Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών του 10ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

ΙΣΤΟΡΙΕΣ 10 ΕΩΣ 19

10. Δυο άγνωστοι

Εκείνο το απόγευμα στη μεγάλη αυλή είχαν μαλώσει πολύ. Οι φωνές τους είχαν ακουστεί σε όλη τη γειτονιά. Εκείνος έφυγε θυμωμένος και εκείνη έμεινε να κλαίει. Έκτοτε αυτός δεν ξαναφάνηκε, δεν ξαναπέρασε από εκεί, ούτε της τηλεφώνησε. Εκείνη, κάθε βράδυ υπό το φως ενός κεριού, του έγραφε και ένα γράμμα. Τα δάκρυά της μούσκευαν το χαρτί και τελικά το διέλυαν, με αποτέλεσμα να μη στείλει ούτε ένα από όσα είχε γράψει.
Είχε περάσει καιρός. Πονούσε πολύ και δε θυμόταν πια ποιος έφταιγε. Ήταν διατεθειμένη όμως να αναλάβει μόνη της όλη την ευθύνη και να απολογηθεί όσες φορές χρειαζόταν, προκειμένου να τα ξεχάσουν όλα και να είναι ξανά μαζί όπως πρώτα. Εκείνο το βράδυ μπήκε στον πειρασμό να πάει να τον βρει. Δεν είχε εγωισμό πια. Ούτε αξιοπρέπεια. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Θα έτρεχε να του πει πως τον αγαπάει και πόσο όμορφα θα ήταν αν τα άφηναν όλα στο παρελθόν για να φτιάξουν μια νέα ευτυχισμένη ζωή οι δυο τους!
Βρέθηκε στη γειτονιά του και ήταν αισιόδοξη. Δεν είχε σκεφτεί τι θα του έλεγε, αλλά σίγουρα εκείνος θα τη συγχωρούσε, θα την αγκάλιαζε, θα τη φιλούσε! Στο σκοτάδι αναγνώρισε μία γνωστή φυσιογνωμία να πλησιάζει προς το μέρος της. Ήταν εκείνος. Εκείνος, αγκαλιά με μια άλλη. Πέρασε δίπλα της και την κοίταξε φευγαλέα, σκληρά, ψυχρά, και ξαναγύρισε να χαμογελάσει στη νέα του φίλη, καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι του.
Έμεινε για λίγο ακίνητη σαν άγαλμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έτρεξε σαν τρελή στο σταθμό, θα έπαιρνε όποιο τρένο έβρισκε και θα πήγαινε οπουδήποτε, κάπου μακριά για να μη θυμάται. Κάπου μακριά για να ξεχάσει το βλέμμα του. Όμως τι νόημα θα είχε; Όπου και να βρισκόταν, αυτή η ματιά του θα τη σκότωνε. Έτρεξε αυτή τη φορά στη γέφυρα του ποταμού. Κοίταξε για λίγο στον ορίζοντα. "Αντίο αγάπη μου", ψιθύρισε.
"Νεκρή βρέθηκε γυναίκα στις ακτές του ποταμού. Άγνωστες μέχρι στιγμής οι αιτίες", έγραψαν οι εφημερίδες.

11.To στραπάτσο

Μετά το χωρισμό στο μπαρ είχα καταλήξει
κι είπα να αφήσω το ποτό τον πόνο μου να πνίξει.
Ξάφνου μία φωνή ζεστή τη μοναξιά μου σπάει
κι αρχίζει μέσα στην καρδιά ταμπούρλο να χτυπάει
-Συγνώμη, γνωριζόμαστε, ωραία μου κυρία;
Μόλις σας είδα σκέφτηκα ‘γνωστή φυσιογνωμία’.
Τα έχασα, δε μίλησα, δεν έβγαλα μιλιά.
Τι μάτια, τι χαμόγελο και τι κορμοστασιά!
Χαλάλι στην ατάκα που ήταν ξενερουά,
είχα χαθεί στο βλέμμα του το σκούρο μπλε ρουά.
-Μπορώ να κάτσω δίπλα σας, να κεράσω ποτάκι;
-Μα φυσικά, μη στέκεστε, ένα λευκό κρασάκι.
Λίγο ποτό, λίγο χορό, βρεθήκαμε αγκαλιά
και ήδη στον ορίζοντα εγώ έβλεπα παιδιά
με μάτια μπλε και όμορφα ξανθά μαλλιά με μπούκλες,
όπως των παιδικών μου αναμνήσεων οι κούκλες.
Έσκυψε και ακούμπησε στα χείλη μου φιλί
κι ένιωσα το κορμάκι μου να λιώνει σαν κερί.
Ευθύς στην άκρη άφησα κάθε ενδοιασμό
και να ενδώσω τόλμησα κι εγώ στον πειρασμό.
Για να μην τα πολυλογώ κι είμαι κουραστική,
σε οτέλ καταλήξαμε στην παραλιακή.
Κι ενώ έλεγα ότι είχα βρει τον έρωτα σταθμό,
ξύπνησα μόνη… πλήρωσα και το λογαριασμό!

12. Ο τελευταίος σταθμός

Κάπου σε ξέρω της είχε πει ένα απόγευμα Απρίλη. Η φυσιογνωμία σου μου είναι οικεία. Δεν είχε σημασία που δεν ήταν. Κάπως έπρεπε να σπάσει τον πάγο και να την πλησιάσει. Εκείνη του είχε χαμογελάσει με τον δικό της περίεργο τρόπο. Θεατρικό και διφορούμενο. Όμως του είχε χαμογελάσει. Σαν να του έλεγε « φίλε σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα , έχεις την ευκαιρία σου ». Εκείνος την άρπαξε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ήταν πια τέλη του επόμενου Απρίλη όταν την άφησε από την αγκαλιά του. Δυστυχώς όμως όχι και από τις σκέψεις του . Όσα τρένα και αν περάσουν είναι παράλογο να περιμένουμε να φύγει ο σταθμός και αλήθεια για εκείνον η Νεφέλη ήταν ακριβώς αυτό, ένας σταθμός. Μάλλον καλύτερα ένας προορισμός. Όμορφος και ταυτόχρονα επικίνδυνος μέσα στην μοναδικότητα του.
   Πέρασε καιρός αρκετός και ο πειρασμός τον επισκέφτηκε αρκετές φορές χωρίς ευτυχώς να τον κάνει να λυγίσει. Της το είχε υποσχεθεί άλλωστε και ήταν από εκείνους που κρατούν τις υποσχέσεις τους. Κάθε απόγευμα που άφηνε τη ματιά του να χαθεί στον ορίζοντα και παρατηρούσε τον Ήλιο να παραδίδεται και να βουλιάζει μέσα στη θάλασσα, ένα δάκρυ εξωτερίκευε την κατάσταση της ψυχής του. Ένα δάκρυ μικρό αλλά ικανό να προδώσει τα πάντα. Γι αυτό και κάθε απόγευμα καθόταν μόνος. Οι άτυχοι άνθρωποι γνωρίζουν την αγάπη πριν γνωρίσουν τον εαυτό τους .
  Έκτοτε πέρασαν πολλοί Απρίληδες και κάθε φορά την δέκατη μέρα εκείνος ευλαβικά πήγαινε στην εκκλησία και άναβε ένα κερί. Το τοποθετούσε  στο μανουάλι και για όση ώρα καιγόταν έστεκε εκεί και την έφερνε στο μυαλό του παίζοντας από την αρχή την κασέτα των δικών του αναμνήσεων. Με τα χρόνια είχαν λειανθεί τόσο που είχαν μείνει πια πέντα χαμόγελα και ένα σ’ αγαπώ καλοκαιρινό γεμάτο αλμύρα και πόθο. Περίεργος τόπος, ο τόπος των συναισθημάτων. Αφήνει ζωντανές αγάπες και συναισθήματα με μια άλλη λογική τόσο παράξενη.        
Ήταν Απρίλης σχεδόν έναν αιώνα μετά εκείνη την πρώτη τους συνάντηση όταν επιτέλους έσβησε το δικό του κερί. Ποτέ κανένας δεν θα καταλάβει αυτό το χαμόγελο στα χείλη. Ποτέ δεν θα μπορέσει να εξηγήσει σε κανέναν την ανακούφιση που ευγενικά του προσέφερε το τέλος. Το σημείωμα δίπλα στο κομοδίνο απλό και γραμμένο μόνο για εκείνη. «Νεφέλη μου. Αγάπησα πολύ και μ’ αγαπήσανε και μένα... Μα νιώθω φυλακή, χωρίς εσένα.»

13.Η εκδίκηση του πρώτου πειρασμού

Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε γνωστή. Εκείνο το χλωμό προφίλ του φεγγαριού, τα σκιώδη ματοτσίνορα, τα λεπτεπίλεπτα ρουθούνια που έκαναν τις σχεδόν αόρατες τριχούλες του ελαφρώς ανασηκωμένου πάνω χείλους της να θροΐζουν στο ρυθμό μιας θλιμμένης ανάσας… Καθόταν σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και διάβαζε μια παλιά έκδοση του «Τελευταίου Πειρασμού». Το τρένο θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή στο σταθμό κι εγώ πάσχιζα να θυμηθώ από πού την ήξερα, μήπως έτσι έβρισκα αφορμή για να της πιάσω την κουβέντα, προτού χαθεί για πάντα στο μουντό ορίζοντα της μεγαλούπολης, που μόλις είχε αρχίσει να φαίνεται από το παράθυρο.
Η μηχανή του συρμού άφησε τα τελευταία της αγκομαχητά πάνω στις ράγες και αρχίσαμε να επιβραδύνουμε, μέχρι που σταματήσαμε εντελώς, ακριβώς μπροστά από τον έρημο σταθμό. Μόνο εγώ κι εκείνη κατεβήκαμε. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ακόμη δυο ώρες καιρό μέχρι το ραντεβού μου. Έπρεπε να βρω κάτι για να σκοτώσω την ώρα μου. Και τότε, έγινε κάτι το απροσδόκητο. Ένα κύμα κρύου ιδρώτα, που βρομούσε «πρωτάρης», με έλουσε, καθώς η μυστηριώδης άγνωστη με κάρφωσε με το βλέμμα της. Ταράχτηκα, λες και ήμουν κανένα άπειρο παιδαρέλι, εγώ που είχα όποια γυναίκα ήθελα, όποτε την ήθελα, ακόμη και μετά από είκοσι χρόνια γάμου.
   Με τα σταχτιά μάτια της ακόμα επάνω μου, έκανε μια απότομη στροφή και χάθηκε πίσω από τα άδεια βαγόνια των εγκαταλελειμμένων τρένων. Ενστικτωδώς την ακολούθησα, τρέμοντας σύγκορμος από ένα μίγμα έξαψης και τρόμου. Δεν ήμουν σίγουρος τι έκανα και γιατί το έκανα, ήξερα μόνο ότι δεν είχα άλλη επιλογή, λες και το χέρι του Θεού με καθοδηγούσε στο κατόπι εκείνης της γυναίκας.
Με την άκρη του ματιού μου την είδα να σκαρφαλώνει σε ένα παλιό βαγόνι, με ευκινησία αίλουρου. Πλησίασα καταϊδρωμένος, προσπαθώντας να αφουγκραστώ. Ησυχία. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να σκεπάζει την παγωμένη πόλη κι εγώ ήμουν έτοιμος να μετανιώσω που άφησα το ένστικτό μου να με οδηγήσει. Κι όμως, μπήκα στο βαγόνι, και προσπάθησα να διακρίνω την παρουσία της μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Τίποτα.
Ξαφνικά, μια αδύναμη φλόγα, αιωρήθηκε μπροστά μου και πίσω της εμφανίστηκε αργά, η θολή εικόνα της άγνωστης, σαν φάντασμα. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα κερί, και στο άλλο, ένα μεταλλικό αντικείμενο που ήταν απειλητικά στραμμένο κατά πάνω μου. Ένα πιστόλι! Πάγωσα. Πριν προλάβω να αντιδράσω, με είχε πυροβολήσει κατάστηθα. Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου, θυμάμαι το χλωμό της πρόσωπο σκυμμένο από πάνω μου.
«Η γυναίκα σου στέλνει χαιρετίσματα», μου είπε ανέκφραστα και ένιωσα ένα ελαφρύ αντικείμενο να σκεπάζει το χτυπημένο στήθος μου, προτού τη δω να πηδάει έξω από το βαγόνι. Ήταν το βιβλίο που διάβαζε στο τρένο, «Ο Τελευταίος Πειρασμός».
Και την ώρα που η ψυχή μου, εγκατέλειπε βίαια το αμαρτωλό της δοχείο, θυμήθηκα.  Η πληρωμένη δολοφόνος μου, έμοιαζε καταπληκτικά με τη γυναίκα μου, είκοσι χρόνια πριν, όταν την πρωτογνώρισα και την ερωτεύτηκα. O πρώτος και ο τελευταίος  μου πειρασμός…
  
14.Για ένα Νυχτερινό Βαλς

Κοίτα καρδιά μου
Λαμπιόνια πολύχρωμα , τραπεζάκια απλωμένα πλάι στο κύμα,
γέλια, φωνές, τραγούδια κι είναι πειρασμός ετούτη η άναστρη νυχτιά,
σαν προσταγή να δίνει στην ψυχή να ξεχυθεί κι αυτή στους δρόμους .
Μα είν΄ ο αγέρας πνιγηρός …
κάθε γουλιά του πίκρα θανατερή , κόμπος στον λαιμό ,
σε μια θάλασσα από μελάσα και ιδρώτα το κορμί να κολυμπά
με αργές κινήσεις να βυθίζεται στο χάος κι αυτή  
η μεθυσμένη νύχτα να γιορτάζει την απουσία Του αγκαλιά
με ένα αποχαυνωμένο μισοφέγγαρο που αργά κατηφορίζει
στην άκρια του   ορίζοντα .
Τρεμοπαίζει η φλόγα του κεριού σε κάθε ανασαιμιά, στο θαμπό
γυαλί της λάμπας μια φυσιογνωμία γνώριμη κατακερματίζεται
για να δηλώσει πως αυτό το βράδυ και το επόμενο , στου χρόνου
τις ώρες  μόνο η μοναξιά έχει γιορτή στα δωμάτια της καρδιάς …
Καρδιά μου πόσο ακόμα θα πονάς ;
Τα θέλω σου υφαίνεις με του ήλιου τις χρυσοκλωστές στα υπόγεια
δωμάτια κλείνεις τον αόρατο αργαλειό σου κομποθιάζεις τους μήνες
που περνούν, τους σταθμούς της παρουσίας του μετράς και μετά
σε πνίγει πάλι  η σιωπή.
Λαμπιόνια και φωνές και γέλια, τραγούδια’
Σπάσε καρδιά μου τις πόρτες του σπιτιού, φόρα στα μαλλιά
της Βασίλισσας το στέμμα  και πέτα για μια αγκαλιά,
για ένα βαλς με πόδια γυμνά της αμμουδιάς το χρυσό χαλί
ν΄ ανακατώσεις .
Είναι πειρασμός η νύχτα ετούτη σου λέω !

15.Η στάση

Ο ορίζοντας απλώνονταν μπροστά μου προκαλώντας με.
Έτσι όπως βάφονταν στα χρυσαφένια χρώματα του δειλινού έκανε την ψυχή να ονειρεύεται ταξίδια, μα το μυαλό στήλωνε  τα πόδια του και δε δέχονταν να ξεμακρύνει ούτε σπιθαμή. Ήταν σαν να το έβλεπα να κρατάει έναν μακρύ κατάλογο, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη του, να φέρνει το χαρτί μπροστά του και να απαριθμεί με στόμφο ένα - ένα όλα εκείνα που έπρεπε να ξεκαθαρίσουν πριν αφεθεί στην επιθυμία της ψυχής. Είχε κι αυτό τα δίκια του.
Καθώς άφηνα τη θάλασσα πίσω μου, ο ήλιος έσβηνε μέσα της. Η νύχτα απλώθηκε γύρω μου κρύβοντας τα σχήματα και τα χρώματα, έτσι όπως τα τύλιγε στη σκοτεινιά της.
Τα βήματά μου με έφερναν όλο και πιο κοντά σε όλα όσα ήθελα να αφήσω πίσω και ο πειρασμός να προσπεράσω το σπίτι και να συνεχίσω να περπατάω μέχρι το τέλος του κόσμου φούντωνε μέσα μου.
Τελικά σταμάτησα στην πόρτα που δεν ήθελα να ανοίξω απόψε. Πέρασα το κατώφλι που δεν ήθελα να περάσω και μπήκα στο σκοτεινό σπίτι.
Άναψα ένα κερί ίσα - ίσα για να βλέπω γύρω μου κι έμεινα ακίνητη να κοιτάζω τη φλόγα που τρεμόπαιζε.
Το μυαλό είχε κρύψει και χαρτιά και καταλόγους και αρνιόνταν να κάνει την παραμικρή λογική σκέψη.
Η ψυχή ήταν αυτή που ούρλιαζε φύγε!!
Δεν έφυγα. Κάθισα στον καναπέ να τον περιμένω. Να εξηγηθούμε, να αναμετρηθούμε, να σφαχτούμε με τον άνθρωπο που νόμιζα σταθμό στη ζωή μου και που τελικά αποδείχτηκε μια στάση. Μια κακή στάση!
Κόσμος πολύς μπαινόβγαινε και ποδοπατούσε τα πάντα. Τα ψέμματα αιωρούνταν γύρω μου κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, έτσι όπως είχα βουλιάξει στο όνειρο.
-Σιγά τη φυσιογνωμία, σκέφτηκα ξαφνικά.
Και άρχισε να ξεφτάει το όνειρο. Να αποκτάει την πραγματική του διάσταση. Το μυαλό ξύπνησε κι άρχισε να ενώνει το παζλ. Όλα έμπαιναν στη θέση τους. Τα ψέμματα, τα παράλογα νεύρα, όλα μα όλα είχαν μια καλή εξήγηση.
Άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα και σήκωσα το βλέμμα να αντικρίσω εκείνον που δεν αγαπούσα πια. Ή μάλλον εκείνον που υποκρίνονταν πως ήταν αυτός που αγαπούσα.
Τον κοίταξα και τον ταίριαξα στις πραγματικές του διαστάσεις. Πόσο μικρός και τιποτένιος μπορεί να μοιάζει κάποιος που μέχρι πριν λίγο καιρό νόμιζες θεό όταν γκρεμοτσακίζεται από το βάθρο του.
Ούτε άξιος να κρατηθεί ψηλά δεν ήταν. Ένα σκουλήκι που δε σταμάτησε ποτέ να κάνει αυτό που η φύση του το προστάζει. Να σέρνεται και ταυτόχρονα να καμώνεται το σπουδαίο.
Να κουλουριάζεται καθώς ετοιμάζει το επόμενο ψέμμα και να ξετυλίγεται για να στο προσφέρει έτσι όπως το θες, σε συσκευασία δώρου.
Και τότε έγινε το θαύμα. Μυαλό και ψυχή ενώθηκαν πάλι και έδιωξαν με περιφρόνηση το σκουλήκι που επιχειρούσε χαμογελαστό ακόμα, μια και δεν ήξερε ότι τα είχα μάθει όλα, να με μολύνει με ένα ακόμα «αγάπη μου».
Το υποκριτικό βλέμμα, έντρομο τη στιγμή της συνειδητοποίησης, έγινε γρήγορα μοχθηρό φανερώνοντας την αλήθεια του. Κατάλαβε πως όλα είχαν τελειώσει. Αναδιπλώθηκε για να περάσει στην επίθεση.

16.Νίκος Παπάζογλου κόκκινα μαντήλια αρμενίζοντας... 

*Περιέχονται αποσπάσματα από τραγούδια του Νίκου, ως αφιέρωμα στη μνήμη του.
Αρμενιστή μου "πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου σε άρπαξε θαρρείς το Λεωφορείο".
Κόκκινα μαντήλια του καημού κρεμασμένα όνειρα σκοινιά στο λαιμό σου. Ούτε πνοή.
Ποτέ "Σύνεργα" σε τιμή ευκαιρίας. Ποτέ εκπτώσεις ούτε και δεκαήμερα προσφορών.
Γερό σκαρί με σύμμαχο την ταχύτητα ανέμου. "Φύσηξε Βαρδάρης" του κεριού σου τη φλόγα. Δεν την έσβησε. Τη δυνάμωσε. Τη σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Παντού. "Μέσω νεφών" ο "Αύγουστος" σα μια "τρελή κι αδέσποτη" "αχ! Ελλάδα" μου..
Φεύγουν τα τρένα και οι σταθμοί ποτίζουν σιωπηρά τις ράγες με αλμυρά δάκρυα. 
"Χαράτσι" ο πόνος... "Πάει καιρός που έφυγες. Ξέρω σου λεν' πως σ' έχω ξεχάσει" "κάτι στιγμές" που "ραγίζει η καρδιά σαν το μπαγλαμαδάκι" "εδώ στη ρωγμή του χρόνου"....
Λατρεμένε τροβαδούρε μου, μεταλλική χροιά των ερώτων μου, μπάντα της φλόγας μου..
"Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια" αφού εσύ με απαρνήθηκες. "Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν". Πόσο πολύ σ' αγάπησα Νικόλα! Πόσο έκλαψα εκείνο το βράδυ...
"Κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί" σε παρακαλούσα, αλλά εσύ δεν με άκουσες!
Ποτέ ξανά δεν θα υπάρξει άντρας που να το παραδέχτηκε, πως σαν ένας πειρασμός έγινε κεραυνός, εκείνος άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου κι άρχισε να τρέχει προς αντίθετη κατεύθυνση... Εσύ όμως το παραδέχτηκες δημόσια πως ποτέ δεν θα χρειαζόταν να έλεγες στον εαυτό σου "θα πάω! κι ας μου βγει και σε κακό"... Μπέσα το λένε ρε Νίκο! "Μα γιατί το τραγούδι να' ναι λυπητερό ", αφού μου θυμίζει εσένα. Και να 'ξερες μόνο... "Με 
το τραγούδι με το κρασί, σαν πέφτει το βραδάκι στο νου μου έρχεται η φυσιογνωμία σου, εκείνη η αγέρωχη και με χαρακώνει... Κόκκινα μαντήλια της φωτιάς θάμπωσαν το θάνατο... Σε μίσησε ο Χρόνος ο Άχρονος. Σε φοβήθηκε η Αιωνιότητα. Στερέψαν τα λόγια.
"Εγώ δεν είμαι ποιητής" Νικόλα, αλλά "έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι"....
"Έτσι ήτανε γραμμένα μέσα στ' άστρα τα σβησμένα" να φέγγεις σα να μη νύχτωσε ποτέ...

17.Σκιές

Η ιστορία επαναλαμβανόταν ίδια εδώ και δύο χρόνια. Ο ηλικιωμένος άντρας κάθε μέρα περιφερόταν στη μικρή πόλη και μόλις βράδιαζε κατευθυνόταν προς τον εγκαταλελειμμένο σταθμό σέρνοντας μαζί του ένα μεγάλο χαρτόκουτο και μια πλαστική σακούλα.
Το ίδιο έγινε και τούτη τη νύχτα που προβλεπόταν βροχερή, καθώς από το απόγευμα είχαν φανεί στον ορίζοντα βαριά μαύρα σύννεφα. Απόθεσε το χαρτόκουτο σε μια απόμερη γωνιά του σταθμού. Έστρωσε πάνω μια φθαρμένη κουβέρτα που έβγαλε από τη σακούλα και κάθισε. Έπειτα έβγαλε από την τσέπη του μια κορνίζα με την φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας. Την χάιδεψε, την φίλησε και την ακούμπησε σε ένα πεζούλι δίπλα του. Μετά άναψε ένα κερί και το τοποθέτησε δίπλα της. Έκανε και απόψε όπως κάθε βράδυ το καθιερωμένο μνημόσυνο. Κοιτούσε την φωτογραφία, της μιλούσε και μουρμούριζε κάτι σαν νανούρισμα. 
Η φυσιογνωμία του ήταν πλέον γνωστή στη μικρή πόλη. Δεν ζητιάνευε, αλλά επειδή όλοι ήξεραν το δράμα του όλο και κάτι τον φίλευαν.
Όταν τον είχαν πρωτοδεί στην πόλη τους ήταν ένας καλοντυμένος κύριος που είχε έρθει για να αναγνωρίσει το πτώμα μιας κοπέλας που είχε βρεθεί ένα κρύο βράδυ στο σταθμό πριν από δύο χρόνια με μια σύριγγα στο χέρι. Την αναγνώρισε, ήταν η μοναχοκόρη του.
Ζήτησε να του δείξουν το σημείο που την βρήκαν. Του έδειξαν...
Από τότε το μυαλό του σάλεψε, η καρδιά του ράγισε και έμεινε εκεί να της κρατάει συντροφιά...
Ο χαροκαμένος πατέρας είχε αποκοιμηθεί από ώρα,  όταν μπήκε στον σταθμό τρικλίζοντας ένας νεαρός άντρας για να προφυλαχτεί από τη βροχή.
Αμέσως είδε τον γέρο στη γωνιά... ίσως έχει χρήματα πάνω του, σκέφτηκε... Ο πειρασμός ήταν μεγάλος... τα χρειαζόταν αυτά τα χρήματα για την αυριανή δόση του.
Πλησίασε... σήκωσε το οπλισμένο  χέρι του για να χτυπήσει το γέρο και τότε το βλέμμα του έπεσε στη φωτογραφία δίπλα στο κερί που ήταν αναμμένο ακόμη.
Την αναγνώρισε... ήταν κάποτε το κορίτσι του που το είδε να σβήνει στην αγκαλιά του.
Η ματιά του ημέρεψε. Πήρε με τρεμάμενα χέρια την φωτογραφία και την φίλησε. Την ξανάβαλε στη θέση της και έφυγε τρέχοντας.
Τον κατάπιε η νύχτα...

18.Αέναο Ταξίδι

Έβλεπε για ώρες τον ορίζοντα, χωρίς να τον βλέπει.
Ο ήλιος κύλησε στον ουρανό, χαμήλωσε, κατέβηκε. Βάφτηκε η φύση κοραλλί, έπειτα μενεξεδιά. Σκιές άρχισαν να δημιουργούνται. Γνώριμες, ω, πόσο γνώριμες. Οι φίλες του της νύχτας.
Εκείνος έβλεπε τις στιγμές της ζωής του να περνούν, χωρίς να τις βλέπει, χωρίς να τις ζει. Ταξίδευε ξαπλωμένος απέναντι από ένα σπασμένο παράθυρο, στο κέντρο του ενός και μοναδικού τοίχου που είχε απομείνει όρθιος στο ερειπωμένο, βρώμικο κτίριο.
Κάποια στιγμή, το βλέμμα του ξεθόλωσε. Είδε πως δεν ήταν μόνος στο ερείπιο, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει ποιοι άλλοι ήταν μαζί του. Τα χαρακτηριστικά τους συγχέονταν και οι φυσιογνωμίες όλων του φαίνονταν ίδιες. Αγριωπές, βρώμικες, ταξιδιάρικες, ταλαιπωρημένες, γερασμένες. Παραιτημένες.
«Εφιάλτες» μουρμούρισε και κοίταξε πάλι έξω. «Σας βαρέθηκα».
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που αποφάσισε να δοκιμάσει. Ήταν μια απόφαση - σταθμός στη ζωή του, γιατί δε μπόρεσε να κάνει πίσω ποτέ, ποτέ δεν μπόρεσε πραγματικά να κατεβεί από τούτο το τρένο του παραλόγου, ποτέ δε μπόρεσε να εγκαταλείψει το καθημερινό του δρομολόγιο. Οι σταθμοί όπου το τρένο σταματούσε διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, κάθε μέρα, πάντα με την ίδια σειρά: Ανάγκη, Αναζήτηση, Τρέξιμο, Χαρά, Προσμονή, Απόλαυση, Ταξίδι… Γκρεμός, Πτώση και Πόνος. Και πάλι από την αρχή… και πάλι… και πάλι…
Προσπάθησε μια φορά να κατεβεί από το τρένο -  το είχε αποφασίσει να αντέξει. Κατέβηκε έπειτα από το Σταθμό της Ανάγκης… και βρέθηκε μόνος, χωρίς να ξέρει πού να πάει, χωρίς να ξέρει ποια θα μπορούσε να γίνει η εναλλακτική του διαδρομή. Κανείς δεν ήταν δίπλα του, κανείς δεν τον πήρε από το χέρι, κανείς δεν του έδειξε το δρόμο. Είχε εγκλωβιστεί σε ένα αέναο δρομολόγιο, αλλά δεν είχε καταλάβει πότε ακριβώς αυτό συνέβη.
 Έψαξε, προσπάθησε να βρει διέξοδο. Και περπατώντας, βρέθηκε μπροστά στην αποβάθρα του σταθμού της Αναζήτησης. Κατάλαβε πως είχε κάνει το πρώτο βήμα, και παίρνοντας κουράγιο, την προσπέρασε. Περπάτησε ώρες, χωρίς να βρει άλλο σταθμό, μα ούτε και μια οδό διαφυγής. Κι όταν πια είχε απελπιστεί, βρέθηκε μπροστά στο Σταθμό του Πόνου. 
Τι πόνος. Ακόμη τον θυμόταν. Έκλαιγε, δεν όριζε το σώμα του. Καιγόταν, τρελαινόταν και προσπαθούσε να αντέξει. Πόσο; Όταν  το τρένο σταμάτησε ξανά μπροστά του, καλώντας τον σε ακόμη ένα δρομολόγιο, δεν μπόρεσε άλλο ν’ αντισταθεί στον πειρασμό και το πήρε. Έκτοτε, δεν προσπάθησε να κατεβεί ξανά. Έτσι κι αλλιώς, θα πάλευε μόνος.
Οι σκιές είχαν γίνει πιο έντονες τώρα. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα του και αντίκρισε τον ουρανό, που στολιζόταν από ένα ολοστρόγγυλο, ασημένιο φεγγάρι. Δεν υπήρχε πια οροφή στο κτίριο, έτσι το φως του φώτιζε το βρώμικο, γεμάτο σκουπίδια χώρο και τις άλλες ανθρώπινες φιγούρες που ταξίδευαν με το δικό τους τρένο.
«Εκεί θέλω να πάω απόψε» είπε. «Στο φεγγάρι. Ίσως να είναι πιο όμορφα εκεί…».
Πήρε το βρώμικο κουταλάκι, έριξε με προσοχή τη σκόνη και έψαξε για τον αναπτήρα του. Άναψε με αυτόν ένα μισολιωμένο κερί, δεν ήθελε να τον τελειώσει. Πήρε τη σύριγγα, ανέβηκε στο σταθμό της Απόλαυσης και ξεκίνησε το Ταξίδι.

19.Kι απόψε, πάλι χτυπά...

Με μολύβι, ποτέ πια.
Είχε, ας το πούμε… ενός είδους… ευαισθησία! 
Δεν το άντεχε. 
Να τσαλακώνει, να σκίζει χαρτιά, να σβήνει ή να μουτζουρώνει…
γενικότερα, να ματαιώνει… τις λέξεις.
Κι ας είχε αποκτήσει πρόσφατα εκείνο το σαγηνευτικό
σημειωματάριο από σκούρο ανακυκλωμένο χαρτί.
Τα βράδια.
Κυρίως τα βράδια, έμπαινε στον πειρασμό, να σκαλίσει με γραφίδα τις σελίδες.
Στο φως του κεριού. Να τραβήξει την πρώτη παράλληλη γραμμή.
Έναν ορίζοντα όπου θ’ ανατείλει λέξη - λέξη, η πρώτη πρόταση. Κι ύστερα η Ιστορία.
Ρωτάς αν είναι προσωπική ιστορία.
Αν είναι καλή η ιστορία, μοιάζει… προσωπική.
Τι σημασία έχει, εντέλει; Αφού είναι μια… καλή ιστορία.    
Κι απόψε τα μολύβια ησυχάζουν στην κασετίνα, όπως τα τρένα στο σταθμό.
Κι απόψε το σημειωματάριο μόλις που ανασαίνει, στο βαθύ συρτάρι, σαν σε λίκνο.
Άλλο ένα βράδυ που περιμένει την Ιστορία να φανεί, ντυμένη και βαμμένη στην πένα, σαν μοιραία γυναίκα του φιλμ νουαρ. 
Βιάζεται να την εμφανίσει στην οθόνη.
Με λαχτάρα, αγγίζει τα πλήκτρα. Που και που σταματάει.
Και, ναι! Φαίνεται, ολοένα, και πιο καθαρά!
Μα είναι θαυμάσιο:
μια φυσιογνωμία
από γράμματα, αριθμούς, σημεία.
Το ακούς αυτό;… είναι χτύπος καρδιάς;
Για μια στιγμή το πίστεψα…
Τόσο με συνεπήρε,  αυτός ο θόρυβος,  από τα δάχτυλα του συγγραφέα…

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΙΑΒΑΣΩ ΕΓΚΑΙΡΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΨΗΦΙΣΩ!!
    ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΕΣ ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣ!!
    ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΑΡΑ ΠΛΥ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΟ!
    ΠΟΣΑ ΑΤΟΜΑ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΓΛΥΤΩΣΕΙ ΑΝ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΠΟΝΕΤΙΚΟ ΑΠΛΩΝΟΝΤΑΝ ΠΡΟΣ ΑΥΤΑ!
    ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΦΛΩΡΑ ΜΟΥ!!!!
    ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΙΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή