Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

4η ανάρτηση ιστοριών 9ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"





Ιστορίες 30 έως 33

30. Με τσαντίζεις
Με τσαντίζεις αφόρητα.
Από την πρώτη στιγμή κιόλας μου έκανε κλικ το υφάκι σου το δήθεν χαλαρό, κι ας έκρυβε στη χροιά του το υποχθόνιο μήνυμα, πως αποδέχεσαι μεν τον άλλον, αλλά ας μην ξεχνιόμαστε εσύ είσαι ο ρυθμιστής... 
Καμωμένος από ένα κράμα υπεροχής κι ανασφάλειας, πάνω που νομίζει κανείς πως έχεις καταλάβει τον χώρο γύρω σου, αφαιρώντας όλο το οξυγόνο από την ατμόσφαιρα, αρχίζεις να κατακρημνίζεσαι κι άντε μετά να σε πιάσω μην τυχόν και τσακιστείς από το βάθρο σου. 
Η ζωή σου σε συνέχειες γεμάτες σασπένς καθημερινού σήριαλ.
Δεν είσαι κανενός εσύ. Ούτε καν του ίδιου σου του εαυτού. Αλίμονο. 
Ακόμα κι εκείνος ο έρμος, έρχονται κάτι νύχτες που σε ψάχνει στα σοκάκια της πόλης κι ύστερα αρχίζει αναμετάξυ σας ένα τέτοιο τρελό κυνηγητό, σαν τα μικρά παιδιά που αρέσκονται στα παιχνίδια.
Είσαι άραγε το πιο εγωκεντρικό πλάσμα ή ένα ζηλευτά φτιαγμένο κομψοτέχνημα; 
Τρέμεις τόσο που σ' έχω ψυχανεμιστεί κι όταν μου μιλάς, φυλάς πάντα τα νώτα σου. 
Από ποιον; 
Αυτός που του κρύβεσαι βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με σένα, είσαστε στην ίδια φωτογραφία, γράφετε με τα ίδια δάχτυλα, κολυμπάτε στα ίδια βαθιά νερά κι ύστερα κρατάτε χρονόμετρο πόση ώρα θα αντέξετε ακόμα στη δίνη της ανυπαρξίας. 
Τις καλές σου μέρες είσαι το πιο εύκολο μάθημα της χρονιάς, μέχρι που γίνεται και πάλι η έκπληξη κι αρχίζεις να κολλάς στην ίδια σου τη σελίδα μέσα κυκλωμένος από έναν τρελό πανικό, όμοιο με παγιδευμένο χελιδόνι σ' ένα δωμάτιο δίχως παράθυρα. 
Θυμάσαι τις υποσχέσεις σου; Τα λόγια που μου δώρισες ένα ανήλιαγο απόγευμα; 
Τις νότες που σε προδώσαν και σ' απελευθέρωσαν, έστω και προσωρινά από τα δεσμά σου; 
Για να έχεις όμως στα πρόχειρα και μια δικαιολογία, κατασκευάζεις ένα άλλοθι πως μέσα σου εκτρέφεις ένα κουκούλι που, όρκο τιμής έδωσε, πως κάποτε θα αποκτήσει φτερά πεταλούδας. 
Κατά βάθος το μόνο που θες είναι να αναλάβει την ευθύνη ο άλλος για να νιώθεις εσύ αναμάρτητα.
Κρατάς έναν σουγιά και κόβεις τις διόδους για τα περάσματα. 
Αυτές τις ώρες σου χαρίζω το πιο ισχυρό μου συναίσθημα. Σε μισώ. 
Γιατί ξέρω πως όταν είσαι καλός είσαι ο καλύτερος κι όταν είσαι κακός είσαι ο χειρότερος. 
Κοίτα να δεις που τελικά μπορεί και να με ποθείς. 
Ποιος δεν ποθεί άλλωστε το alter ego του κρυμμένο σε πυκνά φυλλώματα καπνού και ομίχλης. 
Εκείνο το εκρηκτικό χημικό που ποτίζει τον ουρανό, όταν εξελίσσεται επικίνδυνα κοντά, μια πυρκαγιά. 
Το φοβάσαι που σου αξίζω. 
Αυτό το τόσο τρομαχτικό συναίσθημα του κόσμου, σε βγάζει από βολές κι από υπόγεια. 
Κάθε που έρχονται εκείνες οι υπόγειες μοναξιές σου, τόσο όμοια επαναλαμβανόμενες, νομίζεις πως έχεις νικήσει τον "εχθρό" κι είσαι κυρίαρχος και πάλι. 
Γελιέσαι. Είναι σα να λες στον άλλον "σταμάτα να με σκέφτεσαι ΤΩΡΑ!". 
Το μόνο που έχεις καταφέρει είναι να του γίνεις εμμονή στο κεφάλι του μέσα. 
Αυτό το "κλειστόν" που κατεβάζεις αιφνιδίως, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια παράφορη επιτάχυνση σκέψης. 
Αν αυτό επιδιώκεις, το πέτυχες... Μα που βγάζει αυτό το μονοπάτι; 
Ξέρεις το δρόμο παρακάτω ή χαθήκαμε στο δάσος;...

