερε όλα... Δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία… Αλλά δεν ήθελε και  να τον ενοχλήσει… Η μαμά της καθόταν  στο μπροστινό κάθισμα… έχοντας  χαμηλώσει τη θέση για να είναι πιο άνετα…  Και κοιτούσε ήρεμα έξω από το παράθυρο… Στα αριστερά της βρισκόταν ο αδερφός της… 4 χρόνια μεγαλύτερος… Δεν έχανε την ευκαιρία να την πειράζει… αλλά βλέποντας πως εκείνη δεν είχε και πολύ όρεξη για παιχνίδι αφοσιώθηκε στο ηλεκτρονικό του... Το κοριτσάκι ήταν 8 χρονών ... Για την ακρίβεια… Θα γινόταν 8 στις τρεις του μηνός… Κάθε τόσο έχανε το μέτρημα με τα φανάρια...Όμως δεν είχε και πολύ σημασία… Γιατί κατάφερε να μετρήσει τα λουλούδια στον κήπο του θείου της… Κατάφερε να μετρήσει τα χαρτιά από την πλαστική τράπουλα... Κατάφερε να μετρήσει τα φιλάκια που έδινε τρυφερά στον μπαμπά της… Κατάφερε να μετρήσει πόσα σκαλοπάτια οδηγούσαν σε εκείνη την γκρι  μισοφτιαγμένη πισίνα… Και κατάφερε να μετρήσει πόσα άτομα τελικά συγκεντρώθηκαν σε αυτήν την οικογενειακή συνάντηση… Μία μικρή κοινωνία αγάπης... Ναι… Πέρασε τόσο όμορφα… και ο μήνας μπήκε ανοιξιάτικος… και αισιόδοξος... Αλλά οι δυνάμεις της έδωσαν και την τελευταία τους πνοή... Λίγο πριν αποκοιμηθεί… μάζεψε τα πόδια της πάνω στο κάθισμα..έβαλε την ζώνη κάτω από την μασχάλη της..για να μην την ενοχλεί στο λαιμό..και το κεφαλάκι της απαλά ακούμπησε στην πόρτα... ονειρευόμενη πως ακόμα χόρευε στο πράσινο γρασίδι... σαν μια νεράιδα ενός μύθου..
Δεν θυμάται πως ξύπνησε ακριβώς… Με τις άκρες των ποδιών της ένοιωθε την τραχιά αίσθηση από το χαλάκι του αυτοκινήτου μαζί όμως με κάποιο υγρό που κολλούσε… και σπασμένα γυαλιά...Όλα ήταν σκοτεινά… Δεν ήξερε αν ακόμα τα μάτια της ήταν κλειστά ή απλά δεν μπορούσε να δει…  Άκουγε ομιλίες… σίδερα να χτυπούν... και σειρήνες να ουρλιάζουν... Νόμιζε πως ονειρευόταν… Το δεξί της χέρι ήταν μουδιασμένο… και το κεφάλι της άρχιζε να στριφογυρίζει... Ακόμα δεν μπορούσε να δει… Μόνο να αισθάνεται ... Προσπάθησε να σηκωθεί ... αλλά τα πόδια της δεν ανταποκρίθηκαν… Όταν ένα χέρι πολύ απαλά την άγγιξε στο σώμα εκείνη είπε ξεψυχισμένα.... «όχι. εγώ είμαι καλά… τους άλλους να κοιτάξετε...»Ένας άντρας της απάντησε για να την ενθαρρύνει... «Μην ανησυχείς… Όλα θα πάνε καλά…»
Εκείνη άκουσε τον δισταγμό στην φωνή του… λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις της...
«Τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Χαλκιδικής… Μετά από σύγκρουση και ανατροπή των αυτοκινήτων τους τετραμελής οικογένεια τραυματίστηκε σοβαρά όταν μεθυσμένος οδηγός έπεσε μετωπικά πάνω τους...»
Μέσα στο ασθενοφόρο… το κοριτσάκι τώρα μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της... ένα… δύο… τρία...
Το μόνο που ήθελε..ήταν να μην χάσει το μέτρημα…

11.Ο μύθος της αγάπης

      Χοντρές στάλες βροχής έπεφταν με δύναμη στα ξύλινα παντζούρια και ο αέρας σφύριζε δυνατά. Θαρρείς και η ίδια η φύση είχε θυμώσει μαζί της, για την αναποφασιστικότητα της. 
     Τράβηξε τις  βυσσινί κουρτίνες  και κάθισε στο βελούδινο καναπέ. Βούλιαξε μέσα του, λες και ήθελε να κρυφτεί.  Άναψε τσιγάρο και έμεινε να κοιτάζει την βαλίτσα της,  που είχε ακουμπισμένη  μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος της. 
     Πως θα μπορούσε να αντιδράσει μετά από 15 χρόνια γάμου; Τι θύελλα θα ξεσήκωνε  η φυγή της;  Θα προκαλούσε την οργή όλων! Του άντρα της, του πατέρα της ακόμα και της ίδιας της μάνας της. Αλλά η αξιοπρέπεια της;  τα όνειρά της;  Θα μπορούσε άραγε να τα αποχωριστεί; 
     Κοίταξε το ξύλινο ρολόι πάνω στο τζάκι. Είχε ακόμα δυο ώρες  στη διάθεσή της.  Ήταν  η τελευταία της ευκαιρία.  Μια ευκαιρία που δεν ήξερε αν είχε τη δύναμη να την αδράξει .
     Σηκώθηκε και με βαριά βήματα πήγε στο μπουφέ. Τράβηξε το συρτάρι και αναζήτησε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες που για χρόνια κρατούσε σαν πολύτιμο θησαυρό.  Άρχισε να το ξεφυλλίζει.
     Είδε τον εαυτό της νεαρή κοπέλα. Η ανεμελιά ζωγραφισμένη στα γαλανά μάτια της. Ήταν τότε που έψαχνε να γνωρίσει το μύθο της αγάπης. Μιας αγάπης όπως την ονειρευόταν: δυνατή, ανιδιοτελή και χωρίς όρια…
     Είδε τον εαυτό της νύφη. Η απελπισία ζωγραφισμένη στα γαλανά μάτια της. Ο γάμος της: μια οικονομική συμφωνία που ‘’έκλεισε’’ ο πατέρας της γι’ αυτήν. 
     Θα μπορούσε να είχε αντιδράσει τότε. Να ύψωνε το ανάστημα της και να διεκδικούσε τα όνειρά  της. Μα, στην κλειστή κοινωνία που ζούσε, ο λόγος του αρχηγού της οικογένειας ήταν Νόμος και τα σχέδια του δεν χωρούσαν καμία ανατροπή.
     Είδε τον εαυτό της σύζυγο. Η θλίψη ζωγραφισμένη στα γαλανά της μάτια. Στερημένη από τρυφερότητα, από  αγάπη.  Ήταν δοσμένος σώμα και ψυχή σε άλλη γυναίκα. Η τράπουλα ήταν η  μεγάλη του ερωμένη.  Με αυτήν  ξενυχτούσε τα βράδια, γι’ αυτήν έχασε όλη την περιουσία τους  μαζί και τον εαυτό του…
       Έσβησε με δύναμη το τσιγάρο στο τασάκι. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στο τζάκι.  Σήκωσε τη βαλίτσα και άνοιξε την πόρτα. Ο αέρας της πάγωσε το πρόσωπο. Έκανε ένα διστακτικό βήμα, ύστερα δεύτερο,  μετά κι άλλα.. άρχισε να τρέχει.
      Είδε τον εαυτό της μέσα στο τρένο. Η προσμονή ζωγραφισμένη στα γαλανά της μάτια. Δεν ήξερε που πάει, αλλά ήξερε τι ήθελε να συναντήσει. Το μύθο της αγάπης. Μιας αγάπης όπως την ονειρευόταν: δυνατή, ανιδιοτελή και χωρίς όρια…

12.Σημαδεμένη τράπουλα

Σημαδεμένη τράπουλα, μοιράζει η κοινωνία
με τους ρηγάδες την ισχύ, να έχουνε σ΄  αφθονία.
αυτοί αποφασίζουνε, με τη δική τους κρίση,
για τις ζωές όλων αυτών, που σαν νερό στη βρύση,
χύνεται κι αναλώνεται ή ανέξοδα πουλιέται
κι οι ντάμες κι οι βαλέδες τους  θωρούνε πως χαλιέται….
Σειρά τα τραπουλόχαρτα στρώνονται στο τραπέζι
και ο παίκτης χωρίς δισταγμό, με ψυχραιμία παίζει…
το κέρδος έχει στο μυαλό, τη νίκη σχεδιάζει,
η ένταση του παιχνιδιού, τρελά τον συναρπάζει!!!
Όλα μπορούνε να κριθούν, μόνο από ένα χαρτί
κι ενδέχεται  σε μια στιγμή, να γίνει ανατροπή,
γιατί μπορεί οι ισχυροί, μόνοι ν΄ αποφασίζουν,
όμως κι αυτοί τη μοίρα τους , μόνοι τους δεν ορίζουν.
Ο μύθος θέλει τα χαρτιά, πολλά να φανερώνουν,
σ΄ αυτούς που έχουνε χάρισμα και που αφιερώνουν,
την πίστη τους, τις σκέψεις τους , τις μέρες της ζωή τους,
σε υπηρεσία μυστική και  αέναη, της ψυχής τους.
Αυτοί που γνώση άγνωστη, έχουνε κατακτήσει,
και των χαρτιών τα άδηλα, έχουνε μελετήσει,
γνωρίζουν  πως τα παίγνια, έχουνε τη μαγεία,
να κάνουν τον ανάξιο,  άξιο γι΄ αρχηγία,
όμως αυτό είναι εφήμερο και δεν κρατά αιώνια,
βραχύς ο βίος των θνητών, λιώνει όπως τα χιόνια.
Αυτό ας μην το ξαστοχούν, οι έχοντες εξουσία,
γιατί είναι βραχυπρόθεσμη στον κόσμο η παρουσία
κι οι πράξεις όλων κρίνονται και ψέγονται τα λάθη,
οι ολέθριες οι συμφορές, της εξουσίας τα πάθη,
που ταλανίζουνε ζωές και τις ψυχές αθώων,
μοιραίων τραπουλόχαρτων κι αληθινών ηρώων ,
γεμάτη βία και σπαραγμό, η ανθρώπινη ιστορία,
που επαναλαμβάνεται,  σε κάθε ευκαιρία !!!

13.To λαχείο της ζωής.

Νέα Υόρκη , απόγευμα Τρίτης .Στον 33ο όροφο ενός ουρανοξύστη και εκείνος για πρώτη φορά στα τελευταία δώδεκα χρόνια , έστεκε όρθιος έξω από το παράθυρο , με το μισό του πόδι να αιωρείται έξω από το περβάζι και τα χέρια ανοιχτά με τις παλάμες να ακουμπούν τον τοίχο, προσπαθώντας να παραμείνει ακίνητος μερικές ακόμα στιγμές.
 Η ζωή του είχε φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο που αυτή του φάνταζε ως η μοναδική λύση. Οι περισσότεροι αυτόχειρες ωθούνται από την απόρριψη και την μοναξιά. Ο Ερρίκος δεν άνηκε σε αυτή την κατηγορία. Αν κάτι του είχε πάει τέλεια, αυτό ήταν ο έρωτας. Η παρατεταμένη αναμονή και η έλλειψη υπομονής θα έλεγε κάποιος ότι ευθύνονταν για αυτή την απόφαση.
   Νέα Σμύρνη, απόγευμα Τρίτης στο δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας σχεδόν 20 χρόνια πριν. Σε μια άλλη κοινωνία, γεμάτη ελπίδα και υποσχέσεις. Όταν είσαι νέος έχεις ανάγκη να πιστέψεις και ο Ερρίκος χωρίς να το πολυκαταλάβει είχε ανέβει δύο ορόφους παραπάνω στην κυρία Δήμητρα και εκείνη αρχικά του είχε πει τον καφέ. Δεν τα πολυπίστευε  όμως σε ποιον δεν αρέσει να κάνει όνειρα ακούγοντας ότι θα γίνει πλούσιος και διάσημος? ΄Οταν ανακάτεψε την τράπουλα του είπε πως θα γίνει και ευτυχισμένος και έτσι ο Ερρίκος έφυγε εκείνο το απόγευμα ευχαριστημένος και ικανοποιημένος.
Τα λόγια αυτά τα έκανε πιστεύω και έκτοτε χρόνο με το χρόνο περίμενε την ανατροπή που θα τον έβγαζε από την ρουτίνα και θα τον οδηγούσε στο πεπρωμένο του. Μεγάλωνε και σε κάθε ευκαιρία που παρουσιαζόταν νόμιζε ότι βρήκε το κλειδί που επιτέλους θα του ξεκλείδωνε τα πάντα. Λίγες μέρες πριν κλείνοντας τα σαράντα, φυσώντας το τελευταίο κεράκι που αντιστάθηκε, ένιωσε να σβήνει μαζί και η τελευταία του ελπίδα. Είχε αναλωθεί τόσα πολλά χρόνια πια σε μια αυταπάτη ψάχνοντας για εκείνη την ευκαιρία να δείξει ποιος είναι πραγματικά, τόσα πολλά που όλη αυτή η εικόνα είχε πλέον αγγίξει τα όρια του μύθου μέσα στο μυαλό και τις αντοχές του..Όταν το κατάλαβε απογοητεύτηκε και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
Ήταν περασμένες τέσσερις όταν το κασμιρένιο του κουστούμι άρχισε να ανεμίζει στον αέρα. Ένιωσε την βαρύτητα να τον νικά και αμέσως μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει πάλι προς τα πάνω. Πιο ανάλαφρα, πιο γαλήνια.
Πέταξε έξω από το γραφείο του, που έτσι άδειο έκανε τον ήχο του τηλεφώνου να φαντάζει εκκωφαντικός και για λίγο στάθηκε. Πλέον δεν τον ενδιέφερε, όμως ακούγοντας την φωνή της γυναίκας του αναστέναξε και μέσα από αυτόν τον αναστεναγμό έβγαλε και τα τελευταία βαρίδια και συνέχισε την ανηφορική του πορεία.
-Αγάπη μου άξιζε η υπομονή... κέρδισες το λαχείο.

14. Ένας μύθος ακόμα.

Τη λένε Δανάη. Ή έτσι συστήνεται τουλάχιστον μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο, καθώς σκύβει για τα διαδικαστικά. Στριμώχνεται λες κι είναι γκισέ ταμείου, μα εδώ δεν θα πληρώσει. Θα πληρωθεί, έτσι και κλείσει τη συμφωνία. Ερωτήσεις κοφτές. Απαντήσεις στον ίδιο τόνο. 
Το αλισβερίσι στέφεται με επιτυχία. Το αυτοκίνητο μαζί με τη Δανάη εξαφανίζεται στο επόμενο στενό.
"Αν κάνουμε γρήγορα ίσως προλάβω άλλον ένα" σκέφτεται η Δανάη που μετράει τα νυχτοκάματα στο κεφάλι της, για να ξεχάσει το ιδρωμένο σώμα που αγκομαχάει σαν πληγωμένο ζώο πάνω της!"
Τα ξημερώματα, στο υγρό της κενοτάφιο, θα μετρήσει τα λεφτά, θα τα φυλάξει με προσοχή και θα πέσει ξερή, σε ύπνο βαθύ. 
Έτσι είναι η ζωή της τα τελευταία τρία χρόνια. 
Δεν έχει περάσει τα είκοσι, μα το έντονο μακιγιάζ τη δείχνει πολύ μεγαλύτερη. Θα την πεις πουτάνα. Εύκολα. Μα δεν θα μάθεις ποτέ την ιστορία της. Ούτε θα στη πει. Δεν αναμασάει ιστορίες για την άτιμη την κοινωνία και τη σημαδεμένη της τράπουλα. Σιωπηλά υπομένει. Και περιμένει....
Θα ξυπνήσει το απόγευμα και θα φύγει βιαστικά. Με το ίδιο μακιγιάζ ξεχασμένο στο πρόσωπό της. Με ένα αρκούδο στο χέρι ψάχνει απεγνωσμένα για ταξί.
Κι εκεί, πέφτει πάνω της η Ντόρα. Μαλλί κομμωτηρίου, άψογο βάψιμο, όλα προσεγμένα. 
Θα προσέξει τη Δανάη, με τα μαυρισμένα από το μακιγιάζ μάτια, γιατί της "κλέβει" το ταξί! 
"Πουτάνα"! μουρμουράει από τα σφιγμένα της δόντια, η Ντόρα και βλαστημάει τη τύχη της καθώς θα παιδευτεί να βρει έπειτα ταξί.
Όταν καταφέρει και γυρίσει σπίτι, θα τηλεφωνηθεί με τη φίλη της. Θα μιλήσουν για το τι θα βάλουν απόψε, "Πάει η φούξια γόβα ρε με το καινούργιο μου φουστάνι;! Ναι; Ωραία!.... Β.Π.; Τέλεια..... Θα είναι κι ο Τζίμυ; Γουστάρω!" 
Το βράδυ θα κάνει θραύση μέσα στο κίτρινο μικροσκοπικό φουστανάκι της. Θα λικνιστεί άψογα για χάρη του Τζίμυ πάνω στη μπάρα. Και θα φύγει μαζί του μέσα στο υπέροχο κάμπριο ασημί εργαλείο του!
Θα νιώθει υπέροχα που γράπωσε την ευκαιρία από τα μαλλιά με τον φραγκάτο Τζίμυ, από τα βόρεια προάστια. "Επιτέλους! Ανατροπή στη γκαντεμιά μου". σκέφτεται! Και θα ξεχάσει αμέσως και τα νεύρα και την κοπέλα με το άθλιο ντύσιμο και το ξεφτισμένο μακιγιάζ.
Τη κοπέλα  που της έκλεψε το ταξί, με έναν αρκούδο στο χέρι. Τη Δανάη που δεν μιλάει. Μόνο υπομένει.
Δεν θα μάθει ποτέ τον προορισμό της. 
Δεν θα τη δει ποτέ να φτάνει στο Χατζηκυριάκειο. Δεν θα τη δει να παίρνει αγκαλιά το μικρό της αγγελούδι, να προσπαθεί να το χορτάσει, να  αναπληρώσει τις απουσίες. Δεν θα δει το δάκρυ που κυλάει καθώς μπαίνει ξανά στο ταξί για να γυρίσει πίσω στο σιωπηλό της μαρτύριο.
Και δεν θα μάθει ποτέ, ότι πουτάνα δεν είναι αυτή που πουλάει το κορμί της, για να πάρει πίσω το παιδί της!
Μύθος, από τους πολλούς που κυκλοφορούν για να κοιμάται ήσυχη η κάθε Ντόρα που ξεπουλάει τη ζωή της πάνω σε μπάρες και ξέφρενα ξενύχτια!

15.Συγνώμη για την αγανάκτηση αλλά έπρεπε!

Θέλω να γράψω ένα κείμενο με τις γνωστές λέξεις που βάλατε όλοι στο κείμενό σας.
Για να κερδίσω στο διαγωνισμό;
Δεν νομίζω.
Για να ξεαγανακτήσω, ούτε καν.
Δεν ξέρω.
Απλά έτσι μου έρχονται.
Τράπουλα στα χέρια όσων παίρνουν αποφάσεις οι ζωές μας, η ύπαρξή μας.
Η κοινωνία όλη φωνάζει βουβά, λούφαξε στην γωνιά της.
Ο μύθος της επανάστασης καταρρέει και απομακρύνεται όλο και πιο πολύ.
Η ανατροπή δεν θα έρθει ποτέ, μας έχει δοθεί ευκαιρία αλλά δεν την αρπάζουμε.
Κοιμηθήκαμε, φοβηθήκαμε, δεν θέλουμε γιατί έχουμε ακόμα, προφανώς.
Δεν ξέρω, δεν θα καταλάβω ποτέ αυτή τη χώρα και τους ανθρώπους της.
Οι λέξεις αυτές έχουν μέρες τώρα που με έχουν στοιχειώσει.
Τις βάλατε για να γράψουμε όμορφα κείμενα και εμένα μου έβγαλαν τον χειρότερό μου εαυτό.
Δεν ξέρω αν ήταν σκόπιμη η επιλογή αλλά εγώ κόλλησα.
΄Οσο έγραφα κάτι με αυτές, μου έρχονταν σκέψεις που δεν ήθελα, που ντρεπόμουν να τις γράψω.
Βαρέθηκα να ψάχνω την αιτία της βλακείας σε αυτή τη χώρα, με κούρασε.
Την δέχτηκα και την κατάπια και εγώ μαζί με τους άλλους.
Ποια είμαι εγώ που θα κάνω μόνη μου την διαφορά.
Ποια είμαι εγώ που θα κρίνω την χώρα, τους ανθρώπους.
Καμιά, αλλά δεν μπορώ άλλο κουράστηκα.
Κουράστηκα να σκύβω το κεφάλι, να τρώω ότι μου σερβίρουν.
Ποιος είναι αυτός που μου έδωσε αυτή την κληρονομιά και πρέπει να την ακολουθήσω πιστά και να την μάθω και στο παιδί μου.
Την τέχνη να σκύβεις το κεφάλι κάποιοι την έκαναν επάγγελμα.
Δεν το δέχομαι!
Αρνούμαι τώρα εδώ αρχίζοντας από τις λέξεις σας.
Θα επαναστατήσω μόνη μου θα κάνω την διαφορά, θα υποστηρίξω την κοπέλα που δουλεύει δίπλα μου γιατί έχει δίκιο και το αφεντικό μου έχει άδικο.
Θα βρίσω τον κάφρο απέναντι από το σπίτι μου, που εκμεταλλεύεται τον νοικάρη του και δεν του δίνει απόδειξη για το ενοίκιο, και τον βάζει να κάνει ένα σωρό δουλειές χωρίς να τον πληρώνει, θα αρπάξω από το αφτί τον γιατρό που τα παίρνει για να κάνει μια επέμβαση να σώσει έναν άνθρωπο.
Σε εσάς το λέω τους δημόσιους εκμεταλλευτές μας.
Κάνετε κακό στον εαυτό σας στην κοινωνία θα γυρίσει πίσω και θα σας χαστουκίσει.
Φτάνει η δική μου προσωπική επανάσταση;
Δεν ξέρω, αλλά εγώ θα προσπαθήσω και σας χαρίζω τις λέξεις σας, να τις δώσετε σε αυτούς που βρώμισαν την χώρα και τις ανθρώπινες ψυχές.
Να τους δώσουμε τις λέξεις να μας γράψουν αυτοί κάτι να γελάσουμε.
Τις θυμούνται, τις ξέρουν;
Θα γελάσουμε με τα κείμενά τους ή θα κλάψουμε ομαδικά;
Συγνώμη για την αγανάκτηση αλλά έπρεπε!

16. ΡΕ

Η Πολυξένη από καιρό τριβέλιζε το μυαλό της...
Να τα βροντήξει όλα κάτω.
Να κάνει την ανατροπή της!!!
Παντρεμένη από τα 16 της με τον Πολύδωρα....επιλογή των δικών της..ένα καλό προξενιό πλούσιος...καλός...θα ζούσε της είπαν σαν άνθρωπος.
Αλήθεια πως ζούνε  οι άνθρωποι; δεν ήξερε η Πολυξένη.
Και έμαθε....από την καλή και από την ανάποδη....
ΡΕ Πολυξένηηηηη!!!!! έτοιμο το φαγητό;......ΡΕ Πολυξένηηηη φέρε μου τις παντόφλες..... ΡΕ Πολυξενάκι... εδώ έμπαινε το ..κι...έλα να πλαγιάσουμε  και πήγαινε το Πολυξενάκι.. και πλάγιαζε...... όμως δεν πλάγιαζε και η ψυχή της μαζί.... εκείνη  ντρεπόταν που ήταν γυμνή από τρυφεράδα.
Και πάνω που πήγαινε να εκφράσει παράπονο η Πολυξένη να πέσουν όλοι πάνω της..τι θα πει ο κόσμος;; η κοινωνία;;
Τι σου λείπει ΡΕ Πολυξένη; στο παιχνίδι και οι δικοί της... το σπίτι σου το ‘χεις ο άντρας σου σε έχει στα πούπουλα... αχ!!! αυτά τα πούπουλα βαριά που ήταν...!!!
ασήκωτα παναθεμάτα... καμπούριαζαν την καρδιά της.. 
Και η τράπουλα της ζωής της σημαδεμένη  για να κερδίζουν οι άλλοι ποτέ εκείνη.. και το ήθελε τόσο..!!! να βάλει έστω και ενα τόσο μικρό κέρδος σε μια ακρούλα της ψυχής της..
Μια ευκαιρία γύρευε να τινάξει από πάνω της η ΡΕ.... Πολυξένη..την σκόνη που είχε κάτσει και είχε σκεπάσει   όλα  της τα όνειρα...τα άντεχε αλλά αυτό το ΡΕ.... όχι..!!!..
΄Ενα πρωί που η βραδινή βροχή είχε αφήσει την μυρωδιά της στο ποτισμένο χώμα....(αλήθεια δεν είχε προσέξει ποτέ αυτήν την μυρωδιά)..πήρε βαθιά ανάσα..... άνοιξε την πόρτα...και έριξε δυο φάσκελα στην ΡΕ Πολυξένη...
Από εδώ και στο εξής κανέναν δεν θα άφηνε να την πει... ΡΕ.....
Θα έφτιαχνε τον δικό της μύθο.... γεμάτο από αγγίγματα ψυχής.... 

17. Το χωριό των μύθων

Το ανηφορικό μονοπάτι χάνονταν εδώ κι εκεί, καθώς το έπνιγε η πυκνή βλάστηση. Ο ήλιος ανέβαινε όλο και ψηλότερα κι ένιωθα τις αχτίδες του σαν ένα ακόμα βάρος που έπρεπε να κουβαλάω.
Αυτό, που το προηγούμενο βράδυ, κάτω από το φως των κεριών, φάνταζε σαν ευκαιρία για περιπέτεια, είχε αρχίσει να γίνεται κουραστικό και βαρετό. Τώρα δεν βρισκόμασταν πια στη δροσερή βεράντα παίζοντας τράπουλα και τρώγοντας καρπούζι, αλλά ανεβαίναμε όλο και ψηλότερα στο βουνό, για να ανακαλύψουμε το χωριό των μύθων. Έτσι το είχαμε βαφτίσει από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας εδώ, μια και όλο γι’ αυτό ακούγαμε. Κάθε μύθος ήταν διαφορετικός, αλλά όλοι ήταν παράδοξοι και αρκετά μυστήριοι για να μας εξάψουν την περιέργεια. Η τοπική κοινωνία αναφέρονταν συχνά στα παράξενα γεγονότα που έκαναν το χωριό να ερημώσει.  Λίγο οι μύθοι, λίγο η δική μας αγάπη για κάθε τι παράξενο, έκαναν την ανατροπή στο καθημερινό μας πρόγραμμα. Δεν ξέρω αν τα δεκάδες θροΐσματα που ακούγονταν γύρω μας, ήταν αυτό που μου δημιουργούσε ταραχή, ή η ιδέα του ερειπωμένου χωριού.
Κι εκεί που περπατούσα μηχανικά και  ονειρευόμουν παραλίες και βουτιές σε κρύα νερά, κάποιος φώναξε δυνατά.
Είχαν αρχίσει να φαίνονται πια τα χαλάσματα του χωριού. Για μια στιγμή ο ήλιος με τύφλωσε κι εκεί που πριν λίγο είχε ερείπια, νόμισα πως είδα κανονικά σπίτια.
Μπαίνοντας στο χωριό, μια αλλόκοτη αίσθηση με συνεπήρε και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά που φοβήθηκα. Έβλεπα τους άλλους γύρω μου να γελάνε και να αστειεύονται και προσπάθησα να πνίξω το φόβο μου.
Σταμάτησα κάτω από ένα μπαλκόνι και μου φάνηκε πως διέκρινα τα γεράνια που κάποτε γέμιζαν τις γλάστρες του. Ένας δρόμος δίπλα στο σπίτι με τα γεράνια μου κέντρισε το ενδιαφέρον και χωρίς να το σκεφτώ τον ακολούθησα.
Οι φωνές των άλλων ακούγονταν όλο και πιο μακρινές και μου πέρασε από το μυαλό, πως ίσως τους κάνω να ανησυχήσουν.
Για κάποιο λόγο δε με ένοιαξε καθόλου και συνέχισα να προχωρώ καθώς γύρω μου τα σπίτια αποκτούσαν στέγες, παράθυρα, πόρτες, ζωή. Νόμιζα πως ήταν η φαντασία μου που οργίαζε, αλλά δε φοβόμουν πια. Ούτε ζεσταινόμουν όπως όταν ανεβαίναμε στο μονοπάτι.
Ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει πάνω μου, αλλά θα έλεγε κανείς πως δεν ήταν πια καλοκαίρι.
Κοιτούσα γύρω μου, καθώς μια αίσθηση γυρισμού πλημμύριζε το είναι μου. Άρχισα να καλημερίζω ανθρώπους που λίγο πριν δεν έβλεπα.
Διάβηκα την αυλόπορτα ενός μικρού σπιτιού  κι ένα κοριτσάκι έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά μου.
-Μαμά, ήρθαν πάλι οι άγνωστοι στο χωριό. Τους είδες;
-Τους είδα αγάπη μου. Πώς να της εξηγήσω πως πριν λίγο ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους; Πώς να εξηγήσω όλα όσα γίνονταν, από τη στιγμή που δεν τα καταλάβαινα ούτε εγώ;
-Έλειψες καιρό μαμά, μου παραπονέθηκε το παιδί. Όλοι έλεγαν πως δε θα ξαναγυρίσεις. Πως πέρασες σε άλλη ζωή.
Καθώς μπαίναμε στο σπίτι και η βαριά πόρτα έκλεινε πίσω μας, μια σκέψη πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου. «Κάποιοι θα με ψάχνουν πάλι».


18.Η  ώρα  της  μαμάς

Βρε, μικιο!  Σε στενοχώρησα; Έλα, εδώ! Να σε κάνω μια αγκαλίτσα. […] Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου.
Είναι  που αναρωτιέμαι, βρε πουλάκι μου… πώς τα καταφέρνεις να έχεις,  ένα σωρό απορίες, την ώρα εκείνη,   που η έρμη η μανούλα θέλει να γράψει το κείμενό της; […]
Ναι! Πάλι  το γράφει η μαμά το κείμενό της!  Είναι  η δουλειά της μαμάς! Έτσι, καμάρι μου;
Το λοιπόν, τι απασχολεί τώρα το μυαλουδάκι σου;  […] 
Θα προσπαθήσω να στο πω, όσο πιο απλά μπορώ.
Ο «Μύθος» -  στην ουσία - είναι μια  πολύ καλή ιστορία!
Τόσο απλή που εύκολα να τη θυμάται κάποιος και τόσο συναρπαστική που να θέλει να τη διηγηθεί σ’ όλον τον κόσμο. Τη λέω, ας πούμε, εγώ; Τηνε λέω ετσά. Τη λες εσύ; Βάζεις ό,τι θες, εσύ, μέσα. Κι έτσι κανείς δε μπορεί να ξέρει  αν είναι ψέματα ή αλήθεια.  […] Κατάλαβες;
Τι άλλο, τώρα; […] Η  λέξη «Ευκαιρία», χμ… Είναι μια στιγμούλα στο χρόνο, που, μακάρι, να τη δεις και να μην την προσπεράσεις, γιατί τότε είναι που πάνε όλα καλά, και επιτέλους! μπορεί να πραγματοποιηθεί μια σου επιθυμία. Κάτι που θέλεις πολύ!
Ποια άλλη μου είπες;  Α μάλιστα, η «Ανατροπή»!
Το ‘χω!  Στα στρώματα κάνουμε τούμπες έτσι δεν είναι;  […]
Αυτό είναι η ανατροπή. Το αναποδογύρισμα, το τουμπάρισμα. Κι αν αυτό που γυρίσει, μείνει γυρισμένο, τότε έχουμε μια κάποια αλλαγή. Μμμ… Μάλλον δεν έγινα τόσο σαφής. Δύσκολη έννοια […]
Δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την «Τράπουλα»!
Κάπου έχουμε μια. […] Ορίστε. Ανοίγεις το κουτάκι. Έχει μέσα χαρτονάκια που τα λένε τραπουλόχαρτα. Από τη μια πλευρά είναι όλα ίδια, αλλά από την άλλη το καθένα είναι διαφορετικό. Έχουν ζωγραφισμένα πρόσωπα, και νούμερα.
Για να κάνουμε και εξάσκηση… Κάνε ανατροπή σε αυτό το χαρτί!  Ναι, γύρισέ το ανάποδα. Τι βλέπεις; Το ίδιο, ε;  Είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να φαίνεται και από τις δύο πλευρές η ίδια εικόνα. […] Τι τα κάνουμε αυτά; Κυρίως δύο πράγματα. Παίζουμε παιχνίδια με τους φίλους μας, ή προσπαθούμε να μαντέψουμε τι θα συμβεί σε λίγο καιρό, ανάλογα με τη σειρά που θα τα τοποθετήσουμε πάνω στο τραπέζι. Αυτά.
Επειδή πρέπει να συνεχίσω, υπάρχει κάτι άλλο; […] Πωπω! Δύσκολα μου βάζεις σήμερα, αγοράκι μου.
Η «Κοινωνία» είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους. Κάτι που κάνουν όλοι μαζί.  Ή κάτι που όλοι μαζί γνωρίζουν και συμφωνούν με αυτό. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. […]
Να ρωτήσω κάτι κι εγώ; Που στο καλό τις βρήκες όλες αυτές τις δύσκολες λέξεις;
[…] Πού; Στην εφημερίδα του μπαμπά;
Για να δω:
Εφημερίδα:
 ΚΟΙΝΩΝΙΑ…
 Τίτλος :
« ΜΥΘΟΣ   Η    ΕΥΚΑΙΡΙΑ   ΓΙΑ   ΑΝΑΤΡΟΠΗ.
Η  ΤΡΑΠΟΥΛΑ  ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΕ   ΗΔΗ»

Μάλιστα! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου