Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών 8ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Ιστορίες 10 έως 19
10.Mε λένε Φαέθωνα
Η δική μου ιστορία τέλειωσε νωρίς. Παιδί ακόμα, με ξανθές  μπούκλες και αμούστακο πρόσωπο, ταξίδεψα στον Άδη. Όμως πρόλαβα να ζήσω. Το ένα και μοναδικό μου όνειρο το έκανα πραγματικότητα. Και πέθανα για αυτό. Μα άξιζε.  Με λένε Φαέθωνα. Ήμουν… είμαι ο γιος του Ήλιου.
Κάθε χάραμα κοιτούσα τον πατέρα μου που ρωμαλέα χάριζε στην πλάση το φως, τη ζωή την ίδια. Παντοδύναμος μου φαινόταν. Ήταν εξάλλου. Μια δική του κίνηση κι η γη μπορούσε να μετατραπεί σε παγωμένη έρημο ή να τυλιχτεί στις φλόγες. Πόσο τον θαύμαζα! Η δύναμη, η σοφία του, η ακρίβεια με την οποία εκτελούσε τις κινήσεις του. Κι εκείνο το άρμα! Ακόμα έχω στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά από δέρμα, ακόμα αισθάνομαι στα χέρια μου τη ζεστασιά από τις ολόχρυσες χαίτες των αλόγων. Έπρεπε να οδηγήσω αυτό το άρμα, έπρεπε να γίνω κυρίαρχος του ουρανού. Το ήξερα πάντα πως μόνο αυτός ήταν ο σκοπός που είχα έρθει στον κόσμο. Τα χρόνια έμοιαζαν αιώνες και κάθε φορά που το ζητούσα στον πατέρα μου η απάντηση ίδια πάντα. «Είσαι μικρός αγόρι μου, δεν είναι για τους ώμους σου τέτοιο βάρος δυσβάσταχτο» μου έλεγε και με αγκάλιαζε με τις ζεστές του ακτίνες. Μα εμένα η ψυχή μου δεν άντεχε την προσμονή κι όσο μεγάλωνα, τόσο μαράζωνα από την άρνησή του. Ήρθε κι η εφηβεία κι όλα έγιναν πιο δύσκολα κι εγώ ακόμα πιο ανυπόμονος. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία μου να γευτώ τη δύναμη, όχι ήταν κάτι άλλο πια που έτρωγε τα σωθικά μου, ήταν η ανάγκη να αποδείξω στον πατέρα πως μπορούσα, πως άξιζα την εμπιστοσύνη του.  Το καταλάβαινε, το ένιωθε κι οι αντιστάσεις του σιγά - σιγά κάμφθηκαν. Η αγάπη του γονιού νίκησε τη λογική του κι έδωσε την άδειά του. Η επόμενη μέρα θα ήταν η δική μου μέρα, η δική μου στιγμή. Άυπνος έμεινα όλη νύχτα από την ένταση,  χωρίς διακοπή έπλαθα όνειρα  για το πώς θα έπιανα στιβαρά τα ηνία και θα οδηγούσα το άρμα στα πέρατα του κόσμου, πώς θα γύριζα το σούρουπο και το χαμόγελό του θα μαρτυρούσε πόσο περήφανος είναι για μένα.
Ανέβηκα στο άρμα. Ίχνος δεν είχα δισταγμού. Τα άλογα ξεκίνησαν και με άμιλλα συναγωνίζονταν ποιο θα μας ανεβάσει πιο γρήγορα, ποιο θα μας πάει πιο ψηλά. Για λίγο ήμουν ο άρχοντας του κόσμου. Όμως δεν ήμουν Εκείνος και δεν άργησαν να το καταλάβουν. Έχασαν τη σιγουριά, την ασφάλεια τους και αφηνίασαν. Μια ανέβαιναν στα αστέρια και μια έγλυφαν με τις πύρινες γλώσσες τους τη γη. Ο κόσμος κινδύνευε… Δεν κράτησε παρά μόνο κάποια δευτερόλεπτα. Ξάφνου, ένα ρεύμα με διαπέρασε και βρέθηκα για πάντα κάτω από το νερό. Είδα μόνο τον πατέρα με δάκρυα στα μάτια να πιάνει τα γκέμια και να επαναφέρει την ισορροπία στο σύμπαν.
Από τότε η ψυχή μου περιπλανιέται στον κόσμο και διηγείται το θρύλο μου. Τα βράδια κουρνιάζω στις αδερφές μου τις λεύκες που ακόμα θρηνούν το χαμό μου. Μα εγώ χαίρομαι γιατί δεν φοβήθηκα να ζήσω.
Με λένε Φαέθωνα και είμαι ο γιος του Ήλιου.

11.Το κάτασπρο άτι
Ανοίγω την πόρτα με την αρμάθα από τα παλιά κλειδιά και αφήνω την τσάντα μου στο πάτωμα. Ρίχνω μια εξερευνητική ματιά στον χώρο και πετάω τα κλειδιά στον καναπέ. Ένα σύννεφο από σκόνη σηκώνεται με το που ακουμπάνε επάνω του.«Θέλει καθάρισμα» συλλογίζομαι. Βρίσκομαι ακόμα μια φορά για διακοπές στο πέτρινο σπιτάκι της λίμνης. Ανοίγω την πόρτα και περπατάω στην βεράντα. Ακούγονται τα τακούνια μου στο πάτωμα καθώς πηγαινοέρχομαι. Είμαι αγχωμένη, σαν κάτι να περιμένω. Γύρω μου απλώνεται η λίμνη με την ομίχλη της που καλύπτει μια απέραντη ακτίνα στον ορίζοντα. Το δάσος τριγύρω της στέκεται και αυτό πιστός θεατής στην άγρια μα απέραντη ομορφιά της.
Ένας ήχος ακούγεται από μακριά που γίνεται κάθε στιγμή και πιο έντονος. Ξεκάθαρος ήχος, γνώριμος. Ξεχωρίζω το καλπασμό του ολοένα και πιο κοντά μου και είμαι σίγουρη πως θα δω ακόμα μια φορά την μορφή του. Ξεπροβάλει ανάμεσα από τα έλατα. Κάτασπρο, με μια ολόλευκη χαίτη. Η ανάσα του αχνίζει και τα δυο ολόμαυρα μάτια του με καρφώνουν. «Ήρθες πάλι» χαμογελάω. Στέκεται απέναντί μου και με κοιτάει. Με καλεί κοντά του χτυπώντας τις οπλές του στην λάσπη αφήνοντας επάνω της τα ίχνη του. Νιώθω το κάλεσμά του σε όλο μου το είναι.
Προχωράω κοντά του, με τα πόδια γυμνά. Το έδαφος είναι κρύο μα δεν με αγγίζει. Νιώθω να πετάω. Βλέπω την μορφή μου να απομακρύνεται από το πέτρινο σπιτάκι και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Το κάτασπρο φόρεμά μου αγγίζει τις λάσπες και τα κατάξανθα μαλλιά μου πλαισιώνουν τον λαιμό μου. Μόλις το πλησιάζω το χαϊδεύω στην χαίτη και εκείνο χαμηλώνει το κεφάλι προς το μέρος μου. Γονατίζει δίπλα μου και εγώ πιάνομαι από τα χρυσά ηνία του για να σκαρφαλώσω. Και τότε με μια κίνηση στα χέρια μου αρχίζει να καλπάζει.
Καθώς χανόμαστε στο δάσος νιώθω το ελαφρύ αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά μου που ανεμίζουν και αυτά όπως η χαίτη του αλόγου. Κλείνω τα μάτια μου και γέρνω το κεφάλι μου προς τα πίσω. Νιώθω ήρεμη, ένα με τον αέρα. Δεν με αγγίζει τίποτα άλλο εκτός από τον αέρα. Μια βροντή έρχεται να με συνεφέρει. Τρομάζει το κάτασπρο άτι και τραντάζομαι επάνω του. Ξαφνικά αρχίζουμε να τρέχουμε προς το τέρμα του δάσους, εκεί που υπάρχει ένα ξέφωτο. Το έντονο φως του με τυφλώνει στα μάτια. Νιώθω μια διάχυτη άμιλλα να με κυριεύει, σαν να αποτελούμε μέρος ενός αγώνα που πρέπει να βγούμε πάση θυσία νικητές. Το κάτασπρο άτι τρέχει δυνατά και εγώ λαχανιασμένη προσπαθώ να κρατηθώ επάνω του. Πλησιάζουμε στο τέρμα, το νιώθω. Στο τέρμα θα έρθει η νίκη, στο τέρμα θα έρθει η λύτρωση και αυτό το φως θα μας τυλίξει.
Πετάγομαι επάνω και προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Πιάνω την καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελή. Δίπλα μου ο Κώστας κοιμάται ήρεμος. Μου έρχονται ξανά στο μυαλό μου οι εικόνες από το κάτασπρο άτι στο πέτρινο σπιτάκι της λίμνης και αναστατώνομαι. Απλώνω τα χέρια μου και χώνομαι στην αγκαλιά του ακόμα μια φορά. Με καταλαβαίνει.
-Πάλι το κάτασπρο άλογο?
-Ναι. Πάλι δεν φτάσαμε στο τέρμα.
-Ηρέμησε. Εγώ είμαι εδώ.

12.Στο μικρό πάρκο
Στο μικρό πάρκο, τα ζώα περνούσαν άσχημα. Ο λαγός που ανέκαθεν ήταν ο αρχηγός, είχε παραγκωνιστεί και την θέση του είχε πάρει ένα βρομερό άσπρο ιγουάνα που το είχαν παρατήσει εκεί τα αφεντικά του λόγω κακής διαγωγής και αλφισμού, ο Αργύρης. Όλα τα ζώα απαγορευόταν να πλησιάσουν την μουριά, που άλλοτε έσφυζε από ζωή κάθε βράδυ, σε ακτίνα τριών μέτρων. Από τότε που την παράτησαν στο πάρκο, η αθώα σε εμφάνιση σαύρα, κατάφερε να κερδίσει τις εντυπώσεις και να  πάρει με το μέρος της τους πιο δυνατούς και χαζούς κάτοικους της πανίδας του πάρκου. Ό μόνος που δεν μπορούσε να ελέγξει και φοβόταν περισσότερο ο Αργύρης, ήταν ο ασβός. Του είχε απαγορεύσει λοιπόν, αμέσως μόλις  παρέλαβε τα ηνία της διοίκησης του πάρκου, να πλησιάζει την μεγάλη μουριά νυχθημερόν. Σε περίπτωση που έβρισκε έστω και ένα ίχνος του στην ακτίνα  των τριών μέτρων, ο Μήτσος το αδέσποτο, θα φρόντιζε να μην ξαναμυρίσει κάνεις Ασβό.
Παλιά κάθε βράδυ η μουριά γέμιζε με τα ζώα του πάρκου,  γλεντοκοπάγανε μέχρι το πρώτο παιδί να έρθει στις κούνιες. Ό λαγός έλεγε ιστορίες, έκανε καλαμπούρια, την έπεφτε στα θηλυκά κάθε είδους και έκανε αυτοσχεδιασμούς με την κάμπια και τα σπουργίτια. Ο υποχθόνιος τρόπος του Αργύρη και η διχόνοια που έσπειρε τα κατέστρεψε όλα και η μουριά είχε γίνει πεδίο μάχης. Η διακοπή των πάρτι ήταν η μόνη λύση και τα μέτρα επιβλήθηκαν με τρόπο τέτοιο ώστε σχεδόν κανένα ζώο δεν αντέδρασε και δεν είχε πλέον και καμία όρεξη για πάρτι αφού καλά-καλά δεν μιλούσε πια κανείς σε κανέναν. 
Ο λαγός ο ασβός και κάποιο άλλοι «ανυπότακτοι» κάθε βράδυ μαζευόντουσαν στην τσουλήθρα και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να επανέλθει το κέφι στο πάρκο και να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα. Τα ζώα δεν ήθελαν να βλάψουν κανέναν και προσπαθούσαν να βρουν κάτι που θα απομάκρυνε τον Αργύρη ειρηνικά ή τουλάχιστον να τον μαλάκωνε λίγο και να γίνουν όλοι πάλι φίλοι.  Ή άμιλλα κάθε άλλο πάρα ευγενής  ήταν στο πάρκο και όλοι είχαν γίνει ανταγωνιστικοί και διεκδικούσαν μια θέση στην μουριά με δόλιους τρόπους και πολύ γλείψιμο του Αργύρη.
Προσπάθησαν λοιπόν να βρουν μια θηλυκή σαύρα να σαγηνεύσει τον Αργύρη, αλλά καμία δεν ήθελε να αφήσει το πετ-σοπ και το κλουβί της. Προσπάθησαν ακόμα να κάνουν τον Αργύρη γνωστό στους ανθρώπους  κατά την διάρκεια της μέρας, τρέχοντας πάνω κάτω στο πάρκο έτσι ώστε να τους κυνηγήσει κάποιος και να τον οδηγήσουν στον Αργύρη  αλλά φευ, ήταν πολύ επικίνδυνο για όλους.
Την λύση βρήκε ο ποντικός. «Φίλοι, η λύση είναι κοντά. Όπως όλοι ξέρετε τον τελευταίο καιρό εγώ και η οικογένεια μου  συχνάζουμε σε ένα ιντερνέτ καφέ που έχει πολύ ωραία και γευστικά καλώδια, μετά από τόσο φαί εκεί μέσα ανακαλύψαμε ότι μπορούμε να χειριστούμε τους υπολογιστές. Ό Λάκης ο μικρός μου γιος μαζί με τα αδέλφια του έχουν ήδη στείλει ένα ή-μεϊλ σε έναν τρελό επιστήμονα που ασχολείται με τα ερπετά και οσονούπω θα μας απαλλάξει από τον Αργύρη. Εδώ που τα λέμε μια αλμπίνο σαύρα δεν ταιριάζει στο πάρκο μας  και σίγουρα ο Αργύρης χρειάζεται παρακολούθηση.»

13.Η ζωή αλλιώς τα φέρνει
Η ζωή του δεν είχε τίποτα το συνταρακτικό ως τώρα.
Είχε φτάσει τριανταπέντε ετών και ένιωθε εγκλωβισμένος σε μια δουλειά που δεν ήθελε, που δεν είχε επιλέξει. Πάντα αντηχούσαν στα αυτιά του τα λόγια του πατέρα του «παιδί μου έχουμε μια δουλειά στρωμένη… μια μέρα θα γίνει δική σου, γιατί να κάνεις κάτι άλλο».
Και αυτή η μέρα ήρθε και ήταν η σημερινή.
Μπαίνοντας στο μαγαζί ο πατέρας του βρισκόταν ήδη εκεί, εκεί που βρισκόταν για 50 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή.
-Καλώς τον, του είπε με ένα περίεργο χαμόγελο, κάθισε θέλω να σου μιλήσω. Εκείνος κάθισε περίεργος για το τι θα ακούσει.
-Από σήμερα σου παραδίδω τα ηνία της επιχείρησης, του είπε. Είναι δική σου. Πάλεψε και εσύ στο στίβο της ζωής με ευγενή άμιλλα έναντι όλων των άλλων και δεν θα χάσεις.
Σίγουρα ο πατέρας του θα περίμενε να του πει «Πατέρα στηρίξου επάνω μου, εδώ είμαι εγώ… εσύ ήρθε η ώρα να ξεκουραστείς».
Όμως αυτός  πετάχτηκε επάνω.
-Δεν την θέλω αυτή τη δουλειά τ’ ακούς; Δεν θα θάψω εγώ τ’ όνειρά μου εδώ μέσα! Φώναξε και βροντώντας την πόρτα έφυγε λες και τον κυνηγούσαν.
Πήρε το αυτοκίνητό του και σε λίγο βρέθηκε στον αγαπημένο του βράχο ατενίζοντας τη θάλασσα. Εκεί έβρισκε καταφύγιο κάθε φορά που ένιωθε να πνίγεται. Κοίταξε γύρω του. Σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων δεν υπήρχε ίχνος ανθρώπου. Και τότε φώναξε:
-Επιτέλους είπα αυτά που έπρεπε να είχα πει εδώ και καιρό. Τώρα είμαι ελεύθερος να ακολουθήσω τα όνειρά μου. Ελεύθερος!
Και τότε χτύπησε το κινητό. Κάποιος του είπε τα δυσάρεστα… ο πατέρας έφυγε… Πάγωσε…
Και τότε η θάλασσα ξανάκουσε την κραυγή του…
-Τι έκανα;


14. Έτσι… δίχως λόγο.
Αυτός χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος. Δεν ήταν τόσο το κρύο. Το είχαν συνηθίσει. Ήταν ο ξαφνικός χαμός του πατέρα. Έμειναν μόνες τους, χωρίς προστάτη. Η Μαριώ, σχεδόν ανήμπορη να αρπάξει το ηνίο της οικογένειας. Η κόρη μόλις είχε καβατζάρει τα 19.
Η πενιχρή σύνταξη του άντρα της δεν έφτανε ούτε για τα βασικά. Και έτσι ξενόπλενε πότε - πότε. Μα μισέρεψε. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλη, τα πόδια της δεν την βαστούσαν.
-Εγώ θα πάω μάνα να δουλέψω. Είπε η Ζωή.
-Εσύ; Κορίτσι πράμα; Τι θα πει η γειτονιά;
-Θες να πεθάνουμε μάνα;
Η Ζωή είχε μια υποφερτή φωνή. Τραγουδούσε καμιά φορά στη γειτονιά. Μαζεύονταν όλος ο μαχαλάς να την ακούσει, σε ακτίνα πέντε τετραγώνων. Και ο πατέρας της την καμάρωνε.
-Το τζιβαέρι μου είναι αυτό, έλεγε.
Εκεί πίσω από τον Αϊ Φανούρη ήταν μια ταβέρνα. Μπας κλας, αλλά ήταν στην μόδα αυτά. Ερχόταν όλος ο καλός ο κόσμος, να δει πως ζει ο κοσμάκης. Να ταΐσει για λίγο την ματαιοδοξία του. Και να γυρίσει ξανά στην ασφαλή δυστυχία του πλούτου.
Ο κυρ Φάνης της το ξεκαθάρισε. Δυο μεροκάματα. Τόσα μπορούσε να της δώσει. Τις άλλες μέρες είχε την Αγγέλα. Σκληρή γυναίκα. Σαν άντρας. Ανύπαντρη στα 40 πατημένα. Χωρίς άμιλλα στη δουλειά. Χωρίς γλυκάδα.
Η Ζωή ξεκίνησε δειλά, μα με αυτοπεποίθηση. Την λάτρεψε τη δουλειά της. Πόσο θα ήθελε να ζει ο πατέρας να την έβλεπε. Αν και ήξερε ότι δεν θα την άφηνε να το κάνει.
Στη γειτονιά άρχισαν τα κουτσομπολιά. Μέχρι και παστρικιά την είπαν.
-Κυρά Μαριώ, αφήνεις την θυγατέρα σου να είναι μια τραγουδιάρα;
Η Μαριώ δεν αποκρινόταν. Όχι ότι δεν την πείραζε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έβρισκε όμως και μια κρυφή ικανοποίηση σε αυτό. Ότι η κόρη της δεν έμοιαζε με τις άλλες. Έκανε αυτό που η ίδια δεν τόλμησε.
Με τον καιρό η Ζωή έλαμψε. Τα δύο μεροκάματα έγιναν τέσσερα. Και σε λίγο καιρό εκτόπισε την Αγγέλα, δεν άφησε ίχνος από αυτή. Εκείνη έφυγε απ΄ το κακό της και πήγε σε άλλη γειτονιά.
Δούλευε χωρίς διακοπή, όχι για τα χρήματα, αλλά γιατί για πρώτη φορά στη ζωή της έκανε κάτι που τη γέμιζε έως πάνω.
Η Μαριώ όμως δεν είχε πάει ούτε μια φορά να την δει. Θες από ντροπή, θες από φόβο.
-Μάνα απόψε θα  ‘ρθεις.
Έκατσε σε μια γωνιά. Και ξαφνικά, λες και δεν είχε ακούσει ξανά την κόρη της να τραγούδα, είδε έναν άλλον κόσμο μπροστά της.
-Το τζιβαέρι μας είναι αυτό Μελέτη μου… ψέλλισε και έβαλε τα κλάματα.
Μόλις η Ζωή τελείωσε πήγε κοντά της
-Μάνα γιατί έκλαιγες;
-Από χαρά μάτια μου… και της χάιδεψε το μάγουλο.
-Το αγαπώ αυτό μάνα.
-Το βλέπω μάτια μου. Αλλά να βρεις και ένα καλό παιδί να παντρευτείς. Μη μείνεις έτσι σαν την Αγγέλα.
-Θα γίνει κι αυτό μάνα, μη χολοσκάς. Σ΄ αγαπάω μάνα γιατί είσαι πονετικιά και πάντα με νιώθεις. Δε μοιάζεις με τις άλλες.
-Και γω σ΄ αγαπάω μάτια μου… έτσι… δίχως λόγο.

15.Έκθεση ιδεών
Θέμα:  «Η άμιλλα»
Την περασμένη βδομάδα που έριχνε καρεκλοπόδαρα, είχαμε διακοπή ρεύματος στο σπίτι. Η γιαγιά τα πήρε κρανίο γιατί δεν μπορούσε να δει την Φατμαγκιούλ. Η μαμά μόλις την άκουσε, της φώναξε: «Στα φρύδια μου!», ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος. Και μετά που ήρθε ο μπαμπάς σπίτι, του είπε «Εδώ καράβια χάνονται κι η μάνα σου λαμπροχτενίζεται!». Ο μπαμπάς της είπε να πάει να... χτενιστεί, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος.  Η μαμά του είπε να κάτσουμε να ρημαδοφάμε, να μαζέψει το νεροχύτη, να πα’ να ξεκουραστεί. Και μετά κάτσαμε να φάμε τις χτεσινές φακές, γιατί λέει δεν μπορούσε να μαγειρέψει στο γκαζάκι. «Που από τότε που ήρθε αυτή σπίτι μας…», του είπε, «…μας έχουν βρει όλες οι συμφορές μαζωμένες!». «...Τι συμφορές ρε Σούλα;» τη ρώτησε ο μπαμπάς. Κι εγώ, για να συμπαρασταθώ στη μαμά, του είπα: «Δυο μέρες τρώμε φακές!». Αυτό ήταν άμιλλα στη μαμά. Αλλά ο μπαμπάς  δεν το κατάλαβε και μου άστραψε μια σφαλιάρα ξεγυρισμένη. Η γιαγιά μας έβρισε όλους,  ότι είμαστε οθωμανοί που δεν σεβόμαστε το φαϊ που τρώμε κι η μαμά της είπε να το βουλώσει και να μη μιλάει αυτή που δεν χάνει τούρκικο σήριαλ. Ο μπαμπάς αγρίεψε, σαν του Σουλεϊμάν του κατακτητή έγινε η φάτσα του και φοβήθηκα ότι θα βγάλει κανένα γιαταγάνι να μας λιανίσει όλους. Κι η γιαγιά του είπε, δείχνοντας με το δάχτυλο τη μαμά:  «...Από τότε που πήρε αυτή τα  ηνία στο σπίτι, η οικογένεια διαλύθηκε. Αυτή φταίει.... αυτήηηηηη!!!!». Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε, γιατί ήρθε το ρεύμα και αναβοσβήνανε τα λαμπάκια στην κουζίνα και το ψυγείο. Και τα λαμπάκια του μπαμπά επίσης!
Μετά που ρημαδοφάγαμε, η γιαγιά πήγε να δει τη Νικολούλη κι η μαμά ψιθύρισε κοιτώντας το ταβάνι: «Δε γίνεται ν’ αξιωθείς να εξαφανιστείς κι εσύ να ησυχάσουμε;». Κι εγώ από άμιλλα στη μαμά, δεν τη μαρτύρησα και το κράτησα κι αυτό μυστικό. Μετά που ο μπαμπάς μου είπε να πετάξω τις φακές που μείνανε στο πιάτο μου και να πάω να πάρω κάνα σουβλάκι να στανιάρουμε, εγώ τότε μαρτύρησα το μυστικό γιατί ήθελα να δείξω άμιλλα στον μπαμπά. Έφυγα τρέχοντας,  γιατί τον άκουσα να τσιρίζει: «Σούλαααα...».  Αλλά γαμώτο, είχε χαλάσει πάλι η ακτίνα του ποδηλάτου και πήγα περπατώντας στο σουβλατζίδικο. Μόλις γύρισα σπίτι το είπα στον μπαμπά και μου υποσχέθηκε ότι θα τη φτιάξει το σαββατοκύριακο. Και το προηγούμενο το είχε υποσχεθεί, αλλά τελικά πήγε γήπεδο με τον θείο Βαγγέλη και μετά γυρίσανε για μπύρες σπίτι και τους πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Και το είδε η μαμά το βράδυ, ότι ήταν ακόμα με σπασμένη ακτίνα και όρμηξε πάνω απ’ τον καναπέ ουρλιάζοντας:  «Αν είχες ένα ίχνος φιλότιμου... λίγο - όχι πολύ - λίγο... τόσο δα... θα του ‘φτιαχνες το ποδήλατο του παιδιού, αντί να ροχαλίζεις σα γομάρι!...». Εγώ στεναχωρήθηκα γιατί δεν ήξερα σε ποιον να δείξω άμιλλα και τελικά πήγα στο play station κι έβγαλα μια πίστα «Call of Duty».
Δίπλα, η γιαγιά έβλεπε το «Άκρως Οικογενειακόν»… Ή τα «Κλεμμένα Όνειρα»;… Κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος.
Μπάμπης Δόλιος  
(υπογράφει το  παιδί που έγραψε την έκθεση)

16.Ο μονόλογος του διαλόγου
«Αγγελικούλα τέλειωσες την έκθεση  φέρε να την διορθώσω»
«Μα μητέρα η δασκάλα είπε να την γράψουμε μόνοι μας και να την διορθώσουμε μαζί της στην τάξη  Δεν μπορείτε να την διορθώσετε  εσείς» 
«Και ποιος το λέει αυτό Αγγελικούλα, πόσες φορές  πρέπει να σου πω πως φέτος ο βαθμός της Πέμπτης καθορίζει τα αμιγή δεκάρια που θα κληρωθούν για την σημαία της Έκτης Δημοτικού  την 28 Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου. Ξέχνα  τα περί  ευγενούς άμιλλας μεταξύ των μαθητών   που λέει η δασκάλα σου  και σας φουσκώνει τα μυαλά καθημερινά , αυτά είναι στάχτη στα μάτια των πολλών, εσύ  πρέπει  να σαι πάντα προετοιμασμένη για το αμιγές δεκάρι του ελέγχου σου.  Και τι νομίζεις δηλαδή πως η Χαρά, η Κατερίνα, o Γιώργος, ο Αλέξανδρος  δεν έχουν βοήθεια στο σπίτι, τι δηλαδή έτσι γεννηθήκαν και τα ξέρουν όλα . Έμενα μου τα λέει όλα η κυρία Καρανικόλα που μπαίνει σε όλων   τα σπίτια, όλοι αυτοί οι «άριστοι» πως  γίνονται  νομίζεις, άσε που μεταξύ μας έμαθα πως κάνουν κάποιοι από αυτούς και ιδιαίτερα  με την υποδιευθύντρια για να εξασφαλίσουν το βαθμό. Εσύ καμάρι μου είσαι τυχερή έχεις τη μανούλα να σε φροντίζει, άδικα  θυσίασα εγώ την καριέρα μου και έμεινα σπίτι για να σε διαβάζω;  Για να δω. Τ ι πρόλογος είναι αυτός κορίτσι μου, σβήστον  τώρα και γράψε αυτό που θα σου υπαγορέψω. Άντε  κουνήσου ώρες - ώρες  με απογοητεύεις  βρε Αγγελική που το ‘χεις το μυαλό σου παιδί έκανα  εγώ  ή  χελώνα !!!!
Λοιπόν γράφε  «Έφτασε η Άνοιξη, νύμφη πανέμορφη και  χιλιοτραγουδισμένη  κρατεί  τα  ανθοστόλιστα ηνία και οδηγεί το  άρμα της. Στα ίχνη από τις ρόδες της φυτρώνουν    ρόδα πολύχρωμα, μενεξεδένιες βιολέτες, υάκινθοι και κρίνα  που  σκορπίζουν  άρωμα μέχρι τα έγκατα της γης. Ο φωτοδότης Ήλιος θαμπώνει με την παλέτα των ακτίνων του το σύμπαν…..». Τι κάνεις εκεί παιδί μου, τούβλο είσαι, τι λάθη  ορθογραφικά είναι αυτά ???  Εσύ παιδί μου Δευτέρα πας όχι Πέμπτη τάξη. Σκίστα τώρα, τώρα είπα!!!! Αύριο κιόλας θα κάνω αίτηση διακοπής της Nova που σου έκανε δώρο η θεια Βιολέτα για τα Χριστούγεννα. Τέρμα τα εκπαιδευτικά προγράμματα, κάθε μέρα θα κάνουμε μια σελίδα ορθογραφία που θα πάει θα στρώσεις. Δεν θα με κάνεις εσύ εμένα ρεζίλι… θα την πάρεις την σημαία είπα.  Τι με κοιτάς  έτσι δεν θα σε λυπηθώ καθόλου.»
«Μητέρα»
«Τι θες πάλι με σύγχυσες»
«Μπορείτε να πάτε στο διάβολο μητέρα!! »

17.Το Γελαστό Φτερό
To Γελαστό Φτερό τράβηξε τα ηνία φρενάροντας τον ξέφρενο καλπασμό του αλόγου του καθώς έριχνε φοβισμένες ματιές πίσω του για να δει αν τον ακολουθούσαν. Είχε απομακρυνθεί αρκετά από την ακτίνα της κατασκήνωσης και το χιόνι που έπεφτε απαλά σκέπαζε τα ίχνη του και έσβηνε τους ήχους από τις οπλές του αλόγου.
Το είχε σκάσει μόλις κοιμήθηκαν όλοι μέσα στην σκηνή και το ήξερε πως θα τον τιμωρούσαν όμως είχε αποφασίσει να γίνει  ο πιο γενναίος ανάμεσα στους πολεμιστές της φυλής.
θα έφερνε το τομάρι της Λευκής Λύκαινας που την είχαν δει να τριγυρίζει κοντά στους τάφους των προγόνων και κανένα βόλι ή βέλος δεν την είχε πετύχει. Ο Αρχηγός έκανε συμβούλιο την περασμένη νύχτα και ο Μάγος της φυλής ήταν σίγουρος πως η Λευκή Λύκαινα ήταν πνεύμα γι αυτό δεν την έπιαναν τα όπλα.  Το Γελαστό Φτερό όμως δεν πίστεψε σ΄ αυτό, ήξερε πως ήταν ένα πανέξυπνο ζώο που απέφευγε τις παγίδες τους.
Ήταν ταμπού να περπατά κανείς ανάμεσα στους τάφους των προγόνων  ενοχλώντας τα πνεύματα γι αυτό κι ένοιωσε μια ανατριχίλα όταν έφτασε και γλίστρησε από το άλογό του για να πατήσει στον ιερό τόπο.
Εκείνη τον είδε πριν ακόμα εκείνος ανακαλύψει τα πρόσφατα ίχνη της στο χιόνι και του γρύλισε αγριεμένα πέρα από το ξέφωτο. Το Γελαστό Φτερό πάγωσε καθώς βρέθηκε να κοιτά το όμορφο μεγαλόσωμο ζώο με τ΄ αστραφτερά μάτια που στεκόταν λίγα μέτρα μακριά του. Έβγαλε το τόξο του και με χέρια που έτρεμαν πέρασε ένα βέλος και σημάδεψε το στήθος του ζώου. Ήταν τόσο κοντά που ήταν αδύνατον να αστοχήσει. Τότε ανάμεσα στα πόδια της λύκαινας εμφανίστηκαν δυο κουτάβια, που πάλευαν να αρπάξουν το στήθος της να χορτάσουν με το γάλα της. Εκείνη τα έσπρωξε τρυφερά με την μουσούδα της και σαν αστραπή χάθηκε από τα μάτια του με τα μωρά της ενώ το Γελαστό Φτερό απέμεινε εκεί, ολομόναχος.
Έμεινε άγρυπνος να σκέφτεται αυτό που είδε. Δεν γινόταν να το κρατήσει κρυφό κι έτσι το πρωί  ομολόγησε στον πατέρα του όλα όσα έγιναν κι εκείνος τον πήγε στον Αρχηγό που κάλεσε αμέσως τους γεροντότερους. Μια  Μητέρα Λύκαινα είχε βρει προστασία στην σκιά των Προγόνων, ήταν ταμπού να προσπαθήσουν να την σκοτώσουν αφού εκείνη δεν πείραξε το μικρό αγόρι.  Σίγουρα θα ήταν πεινασμένη γι αυτό τριγυρνούσε στα μέρη τους αντί να κρυφτεί βαθιά στο δάσος. Αποφάσισαν πως θα της πήγαιναν τροφή, ώστε να ικανοποιήσουν και τους προγόνους που την είχαν στην προστασία τους. Πάντα υπήρχε μια άμιλλα μεταξύ των γενναίων της φυλής  για το ποιος θα πραγματοποιήσει γρηγορότερα  τις αποφάσεις των γερόντων και την ίδια μέρα έτρεξαν αρκετοί στον ιερό τόπο να αφήσουν τις προσφορές τους για την Λευκή Λύκαινα.
Όμως τα έθιμα της φυλής όριζαν πως το Γελαστό Φτερό έπρεπε να τιμωρηθεί που το έσκασε από τους γονείς του και περπάτησε δίχως άδεια στον τόπο των πνευμάτων. Ο πατέρας του όρισε πως η διακοπή των εξόδων του για μία εβδομάδα από τα όρια  της σκηνής τους  ήταν μια δίκαιη τιμωρία.

18.Λεξοτανίλ
Να δείτε που το έβαλα σκοπό και θα τα καταφέρω
Λέξεις δύσκολες να βρω και πρώτη απ΄ όλους θα ΄ρθω
Φώναξε επάνω απ΄ την μπουγάδα η καλή νοικοκυρά
Και το μολύβι  πήρε ευθύς να κάνει την διαφορά.
Με περισσή αποφασιστικότητα έπιασε τα ηνία
Την φαντασία της πάλεψε να στριμώξει στην γωνία
Λέξεις πρέπει να σας βρω που να ναι από σόι
να ψάξω μες τα λεξικά , να ψάξω στα βιβλία
μέχρι που το ρεύμα της ΔΕΗ διακοπή να κάνει
κι από εσάς τις έξυπνες μη μείνει ούτε μια
Εκεί να μου παιδεύεστε , να στύψτε το μυαλό σας
Να βρείτε πως θα γράψετε ένα κείμενο δικό σας
Για Αλισάχνες να μιλά , για νούφαρα, για κρίνα
Κι όλο να το κλωθογυρίζετε στου κάρου την ακτίνα
Κάπως το λένε αυτό να δεις που τώρα μου διαφεύγει
''Στον γάιδαρο ανέβηκα και πάω για πιλάλα''
Θα μου καεί και το φαΐ  να έχουμε κι άλλα
Και μου το λεν οι φίλες μου  πως είμαι άλλα ντ΄ άλλα
Μα να που εγώ στην άμιλλα πρωτιά θέλω να πάρω
Και κάθομαι κι ανησυχώ και το μολύβι πιάνω
Και στύβω το κεφάλι μου τι στο καλό να κάνω
Κουράστηκα να σας μιλώ, πέρασε και η ώρα
Γι αυτό 
Παίρνω την γάτα μου αγκαλιά … σας λέω Άντε Γεια
Κι εδώ σας αποχαιρετώ την πόρτα πια ανοίγω
Ανάλαφρα θα περπατώ και ίχνη δεν θ΄ αφήνω
Στους δρόμους χάνομαι ετούτη την βραδιά
Σας είπα μην με ψάξετε μάταιος θα είναι κόπος
Μες τα σκοτάδια θα χαθώ δεν με χωράει ο τόπος _

19.Μαρκέλλα
Ρώμη, 52 μ.Χ.
Ο Κλαύδιος ήταν πανέτοιμος για τη σημερινή άμιλλα στον ιππόδρομο, όπου θα συμμετείχε σε αρματοδρομία. Πριν φύγει από το οίκημά τους το πρωί, η κόρη του, Μαρκέλλα, τον είχε σταματήσει σοβαρή:
«Είδα έναν οιωνό τα χαράματα, που μόνο ως κακός θα μπορούσε να ερμηνευτεί» του είπε. «Δε μπορώ να σου ζητήσω να μη συμμετάσχεις, θέλω όμως να σου ζητήσω να προσέχεις». 
«Κόρη, μην ανησυχείς» της απάντησε. «Θα είμαι πάντα εδώ, κοντά σου».
Κι έπειτα, είχε φύγει για τον ιππόδρομο.

Circus Maximus, 52 μ.Χ.
Έτρεχε με το άρμα του να λάμπει στο ηλιόφως,  αφήνοντας βαθιά ίχνη στο χώμα. Έτρεχε με τις φλέβες του γεμάτες αδρεναλίνη, κρατώντας σφιχτά τα ηνία. Όλοι οι άνδρες στον ιππόδρομο επευφημούσαν. Και τότε, η ξύλινη ακτίνα στον δεξί τροχό του άρματός του έσπασε. Δεν άκουσε τον κρότο μέσα στη φασαρία, πιο πολύ τον διαισθάνθηκε – κι έπειτα, ο τροχός διαλύθηκε, το άρμα κλυδωνίστηκε, έπεσε. Κι ο αναβάτης βρέθηκε στο χώμα. Νεκρός.
Οι επίσημοι ανακοίνωσαν τη διακοπή του αγωνίσματος, από σεβασμό στο νεκρό αθλητή.
Ο Κλαύδιος δεν κατάφερε ποτέ να πάει εκεί όπου πηγαίνουν όλοι όσοι πεθαίνουν. Εγκλωβίστηκε ανάμεσα στους δύο κόσμους, για πάντα δεμένος από την υπόσχεση που είχε δώσει στην κόρη του εκείνο το πρωινό.
Όταν εκείνη έφυγε από γηρατειά, χρόνια αργότερα, βρέθηκε στον τόπο όπου εκείνος δεν είχε θέση. Τον αναζήτησε, αλλά μάταια. Εν τέλει, υποχρεώθηκε να υπακούσει σε όρους πολύ αυστηρούς: όταν και εάν υπήρχαν οι προϋποθέσεις, οι δρόμοι τους θα επιτρεπόταν να συναντηθούν.
Ελλάδα, 2013 μ.Χ.
Η μικρή Μαρκέλλα αγαπούσε πολύ τα άλογα. Το λούτρινο αλογάκι της το είχε ονομάσει Νεφέλη.
Γι’ απόψε το βράδυ είχε ζητήσει από τη μαμά να της διαβάσει το αγαπημένο της παραμύθι. Η μαμά της έκανε το χατήρι και την έβαλε να κοιμηθεί.
Η μικρή Μαρκέλλα ονειρεύτηκε ένα κοριτσάκι, που το έλεγαν κι αυτό Μαρκέλλα. Στο όνειρό της, το κοριτσάκι είπε πως μόνο εκείνη μπορούσε να τη βοηθήσει για να μπορέσει να πάει επιτέλους στο μπαμπά της και της εξήγησε τι ήθελε να κάνει.
Σαν υπνοβάτης, η Μαρκέλλα σηκώθηκε μέσα στη νύχτα και ζωγράφισε στο μπλοκ της ένα άλογο και μια ανοιχτή πόρτα στον ουρανό. Άφησε το μπλοκ ανοιχτό, όπως της είχε ζητήσει η μικρούλα κι απέναντί του στερέωσε ένα καθρέφτη της μαμάς. Έπειτα, ξάπλωσε ξανά και την πήρε ο ύπνος.
Το πρωί, η Μαρκέλλα θυμήθηκε το όνειρο. Πλησίασε στο μπλοκ της και έσκυψε να δει τη σελίδα. Το άλογο είχε εξαφανιστεί. Υπήρχε μόνο η ζωγραφισμένη πόρτα στον ουρανό, η οποία όμως ήταν κλειστή τώρα. Η Μαρκέλλα δεν παραξενεύτηκε – ήξερε ήδη. Χαρούμενη, κατέβηκε για πρωινό.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

6 σχόλια:

  1. Φλώρα μου καλημέρα!
    Η ιστορία 13 έχει το όνομα κάτω από τον τίτλο;
    Εκτός κι αν ενσωματώνεται στην ιστορία.

    Πωπω τρεις αναρτήσεις;;;;;;;
    Θα το πάω σιγά σιγά ...δεν θέλω να αδικήσω τις πραγματικά καλύτερες!
    Μια πρώτη ματιά μου έδειξε ότι είναι πολύ δύσκολο το έργο και θα πάρει πολύ χρόνο και μελέτη!
    Ευτυχώς που έχουμε το τριήμερο!
    Σε φιλώ προσωρινά!
    Θα περάσω πολλές φορές σιωπηρά και θα μελετώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το αφαίρεσα το όνομα...
      Ελπίζω να με συγχωρέσουν οι φίλοι..
      Βλέπεις οι πολλές ιστορίες....... τα έχουν τα μπερδέματα.
      Σε περιμένω με την ησυχία σου να διαβάσεις και να βαθμολογήσεις...

      Διαγραφή
  2. Φλώρα μου δεν εμφανίζεται το τρίτο μέρος της ανάρτησης των ιστοριών, μπορεσα να διαβάσω μέχρι και την 19η ιστορία μετά κενό.....................κάνε έναν έλεγχο γιατι στα σχόλια είδα ότι έχουνε βαθμολογηθεί ιστορίες και απο το 3ο μέρος της ανάρτησης, τι συμβαίνει;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κλαυδία μου εγώ το βλέπω κανονικά το 3ο κομμάτι... Πάτησε παλαιότερη ανάρτηση και θα το δεις...

      Διαγραφή
  3. Φλωρα μου...εκανα μια πρωτη περασια που λένε ..απο τις ιστορίες.. ολες εχουν να μας πουν και κατι.. μου αρεσαν αλλα θα ξαναδιαβαστούν.....παντα χρειάζεται μια δευτερη αναγνωση.....τα λεμε ..να περασεις ενα ομορφο διήμερο... το Σαββατο εχει ήδη περάσει.. φιλακια πολλα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλό διήμερο και σε σένα Ρούλα μου...
      Φιλιά

      Διαγραφή