31. Αγάπη μου.
     Άνοιξη ήταν. Το θυμάμαι σαν τώρα. Μόλις είχα δει το πρώτο χελιδόνι και έψαχνα τριανταφυλλιά να αφήσω το Μάρτη που είχα βγάλει από το χέρι μου. Εσύ με κοιτούσες παραξενεμένος κι αναρωτιόσουν πως γινόταν στα 30 μου να κάνω ακόμη σαν παιδί. Το θυμάσαι, αγάπη μου; Κι εγώ γέλασα και σου απάντησα πως η ηλικία δεν παίζει ρόλο, παιδιά είμαστε και οι δύο. Κι εσύ να χαμογελάς.
    Αυτό το χαμόγελό σου... Με έλιωνε κάθε φορά που το αντίκριζα. Αυτό το χαμόγελο που μόνο σε εμένα το χάριζες. Ξέρεις τι σου λέω, σωστά αγάπη μου; Το χαμόγελό σου σαν με κοιτάς στη φωτογραφία του γάμου μας είναι. Αυτή πάνω από το κρεβάτι μας.
    Τι όμορφη που ήταν εκείνη η ημέρα. Εγώ πετούσα, δεν ήξερα που πατώ και που βρίσκομαι, κι εσύ. να έχεις αγχωθεί και να τρέχεις κάθε λίγο στην τουαλέτα! Με έπαιρνες τηλέφωνο από το πρωί και με ρωτούσες αν πράγματι έφτασε αυτή η ημέρα. Αν πράγματι ετοιμαζόμαστε να παντρευτούμε. Κι εγώ σου έδωσα μια υπόσχεση εκείνη την ώρα που ανεβαίναμε τα σκαλιά της εκκλησίας. Δεν θα σε αφήσω ποτέ, αγάπη μου. Θα είμαι πάντα στο πλάι σου.
    Σαν το νερό κύλισε η ζωή μας. Πως περάσανε έτσι τα χρόνια.. Σαν χθες μου φαίνεται που κράτησα στα χέρια μου για πρώτη φορά, τη Μαρία. Που έγινα μητέρα κι εσύ πατέρας. Θυμάσαι πως καμάρωνες και έλεγες πως το παιδί μας είναι το ομορφότερο απ' όλα, αγάπη μου; Και τώρα η Μαρία μας έχει δικά της παιδιά.
    Πέρασε η ζωή μας, αγάπη μου. Πέρασε, αλλά την υπόσχεσή μου την κράτησα. Δεν σε άφησα ποτέ, αγάπη μου. Δίπλα σου μέχρι το τέλος...

32. Τι ωραία περάσαμε με τα χελιδόνια
«Παιδί μου τι με τραβολογάς, θα έρθουνε σου λέω τα χελιδόνια αφού έχουν τη φωλιά τους στο μπαλκόνι μας, πού αλλού να πάνε; Τι είναι βρε τα χελιδόνια χαζά να χάσουνε το δρόμο;» ξεφώνιζε η μαμά μου γιατί την είχα σκάσει ότι δεν θα ερχότανε κανένα  χελιδόνι εκείνη τη χρονιά.
 Όμως εμένα με είχε πιάσει φόβος γιατί ένα βλαμμένο απέναντι από το σπίτι μας που η μάνα του δεν τα χώνευε γιατί της κουτσουλάγανε τα μάρμαρα μου είχε πει ότι τα χελιδόνια θα πηγαίνανε σε άλλα μέρη που οι βεράντες δεν έχουνε μάρμαρα και μένα με έπιασε κλάμα γιατί και οι δικές μας οι βεράντες είχανε μάρμαρα και ήμουνα σίγουρη πως δεν θα ερχόντουσαν και μέχρι και πυρετό έκανα από τη στεναχώρια μου και έλεγα του μπαμπά μου να μου δώσει την υπόσχεσή του ότι άμα δεν έρθουνε θα πάει αυτός να τα φέρει αλλιώς θα κλείσω το στόμα μου και δεν θα ξαναφάω ούτε αυγό ούτε γάλα κι αυτός φαίνεται φοβήθηκε και μου το υποσχέθηκε.
Κι επειδή ο μπαμπάς μου πάντα κράταγε την υπόσχεσή του την άλλη μέρα είχανε έρθει τα αγαπημένα μου χελιδόνια και μου έπεσε ο πυρετός και καθόμουνα όλη τη μέρα στο μπαλκόνι και τα πρόσεχα μην τα πειράξει η μαμά του βλαμμένου απέναντι. Μέχρι και τον κουβά που σφουγγάριζε η Μαριέττα μας κουβάλησα στη βεράντα γεμάτο με νερό για να έχουνε να πίνουνε τα χελιδόνια μου άμα διψάνε και έστρωσα κάτω χαρτόνια με ψιχουλάκια να τρώνε και η μαμά μου έριξε καροτάκια και μαρούλια να τσιμπολογάνε. 
Κι αφού κουβαλήσαμε κουβάδες με νερά και το μισό ψυγείο χορταρικά στη βεράντα να έχουνε όλα τα καλά τους τα χελιδόνια μας μου κόλλησε μια άλλη μανία να βγάλω φωτογραφία με τα χελιδόνια με την καινούργια μηχανή του μπαμπά και κουβάλησα στη βεράντα και τη σκάλα που είχαμε για το πατάρι  που δεν με αφήνανε ποτέ ν’ ανέβω και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό η μαμά μου μόλις με είδε και φώναζε «το παιδί το παιδί» και ήρθε ο μπαμπάς μου έτοιμος να με δείρει αλλά του είπα ότι άμα δεν βγάλω φωτογραφίες με τα χελιδόνια δεν θα ξαναφάω το σάντουιτς στο σχολείο κι αυτός μάλλον φοβήθηκε κι έφερε αμέσως τη μηχανή για τις φωτογραφίες και με φωτογράφιζε με το ένα χέρι γιατί με το άλλο με κράταγε πάνω στη σκάλα.
Υπέροχα περάσαμε εκείνη τη χρονιά με τα αγαπημένα μας χελιδόνια. Η βεράντα μας είχε γίνει μανάβικο και μυρμηγκοφωλιά γιατί είχαν έρθει και πολύ ωραία μυρμήγκια που τρώγανε κι αυτά ψιχουλάκια. Αααα …  και στις φωτογραφίες εγώ ήμουνα πολύ ωραία αλλά τα χελιδόνια δεν φαινόντουσαν γιατί μάλλον δεν τους άρεσε καθόλου η δημοσιότητα όπως είπε και η θεία Αμαλία που ήξερε απ’ αυτά τα πράγματα.  

33. Το παιδί
Τα χελιδόνια εγκατέλειψαν τις φωλιές τους
Ο Χειμώνας είχε φτάσει πια
Κρύο
Παγωνιά
Χιόνιζε τότε στην πόλη
Κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι ένα παιδί
Κουρελιασμένα ρούχα φορούσε
Τουρτούριζε
Φοβόταν για το αύριο
Στα χέρια του μια παλαιική φωτογραφία
Ήταν εκείνο δίπλα στο ποτάμι με το καθάριο νερό
Πριν από χρόνια
Τότε που υπήρχε χαρά
Λιποθύμησε
Είχε να φάει μέρες
Κοίταξε το φεγγάρι
Έδωσε μια υπόσχεση
Δεν θα πέθαινε εκείνη τη μέρα
Θα πάλευε για το μέλλον
Για ένα καλύτερο αύριο
Δάκρυσε
Και τα δάκρυα μες στην παγωνιά
Λαμπύριζαν σαν πετράδια




Εδώ τελείωσαν οι ιστορίες του 9ου παιχνιδιού 

Για να  βαθμολογήσετε θα επισκεφθείτε
 το blog  της Μαρίας mytripsonblog .


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου