Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

2η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 6ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"



ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΤΟΥ 6ου ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"
ιστορίες 11 έως 23 


13. Το όνειρο της Αγνής

Στα χρόνια τα αλλοτινά, στα μαγικά τα χρόνια,
τότε που κάστρα χτίζανε με πύργους και μπαλκόνια,
τότε που βασιλιάδες ζούσανε, μα και απλοί αγρότες
και δράκοι επικίνδυνοι και θαρραλέοι ιππότες,
γεννήθηκε η μικρή Αγνή, η τρισχαριτωμένη
και στο παλάτι γίναν όλοι τους πολύ ευτυχισμένοι.
Μεγάλωνε η πριγκίπισσα κι όλα την ενοχλούσαν.
Για το χατίρι της αχάριστης κάναν ό,τι μπορούσαν.
Της έφερναν φορέματα απ' όλης της γης τα μέρη,
κοσμήματα πολύτιμα να τα φορά στο χέρι.
Φροντίζανε τους κήπους της να' ναι ανθισμένοι πάντα,
ρόδα, γεράνια, μυγδαλιές, γαρδένιες και λεβάντα.
Μα εκείνη ούτε ένα "ευχαριστώ" δεν έλεγε ποτέ της
και μουτρωμένη κλείνονταν μέσα στο σεπαρέ της.
Το ένα δεν της άρεσε, το άλλο της βρομούσε.
Μέσα σε φυλακή χρυσή ένιωθε ότι ζούσε.
Δεν θέλω καλλωπίσματα, δεν θέλω άλλα δώρα.
Το μόνο μου όνειρο κρυφό είναι μια ξένη χώρα.
Είναι ένας τόπος μαγικός, μέρος παραμυθένιο.
Ψάχνω μες στα βιβλία μου κι ό,τι μπορώ μαθαίνω.
Έχει τριγύρω θάλασσα, πολλά-πολλά νησάκια,
με παραλίες ολόχρυσες και κάτασπρα σπιτάκια.
Σ' αυτή τη χώρα οι άνθρωποι χαίρονται τη λιακάδα
και τ' όνομά της όμορφο, Ελλάδα τη λεν, Ελλάδα.
Αυτή είναι η επιθυμία μου, εκεί θέλω να ζήσω
κι' όσα και να μου δώσετε,να μη γυρίσω πίσω.

14.Απόγνωση
    Ήταν μόνη της στο δωμάτιο. Καθόταν σιωπηλή σε μια καρέκλα κοιτώντας ένα λουλούδι πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, πρησμένα, αλλά στεγνά. Δεν είχε άλλα δάκρυα να χύσει. Ένιωθε πως είχε στερέψει από ζωή. Πως δεν υπήρχε λόγος πια να ζει. Άγγιξε τα κόκκινα άνθη του. Δεν είχε προλάβει να ξεραθεί ακόμη, ούτε καν είχε μαραθεί. Κι όμως, είχαν περάσει τέσσερις μέρες από τότε που της το έδωσε. Έτσι απλά. Μια κίνηση χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Ένα γεράνι από τη μεγάλη γλάστρα στο μπαλκόνι και ένα χαμόγελο μόνο για εκείνη. Αυτές οι απλές κινήσεις του, την έκαναν να τον ερωτεύεται όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα. 
    Σκέφτηκε το πως τον γνώρισε. Καλοκαίρι ήταν. Διακοπές με μια μικρή παρέα κι αυτός ο μόνος άγνωστος σ' αυτήν. Με την πρώτη ματιά τον ερωτεύτηκε. Δεν πίστευε στον κεραυνοβόλο έρωτα και να που το ζούσε. Αυτός απόμακρος και φιλικός, δεν της έδινε δικαίωμα για να ελπίσει, μέχρι ένα πρωί. Μια κράμπα, και η μαγεία της θάλασσας έγινε εφιάλτης. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, μόνο να φωνάξει. Και όλοι γέλασαν εκτός από αυτόν. Είδε την ικεσία στα μάτια της; Μετά όλα ένα κενό και έπειτα δυο μάτια. Τα δικά του, να την κοιτάζουν όλο ανησυχία βουρκωμένα.
"Τι θα έκανα αν μου πάθαινες κάτι;" Και ένα φιλί στα χείλη μπροστά σε όλους. 
    Και τώρα ο  ιππότης της έφυγε. Το όνειρο που ζούσε τα τελευταία πέντε χρόνια έγινε εφιάλτης. Πονούσε παντού...κι όμως δεν είχε καμία πληγή. Ούρλιαζε...αλλά το στόμα της ήταν κλειστό. Οι πόρτες της ψυχής της κλείσανε και το μυαλό της σταμάτησε όταν είδε τα μάτια του σφαλιστά. Το σώμα της είχε παγώσει μαζί με το δικό του, κι ας κυλούσε ακόμη στις δικές της φλέβες ζεστό αίμα. Τίποτα δεν είχε νόημα χωρίς αυτόν. Ένιωθε πως δεν θα χαμογελούσε ποτέ ξανά. Και πως θα μπορούσε άλλωστε; Ο κόσμος της κατέρρευσε και αυτή ανήμπορη παρακολουθούσε τα κομμάτια του να πέφτουν και να σπάνε. Να διασκορπίζονται, να γίνονται σκόνη και να κολλούν στο δέρμα της. Να το ποτίζουν και να το δηλητηριάζουν.
    Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω. Πήρε το γεράνι στα χέρια της και έσφιξε τον μίσχο του. Έπρεπε να το σώσει! Να το διατηρήσει! Να το κρατήσει ζωντανό! Εκείνος της έφυγε αλλά όχι κι αυτό. Αυτό δεν θα το άφηνε από τα χέρια της. Τα δάχτυλά της θα γίνονταν 
φυλακή και θα το κλείνανε μέσα. Ήταν δικό του, το είχε κρατήσει, ήταν κομμάτι του, όχι; Το ακούμπησε στα χείλη της. Ήταν τόσο απαλά τα άνθη του, όσο και τα δικά του χείλη. Από το στόμα της βγήκε μια κραυγή απελπισίας. Έπεσε στο πάτωμα και άρχισε να τραντάζεται από τους λυγμούς. Πέταξε το γεράνι από τα χέρια της, και το κοίταξε με φρίκη και μίσος.
"Φέρτον μου πίσω" άρχισε να ουρλιάζει...

15.Η Ζωή του ονείρου

Οι τοίχοι έσταζαν υγρασία...
Μικροί κόμποι νερού που κυλούσαν σαν δάκρυα στους πέτρινους παγωμένους τοίχους.
Το σιδερένιο κρεβάτι κολλημένο στην άκρη.
Οι βρώμικες κουβέρτες που το σκέπαζαν, από καιρό τώρα είχαν χάσει το πρωταρχικό τους χρώμα.
Δεν θυμόταν ποιά ήταν η αφορμή που είχε βρεθεί εκεί.... είχε σβήσει με μια μονοκοντυλιά… από την μνήμη της, ότι είχε συμβεί....
Ξάπλωσε επάνω στην βρώμικη κουβέρτα, έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι της και έκλεισε τα μάτια...
Αυτό… έκανε κάθε φορά  που ήθελε να ξεφύγει και να πετάξει  έξω από τους μουχλιασμένους τοίχους της φυλακής.
Τότε ήταν που έμπαινε στο όνειρο που είχε φτιάξει μόνο για εκείνη...!!!!!
Γινόταν κάτασπρος γλάρος λεύτερος... με φτερά ανοιγμένα τόσο μεγάλα που θα μπορούσε να αγκαλιάσει όλη τη γη....!!
Πετούσε πάνω από τη γαλάζια θάλασσα και πήγαινε σε μέρη μαγικά.... εκεί που μόνο η γλαρένια της ψυχή μπορούσε να πάει..
Ένα καταγάλανο ακρογιάλι με ένα μικρό άσπρο σπιτάκι ήταν αυτό που στέγαζε το όνειρο της… Η αυλή του γεμάτη όλων  των ειδών τα λουλούδια... πόσα χρώματα!!!! ακόμη και αυτά του ουράνιου τόξου ξεπερνούσαν τα λουλούδια της... αλλά αυτό που αγαπούσε πιο πολύ... ήταν η γλάστρα με το κόκκινο γεράνι που έμοιαζε σαν την φλόγα στην καρδιά της, για τον αγαπημένο της ιππότη… που για την αγάπη της μπορούσε να βάλει με όλα τα στοιχειά τούτου του κόσμου και του άλλου..
Κάθε απόγευμα τον περίμενε μπροστά στην αυλόπορτα να τον καλωσορίσει με ένα φιλί και να κουρνιάσει ευτυχισμένη στην αγκαλιά του...
Το τρίξιμο από το γύρισμα του κλειδιού στην σκουριασμένη κλειδαριά, την έκανε να ανοίξει τα μάτια...!!!!!
Πόσο μισούσε αυτήν την στιγμή..!!!!!!!!!!

16. Άστεγος

Έγινε θάλασσα η ζωή τρικυμισμένη
κι εγώ ναυάγησα σ' ένα μικρό νησί
με την σχεδία πια στα βράχια τσακισμένη
δεν έχει πια για μένα επιστροφή.
Είν' το νησί αυτό η φυλακή μου
κι όλα επάνω του κυλούν νωχελικά
γύρω αφρίζει μανιασμένη η ζωή μου
δεν έχει όνειρα ούτε ο ύπνος τώρα πια.
Δεν έχει χρώμα από γεράνια εδώ τριγύρω
ούτε της νύχτας του ιππότη ευωδιά
δεν έχει στρώμα εδώ το σώμα μου να γείρω
μόνη παρέα τώρα πια η μοναξιά.

17.Μια απόφαση

Έβγαλε τα παπούτσια της και βύθισε τα πόδια της στην υγρή, κρύα άμμο. Η θάλασσα ήταν πάντα εκεί όποτε τη χρειάζονταν. Σήμερα απλώνονταν μπροστά της γαλήνια και ήρεμη σαν να μην είχε καμιά έγνοια και τη ζήλεψε για την ξεγνοιασιά της. Ένα κυματάκι προσπάθησε να μετρήσει τις σκέψεις της, αλλά αυτές σαν άλογα κάλπαζαν μακριά. Πώς να τα βγάλει πέρα το κυματάκι με την τρικυμία του μυαλού της; Ένιωσε άσχημα μπροστά σε τόσες σκέψεις, αγνόησε τη γυναίκα και άρχισε να ασχολείται ξανά με τις βάρκες που λικνίζονταν στο ανάλαφρο άγγιγμά του.
Η Άννα άναψε τσιγάρο και άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει στην απεραντοσύνη. Έμεινε έτσι για ώρα να αγναντεύει και να σκέφτεται.
Ξαφνικά σαν να πήρε μια απόφαση σηκώθηκε. Έπρεπε να σπάσει τα δεσμά της φυλακής της. Χρόνια τώρα ήταν δέσμια ενός ονείρου που την κρατούσε πίσω.
Το όνειρο ξεθώριασε, έχασε τη λάμψη του κι αυτή δεν το έβλεπε. Κορόιδευε τον εαυτό της. Τον κοίμιζε ξανά και ξανά με τους χτύπους της δικής της καρδιάς. 
-Τώρα, μονολόγησε, θα τελειώσει το παραμύθι.
Το κύμα αναστέναξε, κατάλαβε την αλλαγή κι απλώθηκε λίγο περισσότερο για να την ενθαρρύνει. 
Η Άννα το ένιωσε γύρω της και συνειδητοποίησε πως είχε μπει στη θάλασσα. Το νερό της έφτανε ήδη ως τη μέση. Στάθηκε για λίγο σαν χαμένη και μετά με βήμα αργό, που δεν είχε μέσα του τόση αποφασιστικότητα όσο η σκέψη που την έκανε λίγο πριν να πεταχτεί όρθια, βγήκε ξανά στην αμμουδιά.
Έφτασε στο αυτοκίνητο, φόρεσε τα παπούτσια της κι έβαλε μπροστά. Έφτασε σπίτι πριν καν το καταλάβει και ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα έσκυψε και χάιδεψε το γεράνι για να πάρει δύναμη. Αγαπούσε τα λουλούδια, αλλά πιο πολύ αγαπούσε αυτό το λουλούδι γιατί της το είχε χαρίσει η μάνα της. Κατευθείαν από το πατρικό της για να της θυμίζει πως ό, τι και να γίνει δε θα είναι ποτέ μόνη.
Μπήκε μέσα κι άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα της. Ήξερε που θα πάει. Κρατούσε την αγαπημένη της μπλούζα όταν την πήραν τα κλάματα. Έχωσε το πρόσωπό της στην μπλούζα για να πνίξει τους λυγμούς. Ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Η αποφασιστικότητα για άλλη μια φορά έλιωσε και κύλησε από πάνω της σαν τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό της.
Σηκώθηκε  νικημένη, έβαλε τη βαλίτσα στη θέση της και την μπλούζα στα άπλυτα. 
Ποιον κορόιδευε; Ήξερε πως δεν μπορούσε να φύγει. Ήξερε πως ο ιππότης της είχε μεταλλαχτεί  σε ένα πλάσμα που δεν αναγνώριζε πια, αλλά δεν μπορούσε να φύγει. Όχι πριν του δώσει άλλη μια ευκαιρία. Άγγιξε το μαυρισμένο της μάτι. Θυμήθηκε τα κλάματά του. Την υπόσχεσή του πως δε θα το ξανακάνει. Πιάστηκε από την υπόσχεση με όση δύναμη της έμενε ξεχνώντας όλες τις άλλες φορές που της το είχε υποσχεθεί και σηκώθηκε να ετοιμάσει το φαγητό.

18.Τα Χρόνια της Αθωότητας

Tέλη της δεκαετίας του ’50 και μέναμε τότε στα χαμόσπιτα στην άκρια της πόλης.
Μπροστά  στην θάλασσα ήταν τα σπίτια των καπεταναίων, δίπατα με μεγάλες αυλές και παραπίσω χτίζανε άναρχα οι πιο φτωχοί, ίσα να φτιάξουν μια κάμαρη και σαν κάνανε παιδιά πρόσθεταν κι άλλες να στεγάσουν κι εκείνα τις δικές τους οικογένειες. Έτσι μέναμε κι εμείς, ο παππούς με την γιαγιά στην μπροστινή κάμαρα, δίπλα εμείς τέσσερα άτομα, και  παραδίπλα έμενε ο θείος Αντωνάκης με την γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους. Ίσα που χωράγανε στην κάμαρη, στρωματσάδα κοιμόντουσαν κι η γκρίνια της Αντώναινας δεν είχε τελειωμό για το λιγοστό φαί, για την κάμαρη που δεν τους έφτανε, για τα παιδιά που της έσπερνε ο άντρας της !
  Ασπρισμένες οι κάμαρες με τον ασβέστη και μπροστά η μικρή αυλή μας, να βλέπει σ΄ ένα ψηλό μαντρότοιχο  κι η μάνα μου να χει αραδιασμένους τους ασβεστωμένους ντενεκέδες φυτεμένους με κόκκινα γεράνια και γαζίες που μοσχοβολούσαν τις καλοκαιρινές νύχτες και φώναζε η Αντώναινα πως έπιαναν τον χώρο και δεν είχαμε που να παίξουμε εμείς τα παιδιά … τότε έβγαινε  η γιαγιά με την μαγκούρα κι έπιανε την νούσια στ ΄ αρβανίτικα κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε!
Φυλακή την ένοιωθα την ζωή μου τότε μέσα στην μικρή αυλή, ήθελα να βλέπω θάλασσα, σαν τον παππού που ‘βγαινε με την βάρκα αξημέρωτα και γύριζε με το κοφίνι να σταλάζει θάλασσα γεμάτο σπαρταριστά ψάρια  . Έτσι κι εγώ που με έβρισκες που μ΄ έχανες  στο μουράγιο με το καλάμι που το ‘κρυβα πίσω απ ΄ το μπουχαρί, να ψαρεύω και να πετάγομαι κάθε τόσο νομίζοντας πως άκουγα την φωνή της μάνας μου ….- Νικολήήήή που είσαι διάολεμένεεεε....μέχρι την θάλασσα ακουγόταν κι είχε ένα χέρι σαν βαριοπούλα .
Βάραγε με το παραμικρό που κάναμε εγώ κι η αδελφή μου και σαν γύριζε το βράδυ ο πατέρας τον άρπαζε από την πόρτα και του ‘λεγε δίχως ανάσα τα κατορθώματά μας και για να γλυτώσει κι αυτός από την γκρίνια μας άρπαζε σε δεύτερο γύρο ξύλο μέχρι που πεταγόταν ο παππούς με τα σώβρακα έξω και μας έσωνε …. Τον φοβόταν ο πατέρας τον παππού, δεν του έβγαινε επάνω , σε μια του λέξη όλοι  σταματούσαν τον σαματά και φεύγαν πέρα δώθε για να μη οργιστεί πιότερο γιατί είχε μια δύναμη που και βόδι έριχνε κάτω. 
Μα ήταν ένας αγαθός γίγαντας ο παππούς…. Μας μάζευε τα βράδια δίπλα στο τζάκι , δίπλα σε ένα ραφάκι είχε πέντε έξη στραπατσαρισμένα βιβλία με τσαλακωμένες σελίδες και μας διάβαζε με δυσκολία, συλλαβίζοντας τις λέξεις, ιστορίες για Ιππότες και βασιλοπούλες, για νεράιδες και ξωτικά. 
Το όνειρο του όμως ήταν να προκόψουμε, να ξεφύγουμε από την φτώχεια, μας μοίραζε και  αξιώματα… Δάσκαλος εσύ Θανασάκη, δικαιόρος ο Μελέτης, παπάς εσύ Νικολή….
Δεν έγινα παπάς τελικά, σαν φόρεσα τα σπαθόλουρα και το γυαλιστερό ξίφος με την χρυσή λαβή γύρισα να κάνω προσκύνημα  στο σπίτι που μεγάλωσα. Μισογκρεμισμένα βρήκα τα χαμόσπιτα, μα μέσα απ τα χαλάσματα σαν όνειρο μου φάνηκε πως  είδα τον παππού να με σταυρώνει καμαρώνοντας για μένα.

19. Θάλασσα ιππότης γεράνι όνειρο φυλακή

Όλη μου η ζωή μπορεί να ήταν μία θάλασσα. Τόσα πολλά που θάφτηκαν μέσα της ναυάγια, μαζί με τους πειρατές που βρέθηκαν στον πάτο, κι ένας βυθός σπαρμένος κοράλλια κόκκινα της καρδιάς κι αθέατα. Πάντα ταξίδευα σε ταραγμένα νερά και μαζί μου φυλαχτό της ψυχής ο Ιππότης, εκείνος που βρέθηκε με μιας μαζί μου να τον έχουν καταπιεί τα μαύρα κύματα. Εσείς θα βρείτε όλα τα στοιχεία προσεκτικά ασφαλισμένα στο μπουκάλι αυτό σφραγισμένο από το βουλοκέρι. Η Αγάπη μου ασφυκτιά κλεισμένη στο μπουκάλι.  Εκεί μέσα μένει ατόφια, ακόμη κι αν την παραδέρνουν και την πιέζουν στο βυθό τα κάτω κύματα. Εκεί μέσα έχω κλείσει ένα ολόδροσο γεράνι που κρατάει ακόμη τις δροσιές του και θυμίζει την αυλόπορτα και το μικρό μου κήπο, εκεί που τα γεράνια είναι πολλά και αιμάτινα. Θεριεύουν πάντα. Είναι ο κήπος που άκουγε μέσα στα θροίσματα τις συναντήσεις μας και τις ανάσες. Όλες τις αγωνίες που αγκομαχούσαν τα’ όνειρο. Αλλά ο φόβος πάντα βγαίνει αληθινός, και πάντα χρειαζόμαστε όλη τη δύναμη που μπορούμε να βρούμε για να βγούμε από τη φυλακή του. Σ αυτή τη φυλακή έκλεισα μόνο το γεράνι σου και ξέρω ήδη ότι θα βρεθεί στα χέρια εκείνου που ξέρει να καταδύεται σε τέτοια βάθη. Η δύναμη επίσης είναι πάντα αληθινή, κι είναι αυτή που θα μας σώσει απ το σκοτάδι. Αρκεί να μπορείς να δεις ότι, εκεί πέρα στον ορίζοντα που κοκκινίζει η θάλασσα, χάνεται όλο το μαύρο. Όλα τα κύματα που σ έπαιρναν μακριά και κάτω, σε παίρνουν στις φτερούγες τους για ν αντικρίσεις την κόκκινη δύση, ξέροντας ότι πίσω από κάθε δύση καιροφυλαχτεί πάντα η ανατολή. Εκεί σκοπεύω να σε συναντήσω και πάλι. Θα είσαι μες τα ολόχρυσα, γιατί τέτοιο χρώμα έχουν τα μάτια σου. Θα είσαι μες τα φώτα, γιατί με τέτοια μόνο σ’ έλουζα κάθε βράδυ με προσευχές. Θα είσαι εκεί γιατί το πιστεύω βαθιά και θα έχει σωθεί απ’ τη θάλασσα κι απ το βυθό εκείνο το μοναδικό γεράνι. Εκείνο που περιμένει τον ερχομό μας μέσα από την παλιά αυλόπορτα του κήπου, μέσα από τα γερασμένα πλατύσκαλα της ψυχής, να μπούμε μαζί οι δύο μας στο σπίτι. Είναι αυτό που στεγάζει την ψυχή όταν έχει βρει επιτέλους το δρόμο της. Είναι ότι στεγάζει την Αγάπη. Είναι η Συνάντηση. Ξέρω ότι εκεί όποιος απ’ τους δυο μας φθάσει ο άλλος περιμένει. Κι αν είναι να μη φθάσουμε μαζί, θα σε περιμένω. Κι αυτό είναι Συνάντηση.

20.Κατέφτασε σαν ιππότης

Ο νέος χρόνος 2013 κατέφτασε πάνω στο άσπρο του άλογο μεγαλοπρεπής και πάνοπλος σαν ιππότης.
Ξεπέζεψε, κοίταξε γύρω του και τότε τον είδε!
-Ακόμα εδώ είσαι γέρο 2012, δεν έφυγες ακόμα;
-Τώρα φεύγω… μαζεύω τα τελευταία μου πράγματα και φεύγω.
-Άντε γρήγορα γιατί δεν έχω καιρό για χάσιμο έτσι θάλασσα που τα’ χεις κάνει. Πρέπει να πιάσω αμέσως δουλειά.
-Ναι… σιγά… να δούμε και του λόγου σου τι θα κάνεις!
-Εγώ 2012, αν θες να ξέρεις,  έχω σχέδια για αυτή τη χώρα, έχω όνειρα και να μην με λένε 2013 αν δεν τα τακτοποιήσω όλα.
-Γιατί εγώ δεν τα έκανα καλά;
-Άκου τι ρωτάει! Φώναξε θυμωμένος ο 2013. Μιλάς εσύ που έχεις διασύρει εκείνο το ομορφόπαιδο τον Παπακωνσταντίνου, επειδή λέει ξέχασε που έβαλε το «στικάκι». Άνθρωπος είναι, είχε τόσες έγνοιες στο κεφάλι του, τόσα μνημόνια… εσύ δηλαδή δεν ξεχνάς τίποτα; Εσύ δεν ήσουν που ξέχασες να στείλεις πετρέλαιο σε κείνο το νοσοκομείο και ξεπάγιασαν οι άρρωστοι; εσύ δεν είσαι που ξέχασες να στείλεις αναφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τους πυρόπληκτους των μαστιχόδεντρων της Χίου και έχασαν την επιδότηση οι άνθρωποι; Αμ ο άλλος ο περσινός που ξέχασε να τυπώσει τα σχολικά βιβλία  και τα παιδιά διάβαζαν από φωτοτυπίες; Και τώρα εγώ πρέπει να κάνω πέτρα την καρδιά μου και να τον θυσιάσω για να βγουν λάδι οι υπόλοιποι…
Από την άλλη έβαλες φόρους, φόρους, φόρους … ρωτάς  αν  εκείνος ο κύριος «μαζί τα φάγαμε», έχει λεφτά να τους πληρώσει! Εγώ πρέπει να φροντίσω και για αυτόν; Τι θέλεις δηλαδή να πάει φυλακή για χρέη στο δημόσιο  σαν τον πρώτο τυχόντα;
Δεν μιλάς ε! Τι να πεις; Έβαλες κύριε φόρους στο πετρέλαιο και έφτασε η τιμή του στα ύψη… χάθηκε να βάλεις φόρο και σε αυτούς που καίνε τζάκια και ξυλόσομπες και γέμισαν την Ελλάδα καπνούρα, με αποτέλεσμα ώσπου να πάνε από το πάρκιγκ  στο γραφείο τους τα golden boys, το κάτασπρο πουκάμισό τους να έχει γίνει κατάμαυρο και οι κυρίες του Κολωνακίου να κουνάνε πέρα δώθε τις βεντάλιες μες το καταχείμωνο για να διώξουν την αιθαλομίχλη;  Είναι πράγματα αυτά;
Και το κυριότερο! Που ακούστηκε, κύριε, να θέλεις να κόψεις τον 15ο και 16ο μισθό από κείνα τα καλά παιδιά που εργάζονται στη βουλή και να τους εντάξεις στο ενιαίο μισθολόγιο; Αναρωτήθηκες πως θα αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους; Διαιστάνθηκες  το ψυχικό τραύμα που τους δημιουργείς; Είναι αυτά τα παιδιά να εξομοιώνονται με τα παιδιά του λαουτζίκου; Ρε άντε ουστ φύγε από δω!
-Καλά, καλά φεύγω, είπε κατσουφιασμένος ο 2012, και που ’σαι εκεί στο πρεβάζι του παραθύρου σου άφησα μια γλάστρα με ένα ανθισμένο γεράνι… κοίταξε να το φροντίζεις και σου εύχομαι να μην είναι το μόνο ωραίο πράγμα που θα κάνεις κατά την διάρκεια της θητείας σου.

21.Βότσαλο ….

Σκοτάδι , τυφώνας , κυκλώνας και μέσα εγώ, ένα βότσαλο της θάλασσας .
Όχου και δεν συμπαθώ καθόλου την ανακατωσούρα, τις βροντές , την κοσμοχαλασιά . Κάνε Θεέ μου να ναι μοναχά ένα  κακό όνειρο, να μην περιπλανηθώ πολύ, να μείνω εδώ στο τόπο μου .
Έξω βροχή και μέσα βοή, τα χρώματα από γκρι έως μαύρο, οι ήχοι θαμποί, εκκωφαντικοί, στριγκοί, λες και μαζί σημαίνουν  χίλιες βραχνές σάλπιγγες, κλαίνε άνθρωποι, στενάζουν ελέφαντες, σωριάζεται  καταγής η πανοπλία ενός ιππότη, στριγκλίζουν μηχανές εργοστασίων, λες και δεν ζω εδώ στη δικιά μου παραλία .
Η θάλασσα, η μάνα μου γίνεται μεμιάς Λερναία Ύδρα, δεν με χαϊδεύει πια, δεν με νανουρίζει, με κτυπάει, με θρυμματίζει, με σέρνει στην υγρή φυλακή της . Ο αέρας που με στέγνωνε με το χάδι του, με μαστιγώνει, με πονάει, με παρασέρνει καθώς λυσσομανάει, με ξεκουφαίνει αντί  να με μαγεύει με το τραγούδι του. Τώρα πια γίνεται ο μουσικός συνθέτης του πιο βάναυσου εφιάλτη μου .
Ο ήλιος που με κανάκευε με το φως του, που παίνευε προχτές ακόμη  το κόκκινο σαν το γεράνι χρώμα μου, τη λάμψη και το θάμπος μου, με εγκατέλειψε, πιθανόν για πάντα. Έστειλε σύννεφα στη θέση του, έστειλε βροχή, χαλάζι, καταχνιά όμως γιατί ;
Χιλιάδες παράταιρα πράγματα κυλιούνται πάνω σε μένα και  στα αδέλφια μου στη παραλία. Ξύλα, πλαστικά, σίδερα, γυαλιά, φελλοί, άψυχα ζώα και ξανά λάσπη, υλικά οικοδομών, τσακισμένα κλαδιά …..
Ξαφνικά  νοιώθω να ανασηκώνομαι, στροβιλίζομαι, με σκονίζει το κύμα, με δέρνει ο βοριάς, ζαλίζομαι, ταλαντεύομαι, νοιώθω να ίπταμαι και ο κόσμος   κάτω από μένα  μοιάζει σχεδόν  με κομμάτια ανακατεμένα από πάζλ. Μισώ το σκοτάδι, δεν έχω πλέον την αίσθηση του χώρου .. Και όμως  άρχισε η κάθοδος, νοιώθω να στροβιλίζομαι, να χάνω ύψος, να κατρακυλώ, να βυθίζομαι…
Χάθηκα, άλλαξα τόπο και προορισμό, που βρίσκομαι έχει γύρω μου απίστευτη υγρασία, με αγγίζουν φυτά, θα ξαναδώ το φως του ήλιου, άραγε θα καταλαγιάσει η θύελλα, θα ναι ζεστή η αγκαλιά της θάλασσας ………….;


22.Ο Ρομαντικός ιππότης

           Μια φορά και έναν καιρό, εμφανίστηκε στο Δυτικό βασίλειο ο ιππότης Καλλίνικος από την γνωστή χώρα της Καλλιλάνδης καβάλα πάνω στο πιστό του άλογο τον Μάξ. Ο Μάξ ήταν ένα άλογο που του άρεσε κυρίως να χουζουρεύει. Στις μάχες συνήθιζε να κρύβεται ώστε να αποφύγει κάποιο τραυματισμό. Ο αφέντης του παρότι γνώριζε την κακιά αυτή συνήθεια τον αγαπούσε με όλη του την καρδιά, καθώς πέρναγαν πάμπολλες ώρες μαζί.
            Ο ιππότης είχε ενηλικιωθεί επιτέλους και ο πατέρας του τον είχε στείλει στο Δυτικό βασίλειο ώστε να εμπλακεί σε περιπέτειες που θα τον μετέτρεπαν με το πέρας του χρόνου σ’ έναν αληθινό άνδρα.
             Καθώς προχωρούσε λοιπόν μπροστά του βρέθηκε μια πανέμορφη γυναίκα. Ο ιππότης χωρίς να ξέρει την  καταγωγή της βάλθηκε μονομιάς να την κάνει δική του. Είχε μια φινέτσα πάνω της, μια μαγεία πρωτόγνωρη για τον Καλλίνικο.
             «Ωραία μου δεσποσύνη θα θέλατε να με παντρευτείτε;», ρώτησε ο ιππότης κάνοντας μια βαθειά υπόκλιση.
              Η κοπέλα έμεινε εμβρόντητη. Ο άνδρας που βρισκόταν μπροστά της ήταν ένας ξένος. Πως μπορούσε εκείνη να τον παντρευτεί; Σκέφτηκε για λίγο τι έπρεπε να κάνει. Τότε, της ήρθε μια ιδέα.
            «Για να σε παντρευτώ θα πρέπει να μου φέρεις το μαγικό γεράνι που βρίσκεται στην γυάλα στο κέντρο του βασιλικού κήπου. Αν υλοποιήσεις αυτό αυτή μου την επιθυμία, τότε δέχομαι να σε παντρευτώ», είπε η γυναίκα χαμογελώντας γλυκά.
             Ο ιππότης μαγεμένος κυρίως από τα γαλάζια της μάτια που θύμιζαν τόσο πολύ την γαλήνια θάλασσα αποφάσισε να διακινδυνεύσει την ίδια του τη ζωή για να υλοποιήσει την ευχή της αγαπημένης του.
            Μετά από καιρό έφτασε στο παλάτι. Δεν ήθελε να κλέψει το μαγικό γεράνι, γι’ αυτό θα ρωτούσε τον βασιλιά αν μπορούσε να του το παραχωρήσει. Άλλωστε δεν άρμοζε στην καταγωγή του να διαπράξει κλοπή.
            Φτάνοντας στην αίθουσα του θρόνου, ζήτησε από το βασιλιά να ικανοποιήσει το αίτημά του.
             «Δεν θα σου δώσω το μαγικό γεράνι και φύγε από το βασίλειό μου θρασύτατε ιππότη, γιατί διαφορετικά θα καταλήξεις στη φυλακή», φώναξε εκνευρισμένα ο βασιλιάς.
             «Θα στο επιστρέψω μεγαλειότατε, απλά να της το πάω πρέπει κι ύστερα εκείνη θα με παντρευτεί.»
              Ο βασιλιάς λυπήθηκε τον νεαρό και συμφώνησε να του παραχωρήσει το μαγικό γεράνι με τον όρο να το επιστρέψει. Βαθειά μέσα του πίστευε όμως ότι η γυναίκα που είχε ερωτευτεί παράφορα ο Καλλίνικος δεν θα τον παντρευόταν γιατί θα ήθελε για πάντα το λουλούδι.
              Ο Καλλίνικος πήρε λοιπόν το γεράνι. Μόλις το έβγαλε από τη γυάλα γέρασε τόσο ώστε με δυσκολία μπορούσε να περπατήσει. Ο βασιλιάς του εξήγησε ότι θα γινόταν πάλι νέος όταν το επέστρεφε.
             Μετά από αρκετό καιρό ο ιππότης βρήκε επιτέλους την αγαπημένη. Παρότι είχε κουραστεί από την πορεία και παρότι μετά βίας κουνούσε πια γερίκά του πόδια, είχε βρει την αγαπημένη. Κάθε βράδυ την έβλεπε στα όνειρά του και έτσι είχε το παράφορο πάθος του για εκείνη.
            Ωστόσο, όταν την πλησίασε και της έδειξε το λουλούδι εκείνη δεν του έδωσε καμία σημασία. Όχι μόνο δεν τον πίστεψε λόγω ηλικίας αλλά και τον κορόιδεψε. Έτσι, ο ιππότης με τη ραγισμένη καρδιά πήρε το δρόμο της επιστροφής.


23.Ένα ευτυχές ατύχημα

 Τα είχε όλα στη ζωή της η Μελίνα και όμως ένιωθε ότι κάτι της λείπει… Δηλαδή, για να ακριβολογούμε δεν τα είχε ακριβώς όλα… Δεν είχε δημιουργήσει ακόμα τη δικιά της οικογένεια… Ζούσε με τους γονείς της. Οι οποίοι την υπεραγαπούσαν και την υπερ-προστάτευαν και την περιόριζαν πολύ… Πραγματικά υπήρχαν στιγμές που ένιωθε να πνίγεται - ο αέρας δεν της έφτανε - ένιωθε ότι δεν μπορεί να πάρει ανάσα. Λες και βρισκόταν σε αδιέξοδο. Σπίτι με τους γονείς της, δουλειά, σπίτι, δουλειά, άντε και κάνα γυμναστήριο άντε και καμιά σαββατιάτικη έξοδο με τις λιγοστές φίλες που είχε. Θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένη αλλά όχι δεν ήταν, δεν της αρκούσαν όλα αυτά.
Ελεύθερη ένιωθε μόνο στα όνειρά της. Εκεί μπορούσε πραγματικά να δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο που θα τη γλίτωνε από τη βαρετή καθημερινότητα και τους φορτικούς γονείς της. Λίγο πολύ ονειροπολούσε και στο ξύπνιο της - οραματιζόταν τη στιγμή που θα εμφανιζόταν μπροστά της ο ιππότης της αν όχι πάνω στο άσπρο άλογο, τουλάχιστον μέσα σε ένα διθέσιο κάμπριο αμάξι, να την παίρνει και να πηγαίνουνε βόλτα στη θάλασσα με τα μαλλιά της να ανεμίζουν και αυτή να νιώθει τόσο ανάλαφρη!
Κάπως έτσι ονειροπολούσε κι εκείνο το πρωί που πήγαινε στη δουλειά της - οδηγούσε και το μυαλό της έτρεχε - ούτε καν είδε το κόκκινο φανάρι, ώσπου ο χτύπος και οι φωνές, την επανέφεραν απότομα στην άσχημη πραγματικότητα. Βγήκε γρήγορα να δει τι έγινε… Ένας νεαρός ήταν πεσμένος μπροστά από το αμάξι της. Κόσμος είχε μαζευτεί τριγύρω του και μόλις την είδαν, την καταδίκασαν κιόλας με το βλέμμα τους. Εκείνη σοκαρισμένη πλησίασε τον νεαρό. Ευτυχώς είχε τις αισθήσεις του. «Χίλια συγνώμη… Πες μου, πονάς κάπου;  Να φωνάξω ασθενοφόρο;». «Έχουμε ήδη καλέσει την αστυνομία και το ασθενοφόρο», πετάχτηκε ένας κύριος από τους παρευρισκόμενους. Στο μυαλό της σχημάτισε τρομαγμένη την εικόνα της πίσω από τα κάγκελα της φυλακής
 Όταν τέλειωσαν τα τυπικά με τις ασφαλιστικές και την ανάκριση της αστυνομίας κι αφού το ασθενοφόρο είχε ήδη μεταφέρει το νεαρό στο πλησιέστερο νοσοκομείο, η Μελίνα αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Μόλις βρήκε το δωμάτιο του, τον πλησίασε: «Είσαι καλά;». Ο νεαρός άντρας την κοίταξε γλυκά, «Μου έκαναν ακτινογραφίες και διάφορες εξετάσεις. Περιμένω τα αποτελέσματα αλλά νιώθω καλά, μην ανησυχείς». Η Μελίνα ένιωθε απίστευτα ένοχη αλλά ο νεαρός φαινόταν ήρεμος. «Συγνώμη, δεν ξέρω καν το όνομά σου και σε πήρα στο λαιμό μου… ήμουν αφηρημένη και δεν πρόλαβα να σταματήσω στο φανάρι και δεν σε είδα και πω πω… θα μπορούσες να... ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω… Δόξα τω Θεώ είσαι καλά…», την έπιασε παραλήρημα τη Μελίνα. «Κώστα με λένε και χαίρομαι κι εγώ που είμαι καλά και δεν έγινε τίποτα χειρότερο να με κλαίει η μάνα μου», είπε χαμογελώντας.
Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε και ο Κώστας με τη Μελίνα ζούνε ευτυχισμένοι μαζί με τα δυο τους παιδάκια. Καμιά φορά κάθονται το βραδάκι στη βεράντα τους με τις πολυάριθμες γλάστρες τους με γεράνια και τριανταφυλλιές όλων των χρωμάτων και θυμούνται γελώντας τον επεισοδιακό τρόπο γνωριμίας τους! 


10 σχόλια:

  1. Φλωρίτσα, αύριο θα τα διαβάσω μιας και η ώρα δύσκολη.. είχε τέλειες λέξεις το παιχνίδι!!! αυτή τη φορά ούτε για δείγμα δεν πρόλαβα και τις είχα σώσει και τις λέξεις. όλο τα ίδια λέω και θα νομίζεις κοροϊδεύω, αλλά ειλικρινά μου αρέσει πολύ το παιχνίδι αυτό! :) φιλάκια, καληνύχτα! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Περιμένω evonita μου, τόσο τη βαθμολόγησή σου, όσο και τη συμμετοχή σου. Την άλλη φορά βάλε το σκοπό να γράψεις...

      Διαγραφή
  2. Παντα μαρεσαν τα παραμυθια απο μικρο παιδι και πολυ χαιρομαι που διαβασα πολλα μαζεμενα.Δεν ξερω αν πρεπει να βαθμολογησω εδω ή στην 1 αναρτηση για αλλα δυο ακομη!τελοσπαντων παμε απτην αρχη!
    Βαζω 2 στην ιστορια με αριθμο 1,3 στην ιστορια με αριθμο 5 και 1στην ιστορια με αριθμο 19!
    Καλη μερα να εχεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όπου κι αν βαθμολογήσεις δεν έχει σημασία.
      Ευχαριστώ που επανήλθες και βαθμολόγησες 3 ιστορίες.

      Διαγραφή
  3. Φλώρα μου συγχαρητήρια στο παιχνίδι σου και σε όλους τους διαγωνιζόμενους. Κι η δική μου βαθμολογία είναι αποτέλεσμα σκληρών "διαπραγματεύσεων" να κρατήσω έξω μερικές ακόμα που με εντυπωσίασαν. Οπότε, η βαθμολογία μου είναι η εξής:
    # 6. Στα κλεφτά (3 βαθμοί). Για τη δυναμική της & τον κοφτερό λόγο της. Και γιατί θεωρώ ότι εκφράζει απόλυτα, όχι μόνο τους ξενιτεμένους μας, αλλά και τους μετανάστες που έρχονται στην πατρίδα μας και ζουν τη δική τους «φυλακή».
    # 18. Τα Χρόνια της Αθωότητας (2 βαθμοί). Δεν το διάβασα. Το είδα. Το μύρισα, το απόλαυσα. Τόσο περιγραφικό, που έμεινα με την εντύπωση ότι είδα μια νοσταλγική ταινία, με εξαιρετική φωτογραφία.
    # 7. Tα αλμυροκαυτερά... (1 βαθμός). Εμπνευσμένο, εξαιρετικά ευρηματικό και τέλεια προσαρμοσμένο στις πέντε λέξεις.

    Καλή συνέχεια στο δύσκολο έργο της καταμέτρησης...
    Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Mαρία μου ευχαριστώ για τη βαθμολόγηση και για το εκτεταμένο αναλυτικό σχόλιο. Αυτό βοηθάει πολύ ψυχολογικά όσους βλέπουν να προτιμούνται οι ιστορίες τους.

      Διαγραφή
  4. Ανώνυμος8:29 μ.μ.

    Γεια σου Φλωρα!Πρωτη φορά μπαινω στο site σου,αλλα μου άρεσε πάρα πολύ το παιχνίδι που παίζετε και αποφάσισα(αφού δεν έχω το ταλέντο να γράφω,δυστυχώς!)να ψηφίσω τις αγαπημένες μου ιστορίες!Αφού διάβασα δυο φορές την κάθε ιστορία κατέληξα στις εξής.
    Δίνω 3 βαθμούς στην ιστορία με τον αριθμό 9(Εικόνες),2 βαθμούς στην ιστορία με τον αριθμό 2(Ο καπετάνιος της ζωής μου) και 1 βαθμό στην ιστορία με τον αριθμό 10(με τον μικρο ιππότη και το δράκο).
    Καλή επιτυχία σε όλους!Ανυπομονώ να διαβάσω τις επόμενες ιστορίες!!!Φιλάκια!!!Yiannouli Y.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ χάρηκα που ήρθες και σου άρεσε. Καλά έκανες και βαθμολόγησες και ακόμη καλύτερα που έβαλες στο τέλος το όνομά σου γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσα να λάβω υπόψη μου τη βαθμολόγησή σου.
      Ποτέ μη λες ότι δεν έχεις ταλέντο.
      Πάλεψέ το λίγο την άλλη φορά και θα δούμε...

      Διαγραφή
  5. Λοιπον Φλωρα μου....ψηφιζω το 18 με βαθμο και το διαβαζω αποψε :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νανά μου φαντάζομαι πως δίνεις 3άρι στο 18, αν και δεν το διευκρινίζεις. Αν θέλεις να βάλεις άλλο βαθμό σε παρακαλώ γράψε μου με σχόλιο. Καλό βέβαια θα ήταν να δώσεις και σε άλλες 2 ιστορίες βαθμούς.
      Οι βαθμοί ανάλογα με το πόσο σου άρεσε η κάθε ιστορία είναι 3, 2 και 1.
      Φιλιά κι ευχαριστώ και πάλι.

      Διαγραφή