Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

1η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 5ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"


Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συμμετέχοντες στο παιχνίδι μας γιατί με  εμπιστεύτηκαν και ξόδεψαν χρόνο  και σκέψη για να γράψουν και να λάβουν μέρος.
Η συμμετοχή και στο 5ο παιχνίδι μας ήταν κι αυτή τη φορά μεγάλη, πλην όμως λίγο αργοπορημένη, αφού πολλές ιστορίες έφθασαν στο παρά πέντε. Προφανώς οι γιορτές σας απασχόλησαν αρκετά και έμεινε το παιχνίδι για την τελευταία στιγμή. Σημασία όμως έχει ότι δεν το ξεχάσατε και συμμετείχατε τιμώντας με για ακόμη μια φορά.
Δυστυχώς για οικονομία χώρου αναγκάστηκα και έκοψα από τις ιστορίες σας διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους.


[Θέλω να συγχωρήσετε μερικές ατέλειες που προέκυψαν κατά την ανάρτηση των ιστοριών και έχουν να κάνουν με διαφορά χρώματος στο πίσω μέρος της ανάρτησης, διαφορά χρώματος και έντασης γραμμάτων κ.α., αλλά δυστυχώς δεν κατάφερα να τα διορθώσω περισσότερο.]

Τώρα ήρθε η ώρα να μπείτε στον κόπο να βαθμολογήσετε. 

    Οι βαθμοί που μπορείτε να βάλετε είναι 3, 2 και 1 ξεκινώντας από 3 για την καλύτερη και φθάνοντας στο 1 για την τρίτη  κατά σειρά.

    Δεν είναι υποχρεωτικό να βαθμολογήσετε 3 ιστορίες. 
    Μπορείτε να βαθμολογήσετε μόνο 1 ή 2 ιστορίες.
    Δεν μπορείτε να δώσετε σε 2 ιστορίες ίδιο βαθμό. 
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε ανώνυμα.
    Δεν μπορείτε να βαθμολογήσετε τη δική σας ιστορία.

   Εμένα θα μου επιτρέψετε να μην βαθμολογήσω επειδή:
α) έχω διαβάσει τις ιστορίες πολύ πριν από εσάς
β) γνωρίζω ποιος έστειλε κάθε ιστορία και 
γ) κουράστηκα να τις αναρτήσω, άρα θέλω διάλειμμα όσο εσείς 
    βαθμολογείτε  (αυτό μην το πάρετε στα σοβαρά - πλάκα κάνω)

Τις βαθμολογίες σας θα τις στείλετε με σχόλιό σας στο τέλος της ανάρτησης αυτής. 

Χαρά μου θα ήταν να ακούσω και τα σχόλιά σας, θετικά ή αρνητικά για τις ιστορίες  ή για κάτι που πήγε ή δεν πήγε καλά σ' αυτό το παιχνίδι ώστε στο επόμενο να έχει διορθωθεί. 

Εξ αιτίας του όγκου των ιστοριών - παραμυθιών καλό θα ήταν διαβάζοντας να κρατάτε και σημειώσεις με τους αριθμούς των κειμένων που σας εντυπωσίασαν και στο τέλος να επιστρέψετε για μια 2η ανάγνωση  όσων ξεχωρίσατε ώστε να πάρετε τη σωστή απόφαση για τη βαθμολογία που θα δώσετε.



ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙΤΕ 
ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ 4/1/2013

Το Σάββατο  5/1/13 
θα αναρτηθούν τα αποτελέσματα της βαθμολογίας σας 
και θα ανακηρυχθούν οι 3 νικητές του 5ου παιχνιδιού.

Στο 5ο παιχνίδι μας 
μαζεύτηκαν   18 ιστορίες - παραμύθια
 βασισμένες στις λέξεις:
πάθος, γυναίκα, κέδρος, πορτατίφ, μεντεσές

και μοιράστηκαν σε αυτήν και την αμέσως παρακάτω  ανάρτηση.

ιστορίες 1 έως 10
                                                   
1.     Χωρίς τίτλο
Πόσο της άρεσε η ησυχία. Πάντα την αποζητούσε. Απόψε ήταν μια ήσυχη νύχτα. Για πρώτη φορά μετά από καιρό η νύχτα ήταν ήσυχη. Κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ του μικρού αλλά άνετου σπιτιού της, έχοντας σβήσει πρώτα όλα τα φώτα του σπιτιού. Της άρεσε ο συνδυασμός ησυχίας και χαλάρωσης που συνοδευόταν από το απαλό φως του μικρού πορτατίφ που υπήρχε στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ. Άλλες φορές πάλι, της άρεσε αντί για το φως του πορτατίφ να ανάβει διάφορα αρωματικά κεριά και να τα απολαμβάνει μαζί με την αγαπημένη της μουσική να παίζει στο cd. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη ρομαντισμό, γεμάτη πάθος. Το μόνο που χαλούσε την ησυχία της νύχτας κάποιες φορές ήταν το απαλό χτύπημα των κλαδιών του κέδρου στο παράθυρο του σαλονιού. Δεν την ενοχλούσε όμως καθόλου αυτό. Αντίθετα, άνοιγε το παράθυρο της με λίγη δυσκολία μιας και οι μεντεσέδες έτριζαν και έμενε εκεί με τις ώρες να απολαμβάνει την ησυχία της νύχτας, τον όμορφο κέδρο που υπήρχε έξω ακριβώς από το παράθυρο της και τον γεμάτο αστέρια ουρανό.


2.   Περασμένα μεγαλεία
Έζησε τόσο έντονα, γνώρισε τόσα μέρη,
τώρα των ενθυμήσεων εφύσηξε τ΄ αγέρι
και την ταξίδεψε ξανά, στις δόξες τις παλιές,
σ΄ έρωτες, σε ειδύλλια σε λάβρες αγκαλιές,
που σαν γυναίκα απόλαυσε με όλες τις αισθήσεις
και ζωντανεύουνε ξανά μέσα απ΄ τις αναμνήσεις…
Τότε που τη λατρεύανε στους «ΚΕΔΡΟΥΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ»
μετά το χειροκρότημα, τη σήκωναν επάνου,
ποτάμι  τ΄ ακριβά πιοτά , τα δώρα, τα στολίδια,
λουλούδια είχε στα πόδια της, στα χέρια δαχτυλίδια,
σωροί χαρτονομίσματα, βραχιόλια και πετράδια,
γέλια, χειροφιλήματα, ξεφάντωμα τα βράδια,
οι θαυμαστές αμέτρητοι, νέοι, .ώριμοι και γέροι
λαχτάραγαν το βλέμμα της, έν΄ άγγιγμα στο χέρι,
κι εκείνη πάντα απόμακρη, δοσμένη όμως με πάθος
σε έναν έρωτα πικρό, πέρα για πέρα λάθος,
που την καρδιά της έκαιγε κι έτρωγε την ψυχή της
χωρίς αντίσταση καμιά, πέρα απ΄ τη λογική της !! !
Πόσα χρόνια περάσανε, θρίαμβοι, επιτυχίες,
φυλλομετρά ένα σωρό παλιές φωτογραφίες ,
εφημερίδες εποχής  με  άρθρα προς τιμήν της,
ιλλουστρέ πρωτοσέλιδα , με την ωραία μορφή της
κι οι λίγοι φίλοι που έμειναν ,συχνά της τα θυμίζουν,
τα μεγαλεία τ΄ αλλοτινά , τους δίσκους που σπανίζουν!!!
Το τρίξιμο του μεντεσέ  της φέρνει ανατριχίλα,
τη συνταράζει η θύμηση, ως της καρδιάς τα φύλλα,
η προσμονή, κάθε στιγμή μέσα της ζωντανεύει
κι ο πόνος πάλι έρχεται και τηνε συντροφεύει,
στο μαλακό προσκέφαλο σαν γέρνει αργά το βράδυ,
όταν σβήνει το πορτατρίφ και γίνεται σκοτάδι,
απελπισμένα λαχταρά εκείνον ν΄ ανταμώσει,
στ΄ όνειρο να παραδοθεί  που θα τηνε λυτρώσει .
Τ΄ αυλάκι από τα δάκρυα μένει στο μαγουλό της,
σαν μάρτυρας αδιάψευστος στο βραδυνό όνειρό της ,
κι η νέα μέρα ξεκινά κι η νύχτα αργοπεθαίνει
μα εκείνη ζεί το παρελθόν , στο πάθος της δοσμένη……..
  
3. ΄Ησυχα γεράματα.
Κάνει το σταυρό της,  σβήνει το πορτατίφ  στο μικρό κομοδίνο, και πλαγιάζει να ξεκουράσει τα πονεμένα κόκαλά της.
Και πριν την πάρει ο ύπνος σαν ταινία περνάει μπροστά της η ζωή της.
Ήταν όμορφη κοπέλα, λυγερή, σαν τα κρύα τα νερά. Όλοι στο πέρασμά της χάζευαν την ομορφιά της.
Οι γονείς της άνθρωποι τίμιοι, καλοβαλμένοι, που με τον κόπο τους αυγάτισαν  το βιός τους  και το όνειρό τους ήταν να καλοπαντρέψουν τη μοναχοκόρη τους, να την δουν ευτυχισμένη πλάϊ σ’ έναν καλό άνθρωπο.
Δεν ζήταγαν πολλά οι άνθρωποι. Ταπεινά τα όνειρά τους, συνηθισμένα, σαν αυτά που κάνουν όλοι οι γονείς για τα παιδιά τους.
Σαν πάτησε τα εικοσιένα, σ’ ένα σεργιάνι που έκανε μαζί με τη φίλη της στο Ζάππειο, γνώρισε ένα όμορφο μελαχρινό νέο με ωραίο παράστημα και τον ερωτεύτηκε παράφορα.
Σε λίγο καιρό, πήγε σπίτι της και τη ζήτησε απ’ τους γονείς της.
Η όψη του  έκρυβε καλά το χαρακτήρα του και τα πάθη του.
Την πάντρεψαν με γάμο λαμπρό οι γονείς της όπως άρμοζε στην μονάκριβη θυγατέρα τους.
Ακόμη θυμάται μια γυναίκα που τους ευχήθηκε: «Να ζήσετε σαν τους κέδρους του Λιβάνου».
Δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό και η  γυναίκα της εξήγησε πως ήταν ευχή για να αποκτήσει το ζευγάρι την μεγαλοπρέπεια και την μακροζωία  των κέδρων και ο γάμος τους τις βαθιές και δυνατές ρίζες του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα βάσανα άρχισαν.
Εκείνη έμεινε έγκυος κι εκείνος άρχισε τα ξεπορτίσματα.
Έπινε, έπαιζε χαρτιά, γύρναγε με γυναίκες, και από δουλειά δεν στέριωνε πουθενά.
Άνθρακας ο θησαυρός!
Και σαν γύρναγε, βρισιές,  φασαρίες και ξύλο. Ακόμη σαν ακούει μεντεσέ στην πόρτα να τρίζει, τρομάζει όπως τρόμαζε σαν τον άκουγε να ανοίγει την πόρτα και να μπαίνει μέσα ξενύχτης και πιωμένος.
Μαράζωσαν κι οι γονείς της κι έφυγαν νωρίς, πρώτα ο πατέρας της και σύντομα η μάνα της, που δεν άντεχε μόνη της να βλέπει τα βάσανα της μονάκριβής  της.
Και τότε ήταν που αυτός την καλόπιασε και την έπεισε να πουλήσει την πατρογονική περιουσία της για να τον ξελασπώσει απ’ τα χρέη του τζόγου.
Και σαν είδε πως δεν είχε τίποτε πια να πάρει από εκείνη  έφυγε και δεν ξαναγύρισε.
Εκείνη έμεινε μόνη, με ένα μικρό παιδί στα χέρια της  χωρίς κανένα στήριγμα.
Βγήκε στη βιοπάλη, καθάριζε σπίτια το πρωί, έκανε τη λατζέρισα στην ταβέρνα της γειτονιάς το βράδυ, έπλεκε δαντέλες και τις πούλαγε, έκανε ότι μπορούσε για να αναστήσει το αγόρι της.
Κι αυτό μεγάλωσε κι έγινε όμορφο παλληκάρι  με τα ίδια μεγάλα μαύρα αμυγδαλωτά μάτια του πατέρα του.
Ευτυχώς το παιδί της, έγινε προκομμένο, εργατικό και σεβαστικό.
Κι αφού τακτοποιήθηκε ο γιός της και παντρεύτηκε με μια καλή κοπέλα, σταμάτησε εκείνη τη βιοπάλη και ντάντευε τα εγγόνια, που της χάρισε.
Και πέρασαν τα χρόνια και η μνήμη της εξασθένησε, αλλά τα βάσανά της τα θυμάται ένα προς ένα.
Και δοξάζει κάθε βράδυ το Θεό που, αν και δεν πέρασε καλά νιάτα,  ζει ήσυχα γεράματα. Στο τέλος της προσευχής παρακαλάει και για κείνον, αν ακόμη ζει, να είναι καλά όπου κι αν βρίσκεται.


4.Μοιραίο πάθος
«Δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ χρειάζομαι το πάθος στη ζωή μου. Είναι σαν το αλατοπίπερο στο φαγητό. Πρέπει να βάλεις τόσο όσο, αλλά αν δεν βάλεις καθόλου, το φαί χάνει τη νοστιμιά του. Έτσι και με το πάθος, καλό είναι να τηρούνται οι ισορροπίες, γιατί αν δεν υπάρχει καθόλου, κάνεις μια ανιαρή ζωή, ενώ αν υπάρχει μόνο πάθος χωρίς καμιά λογική, τότε μπορεί να καταστραφείς σε ποικίλα επίπεδα.
Για του λόγου το αληθές, ήταν πριν χρόνια μια γυναίκα, νομίζω την έλεγαν  Πηνελόπη που μόνο πιστή δεν ήταν. Μεγάλωσα με τη μάνα μου να με φοβερίζει με το πάθημά της για να αποφύγω τυχόν παραστρατήματα. Αυτή η Πηνελόπη λοιπόν, παντρεύτηκε με προξενιό, όπως συνηθιζόταν τότε, έναν πολύ μεγαλύτερό της που ήταν καπετάνιος. Του έκανε και δυο παιδιά και ήταν άξια νοικοκυρά σεβόμενη τον σύζυγό της όταν εκείνος έλειπε μήνες σε ταξίδια…
 Ώσπου μια μέρα της χτύπησε την πόρτα ο έρωτας. Αυτή έκανε να μην του ανοίξει, γιατί είχε χαλάσει και ο μεντεσές, μην της έμενε κι η πόρτα κρεμάμενη, αλλά μπα, τίποτα, ο έρωτας εκεί να χτυπάει επιμένοντας! Του άνοιξε τελικά, κι ήταν ένα παλικάρι δυο μέτρα, μελαχρινό, λυγερόκορμο, με κάτι πράσινα μάτια σαν τα φύλλα ενός κέδρου, μπουκιά και συχώριο. Μια δυο τρεις, πόσο να αντισταθεί κι αυτή, τριάντα κάτι, το κορμί της έζησε τόσα, αλλά όχι, τον έρωτα τώρα θα τον γευόταν. Πέρασαν μαζί στιγμές ανείπωτου πάθους. Επί πέντε μήνες που ο σύζυγός της έλειπε ταξίδι στο εξωτερικό, χαίρονταν ο ένας το κορμί του άλλου. Τα πρωινά πάντα, όταν τα παιδιά πήγαιναν σχολείο, το παλικάρι όλο και κάποια δικαιολογία έβρισκε κι επισκεπτόταν το σπίτι της Πηνελόπης. Δεν ήθελε και πολύ για να βουίξει η γειτονιά αλλά δεν τους ένοιαζε…
Όσο πλησίαζε ο καιρός να επιστρέψει ο άντρας της, η Πηνελόπη αρνιόταν να αποχωριστεί το παλικάρι της και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να συνεχίσει να ζει τον έρωτά της. Ένα μεσημέρι κι ενώ απολάμβανε την αγκαλιά του μετά από πολύωρη προπόνηση, μοιράστηκε μαζί του τις ανησυχίες της. Το παλικάρι στενοχωρήθηκε, την είχε αγαπήσει την Πηνελόπη του αλλά πώς θα την χώριζε από τον καπετάνιο; Υπήρχαν και τα παιδιά στη μέση. Δεν ήξεραν τι να κάνουν και δεν πρόλαβαν κιόλας. Εκείνο το μοιραίο μεσημέρι επέστρεψε ο καπετάνιος από τα καράβια και έγινε μάρτυρας του έρωτά τους. Το παλικάρι χτυπήθηκε άγρια με το πορτατίφ και η Πηνελόπη απλά δεν άντεξε την απώλεια κι έπεσε από το μπαλκόνι. Ο καπετάνιος έμεινε μόνος με τα δυο παιδιά. Ίσως να ξανάφτιαξε τη ζωή του. Ποιος ξέρει.
Ναι, ήταν ένα πάθος που δεν είχε χάπυ έντ. Ένα πάθος, λάθος. Α, ρε μάνα, με τις δραματικές ιστορίες σου! Εγώ θα ζήσω τον έρωτα χωρίς πικρή γεύση, θα προσπαθήσω τουλάχιστον!».   

5.Άρωμα Κέδρου
Η Ρόουζ όλα τα χειμωνιάτικα απογεύματα των τελευταίων τριών χρόνων συνήθιζε να κάθεται στο αναπαυτικό ανάκλιντρο του σαλονιού της και να ασχολείται είτε με διάβασμα είτε με κέντημα είτε απλά χαζεύοντας έξω από τη μεγάλη τζαμαρία το δάσος και ονειροπολώντας.
Το δάσος από ψηλά έλατα και αρωματικούς κέδρους πάντα της εξήγειρε την φαντασία. Είχε ανέμελα παιδικά χρόνια. Θυμόταν τα λόγια του πατέρα της ότι ο κέδρος προσφέρει την πολύτιμη σκιά του για να αναπτυχθεί το έλατο. Έτρεχε χαρούμενη στο δάσος και κρυβόταν πίσω από τα μεγάλα δέντρα κάνοντας την γκουβερνάντα της να ανησυχεί και να θυμώνει ψάχνοντάς την επί ώρες! Ο πατέρας της την κατσάδιαζε μετά στο σπίτι αλλά ένιωθε την αγάπη στο βλέμμα του- όντως τη λάτρευε και σπάνια της χάλαγε χατίρι.
«Αχ, ωραία ξέγνοιαστα χρόνια!», αναστέναξε προς στιγμή η Ρόουζ. Κατόπιν, φώναξε την κυρά-Μάρτα να της φέρει ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι. Όταν η αχνιστή κούπα έφτασε, η Ρόουζ αισθάνθηκε αγαλλίαση. Έπιασε το βιβλίο που είχε αφήσει από χτες στα πλαϊνά του ανάκλιντρου, βυθίστηκε στις μαξιλάρες και άρχισε να διαβάζει. Ήταν ένα ροζ μυθιστόρημα. Η ηρωίδα ήταν μια γυναίκα δυναμική που παρά την συντηρητική εποχή της, ίππευε το κάτασπρο άλογό της φορώντας παντελόνια και διέσχιζε με αυτό βουνά, δάση και ποτάμια αψηφώντας τους κινδύνους. Σε μια από τις περιπέτειές της η γυναίκα αυτή ερωτεύτηκε έναν νεαρό τυχοδιώκτη και αυτό έκανε την Ρόουζ να αναλογιστεί πόσο θα ήθελε να ερωτευτεί και η ίδια κάποιον όμορφο κι έξυπνο άντρα.
Όμως, είχε πλέον παγιδευτεί σε μια μποέμικη ζωή- από το κρεβάτι στο ανάκλιντρο και τούμπαλιν. Ο δικός της δυναμισμός περιοριζόταν στις οδηγίες που έδινε στο υπηρετικό προσωπικό. Αχ, πώς της έλειπε το πάθος. Να νιώσει τον έρωτα σε κάθε σπιθαμή του κορμιού της. «Πού να είναι αυτός ο άντρας που θα με κάνει να αναστενάξω από πάθος;».
Αποκοιμήθηκε παραπονεμένη με το βιβλίο αγκαλιά. Το σκοτάδι είχε απλωθεί για τα καλά έξω στο δάσος και μέσα στο σαλόνι. Ένας θόρυβος ακούστηκε και η Ρόουζ τρομαγμένη ξύπνησε κι άναψε το πορτατίφ δίπλα της να δει τι συνέβη. Ακούστηκε για δεύτερη φορά ένα αργόσυρτο τρίξιμο. Η βαριά μπροστινή πόρτα του σπιτιού είχε τρίξει κλείνοντας. Κάποιος μεντεσές φαίνεται είχε χαλαρές βίδες ή ήθελε λάδωμα. «Ο πατέρας μου με αυτά τα μαστορέματα καταπιανόταν», ανακάλεσε με νοσταλγία η Ρόουζ.
«Δεσποινίς Ρόουζ!», την επανέφερε η φωνή της κυρά-Μάρτας από την είσοδο, «Έχετε επισκέπτη». Τα μάτια της Ρόουζ έλαμψαν από χαρά και πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Ο αγαπημένος της φίλος από τα παιδικά τους χρόνια που είχε φύγει μακριά να βρει την τύχη του, ήταν τώρα εδώ μπροστά της. Η Ρόουζ φίλησε τον φίλο της στο μάγουλο και αμέσως σκέφτηκε ότι η βραδιά θα κυλούσε υπέροχα με ή χωρίς πάθος…!

6.Το χρυσό φτερό
Νέα, εύπορη, ήταν μια γυναίκα που διακατεχόταν από ένα μεγάλο, ασίγαστο πάθος: τα ταξίδια. Ονειρευόταν να πάει παντού, ήθελε να γνωρίσει τα πάντα.  Σε κάθε ευκαιρία που της δινόταν, ταξίδευε. Τη δεδομένη χρονική στιγμή ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει ένα από τα όνειρά της, καθώς βρισκόταν στο αεροπλάνο που την πήγαινε, πολύωρα και βασανιστικά, ως την Κεντρική Αφρική. Θα περνούσε εκεί μία εβδομάδα.
Περνώντας οι μέρες, εκείνη γνώριζε, παρατηρούσε, φωτογράφιζε…  Ζούσε την κάθε στιγμή του ονείρου. Κάποια στιγμή, επισκέφθηκε μια τοπική, υπαίθρια αγορά. Θαύμαζε τα προσφερόμενα υφάσματα, όταν ένα αγόρι, ξυπόλητο και τυλιγμένο με κουρέλια, πέρασε βιαστικά από δίπλα της .  Από μια ατυχία της στιγμής, έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Ένα μικρό, χρυσό φτερό από το πολυαγαπημένο της κολιέ αποκολλήθηκε, χωρίς να το καταλάβει κανείς από τους δυο τους  και σκάλωσε στα ρούχα του παιδιού.  Η αμήχανη στιγμή πέρασε, το παιδί εξαφανίστηκε, εκείνη συνέχισε το δρόμο της.
Όταν το παιδί, το βράδυ πια, στο φτωχικό του κτίσμα, ανακάλυψε το χρυσό φτερό, δεν ήξερε τι να υποθέσει.  Κατάλαβε ότι εκεί έξω, πέρα μακριά, τα πράγματα ήταν διαφορετικά, πιο όμορφα από ό,τι είχε συνηθίσει να βλέπει. Το χρυσό φτερό ήρθε για να του πει να μην ξεχάσει να πετάξει, να φύγει, να γνωρίσει, να γίνει κάποιος. Έδεσε το χρυσό φτερό στο στήθος του και το έκανε φυλακτό.
Αρκετά χρόνια αργότερα, σε μια Πολιτεία της Αμερικής, ένας καταξιωμένος γιατρός ετοιμαζόταν για το προγραμματισμένο ραντεβού του.  Θα δεχόταν μια κυρία μιας κάποιας ηλικίας στο ιατρείο του, μια κυρία που έπασχε από μια σοβαρή ασθένεια. Καθώς εκείνη ερχόταν από μακριά, του είχε σταλεί ο ιατρικός της φάκελος και είχε ήδη προλάβει  να τον μελετήσει. Ήξερε ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να τη βοηθήσει, εκεί όπου όλοι οι άλλοι είχαν αποτύχει. Ήξερε ότι μπορούσε να της σώσει τη ζωή.
Στη βιβλιοθήκη πίσω του, πλάι σε ένα πορτατίφ, βρισκόταν μια μικρή, γυάλινη προθήκη, που ισορροπούσε πάνω σε ένα καλογυαλισμένο κομμάτι από ξύλο κέδρου. Μέσα της, λαμπύριζε ένα μικρό, χρυσό φτερό.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα του, την άνοιξε. Σημείωσε νοερά να επισκευάσει το μεντεσέ της, που έτριζε πάλι. Η κυρία που περίμενε, είχε έρθει. Μόλις κάθισε απέναντί του, πάγωσε. Στο λαιμό της κρεμόταν ένα κολιέ, γεμάτο μικρά, χρυσά φτερά, ίδια με το δικό του. Για δέκατα του δευτερολέπτου, απέμεινε σαστισμένος. Έψαξε με το βλέμμα. Πάνω δεξιά, υπήρχε ένα μικρό κενό. Ένα από τα μικρά, χρυσά φτερά έλειπε. Ήξερε πού ήταν.
«Σας περίμενα», είπε απλά.

7. Το δωμάτιο με τους αρουραίους
      Ήταν βράδυ, περίπου μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα όταν ακούστηκε εκείνο το τρομαχτικό αλύχτισμα. Εκεί που έμενε συνήθιζε να ακούει παρόμοιους ήχους, μα ποτέ δεν είχε ακούσει κάτι τόσο τρομαχτικό.
       Ο κύριος Ιάκωβος σηκώθηκε από την παλαιική του πολυθρόνα. Το αλύχτισμα τον είχε ξυπνήσει. Λυπήθηκε, γιατί έβλεπε ένα ωραίο όνειρο. Είχε καιρό να δει όνειρα. Για την ακρίβεια, από τότε που είχε χάσει την γυναίκα του κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες.
         Σήμερα όμως, για πρώτη φορά μετά από έξι μήνες περίπου, έβλεπε ένα ωραίο όνειρο που τον έκανε να ξεχάσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Είχε μεταφερθεί σ’ έναν κόσμο όπου οτιδήποτε σκεφτόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ίσως, αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που του άρεσε να ονειρεύεται.
         Ξαφνικά, μπροστά του πετάχτηκε ένας γιγάντιος αρουραίος. Στο σπίτι του ποτέ δεν είχε ξαναδεί ένα τέτοιο βρωμερό πλάσμα. Παρότι είχε γεράσει φρόντιζε πάντοτε να κρατάει καθαρό το σπίτι. Άρα, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας αρουραίος;
          Τα μάτια του ζωντανού δεν ταράχτηκαν από τη ξαφνική συνάντηση. Είχε δει πολλές φορές τον γέροντα Ιάκωβο. Εκείνος έδειχνε ψηλός, μα το ζωντανό γνώριζε άριστα πως δεν μπορούσε να τον πειράξει. Του χαμογέλασε κι ύστερα χάθηκε κατευθυνόμενο μέσα στα σκοτάδια προς το υπόγειο.
         Ο γέροντας προσπάθησε να ξεχάσει το συμβάν, μα τα γρατζουνίσματα στο υπόγειο του διέγειραν την περιέργεια. Θα κατέβαινε κάτω για να έβλεπε τι συνέβαινε.
          Καθώς λοιπόν κατέβαινε προς το υπόγειο, άρχισε να μυρίζει μια έντονη δυσοσμία. Η μακάβρια ατμόσφαιρα επιτάθηκε καθώς δεν άναβαν τα φώτα του υπογείου. Σταμάτησε μπροστά από την ξύλινη πόρτα. Έψαξε να βρει κάτι που θα μπορούσε να του προσφέρει φως. Για καλή του τύχη, στα δεξιά του υπήρχε ένα παρατημένο πορτατίφ. Το έβαλε στην πρίζα, μα δεν άναψε. Ο ήχος των γρατζουνισμάτων αυξήθηκε. Έπρεπε να μπει μέσα στο σκοτεινό υπόγειο.
            Χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεών του άνοιξε την πόρτα διστακτικά. Παράλληλα, άναψε το διακόπτη του φωτός. Το ελάχιστο φως της λάμπας έδιωξε κάπως το σκοτάδι. Αυτό που είδε τον σόκαρε.
           Μέσα στο υπόγειο, υπήρχε μια αγέλη από αρουραίους που κατασπάραζε κάτι σάρκες. Από τα ρυπαρά του δόντια έτρεχε αίμα μπόλικο. Όταν τον είδαν φάνηκαν να χαμογελούν. Σταμάτησαν μονομιάς το τσιμπούσι και ξεκίνησαν να τρέχουν μανιωδώς προς το μελλοντικό τους θύμα.
           Ο κύριος Ιάκωβος έτρεξε και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Η πόρτα είχε κατασκευαστεί από ξύλο κέδρου, οπότε θα άντεχε το βάρος της αγέλης. Ωστόσο η πρόβλεψη του ηλικιωμένου ήταν εντελώς λάθος. Οι αρουραίοι έπεσαν όλοι πάνω στην πόρτα. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Η ξύλινη πόρτα έπεσε.
              Ο ηλικιωμένος παρέμεινε να κοιτάζει το αποκρουστικό θέαμα. Δεν συνέχισε να τρέχει, όχι γιατί δεν μπορούσε να ξεφύγει, αλλά γιατί γνώριζε πως είχε έρθει το τέλος του. Άλλωστε, γιατί να ζούσε, αφού δεν είχε πια εκείνο το πάθος για τη ζωή που διέκρινε την πλειονότητα των ανθρώπων.
               Άφησε κάτω την μαγκούρα. Άνοιξε τα χέρια σαν τον εσταυρωμένο και δέχτηκε το ξέσκισμα της σάρκας του από τους διώκτες του. Πάραυτα, οι οιμωγές του ακούστηκαν σ’ όλο το χωριό. Εγώ, ακόμα τις θυμάμαι…

8. Η επιλογή της Άλκηστης
΄Εβγαλε το μεγάλο σιδερένιο κλειδί και ξεκλείδωσε με δυσκολία τη μεγάλη σιδερένια εξώπορτα, ύστερα διέσχισε βιαστικά το χαλικοστρωμένο μονοπάτι, ανέβηκε τα πέντε μαρμάρινα σκαλιά και έβγαλε από την τσάντα της το δεύτερο κλειδί, ξεκλείδωσε τη βαρειά δίφυλλη καρυδένια πόρτα και μπήκε στο μεγάλο χολ.
΄Εσπρωξε με δέος και συγκίνηση τη μεγάλη ξύλινη πόρτα απέναντι ακριβώς από τη σκάλα και βρέθηκε στο μεγάλο δωμάτιο με το βαρύ δρύινο γραφείο του παππού της, την δερμάτινή του πολυθρόνα, τις βιβλιοθήκες που καλύπτανε όλους τους τοίχους μέχρι επάνω ψηλά, το ταβάνι με τα περίτεχνα γύψινα στολίδια, το τζάκι με τα μαρμάρινα
φουρούσια.
Για μια στιγμή της φάνηκε ότι μια μυρωδιά καπνού πλανιότανε στο δωμάτιο ανακατεμένη με τη μυρωδιά των παλιών βιβλίων, της σκόνης και του καμένου ξύλου. Μόλις την περασμένη εβδομάδα τα πέντε ξαδέλφια της και η ίδια, είχανε υπογράψει σ΄ αυτό το δωμάτιο τα απαραίτητα έγγραφα για την παραχώρηση του σπιτιού, της οικοσκευής και της βιβλιοθήκης στο Δήμαρχο της πόλης, σύμφωνα με την επιθυμία του παππού.
Τα ξαδέλφια της είχανε ήδη πάρει τα προσωπικά αντικείμενα και βιβλία που τους ανήκαν και η ίδια έπρεπε να βιαστεί  να κάνει το ίδιο γιατί η διορία είχε σχεδόν εκπνεύσει, σε τρείς ημέρες θα έπρεπε να παραδώσει τα κλειδιά.
Κάθισε στην παλιά δερμάτινη πολυθρόνα και άναψε το παλιό μπρούτζινο πορτατίφ, ύστερα άπλωσε στο γραφείο  τους καταλόγους  των βιβλίων και ξεχώρισε αυτή που είχε σημειωμένα αυτά που θα κρατούσε.
Η ΄Αλκηστις χρησιμοποιώντας τη φορητή ξύλινη σκάλα άρχισε να κατεβάζει  από τα ράφια τα βιβλία που είχε επιλέξει, ενώ ταυτόχρονα σημείωνε στον κατάλογο τους τίτλους.
 Σηκώθηκε και άνοιξε τα δύο  μπαούλα από ξύλο κέδρου που είχε βρεί στην αποθήκη τις προάλλες, οι μεντεσέδες τους έτριξαν παραπονεμένα μετά από τόσα χρόνια αχρηστία, αλλά παραδόξως ανοίξανε με σχετική ευκολία.
Αργά το απόγευμα, τα δύο μπαούλα είχανε σχεδόν γεμίσει και εκείνη καθισμένη στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα, στύλωσε το βλέμμα της απέναντι στα πορτραίτα του παππού και της γιαγιάς της,
που την κοιτάζανε στοχαστικά  μέσα από τις φαρδιές επιχρυσωμένες κορνίζες τους.
-    Λοιπόν είπε φωναχτά η Άλκηστις, τώρα που οι επιθυμίες σας έχουν εκπληρωθεί, θα σας παρακαλέσω να με βοηθήσετε να επιλέξω το θέμα της Διδακτορικής μου Διατριβής.
΄Απλωσε τα βιβλία που είχε ακουμπισμένα στο γραφείο μπροστά της και πρόσθεσε:
-   Έχω ήδη αποφασίσει να ασχοληθώ με μία σπουδαία γυναίκα, Ελληνίδα, γεννημένη τον περασμένο αιώνα, λογία, με αξιόλογο συγγραφικό έργο, με πάθος για τη λογοτεχνία όμως δεν μπορώ να αποφασίσω με ποιά ακριβώς…….
Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην Κορνηλία Πρεβεζάνου Ταβανιώτου και την Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου…..
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή  ο χτύπος του κινητού της την έκανε να αναπηδήσει.  ΄Απλωσε το χέρι να το πιάσει από την τσάντα της παρασύροντας άθελά της ένα από τα βιβλία που είχε μπροστά της,
το οποίο προσγειώθηκε μαλακά στα γόνατά της, ήτανε η βραβευμένη  το 1902 Ποιητική συλλογή « ΠΑΠΥΡΟΙ»  της Κορνηλίας Πρεβεζάνου Ταβανιώτου…..
 Παράξενο, αλλά μόλις ένα δευτερόλεπτο πριν απαντήσει στο κινητό της, είχε πάρει την απάντηση σχετικά με το θέμα της διατριβής της…..

9. Τελευταία φορά.
Μέχρι το μεσημέρι μπαινόβγαινε ακούραστα στα καταστήματα , ήθελε να μεταμορφωθεί σε  μια μοναδική γυναίκα, για Εκείνον μόνο!
Είχαν τόσες μέρες να συναντηθούν, εκείνος όπως πάντα είχε πολύ δουλειά , δεν έβρισκε χρόνο  ούτε καν να μιλήσουν στο τηλέφωνο κι έτσι όταν το προηγούμενο βράδυ είδε τον αριθμό που την καλούσε στο κινητό της , παραπάτησε από την λαχτάρα της ν΄ ακούσει την φωνή του.
«Περίμενέ με αύριο, γύρω στις εννιά θα είμαι σπίτι σου» Μόνο αυτό της είπε κι έκλεισε … έτσι χωρίς πολλά λόγια, ούτε καν την ρώτησε τι κάνει κι εκείνη ξεχύθηκε στην αγορά αξημέρωτα,  για να βρει καινούργια ρούχα, να την δει όπως δεν την είχε ξαναδεί, να τον θαμπώσει καθώς ονειρευόταν αυτή την βραδιά, γεμάτη από πάθος και έρωτα!
Επέστρεψε φορτωμένη με τα ψώνια της πετώντας στα σύννεφα! Η καρδιά της σαν σκουριασμένος μεντεσές βροντοχτυπούσε στο στήθος της από αγωνία. Άραγε θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα όσα υπολόγισε για Εκείνον ?
 Στις οκτώ, τα είχε καταφέρει,  όλα ήταν έτοιμα . Το τραπέζι στρωμένο με το λινό τραπεζομάντιλο, το στόλιζαν  λευκές πορσελάνες, κρυστάλλινα ποτήρια και  το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί που θα συνόδευε το φαγητό τους στεκόταν στην σαμπανιέρα που ήταν γεμάτη με κύβους πάγου, το φαγητό έτοιμο, τα κεριά αναμμένα και στο ψυγείο περίμενε μια μικρή αμαρτία ! Μια τούρτα σε σχήμα καρδιάς με την αγαπημένη του γεύση, φράουλα – σοκολάτα !
 Κοιτάχτηκε για ακόμα μια φορά στον καθρέφτη φτιάχνοντας μια άτακτη μπούκλα που έπεφτε στο μέτωπό της, ίσιωσε για χιλιοστή φορά το καινούργιο στο κόκκινο της φωτιάς φόρεμά της, ξανάφτιαξε το μακιγιάζ της και ανακάλυψε δεκάδες ψεγάδια  επάνω της.
 Στις εννέα το τηλέφωνο ήταν σιωπηλό, ίσως καθυστερούσε λιγάκι, ήταν πάντα τόσο πολυάσχολος κι εκείνη είχε τον χρόνο δικό της, να τον περιμένει. 
Στις δέκα η καρδιά της άρχισε να χάνει τους χτύπους της καθώς στέκεται ακόμα όρθια στην μέση του σαλονιού περιμένοντας. 
Στις έντεκα τα κεριά έχουν λιώσει, το κρασί κολυμπάει στο χλιαρό νερό της σαμπανιέρας ,  έχει ανάψει το πορτατίφ και κάθεται σαν χαμένη στον καναπέ ολομόναχη .
 Δώδεκα η ώρα και το τηλέφωνο ακόμα νεκρό.
Έκλεισε το στερεοφωνικό,  άνοιξε την τηλεόραση κι έπιασε ένα περιφερειακό κανάλι που μιλάει για την ανάπτυξη του κέδρου και πόσο καλό κάνουν τα βρασμένα κεδρόμηλα στο ουροποιητικό …τι ειρωνεία! Αντί να ζει μια γεμάτη πάθος βραδιά να βλέπει ντοκιμαντέρ για την χρησιμότητα των κεδρόμηλων !
Άνοιξε το κρασί , πήρε στην αγκαλιά της την τούρτα και με τα δάχτυλα κόβει κομμάτια και μπουκώνεται ενώ πίνει γερές γουλιές από το μπουκάλι και σε λίγο έχει λεκιάσει το κόκκινο  φόρεμα με σαντιγές, ζαχαρωμένες φράουλες και κόκκινες σταγόνες κρασί.
 Το πρόσωπο της είναι λερωμένο από το μακιγιάζ που κυλάει με τα δάκρυα απόγνωσης που τρέχουν από τα μάτια της και της λερώνουν τα μάγουλα.
«Ποτέ ξανά» υποσχέθηκε στον εαυτό της και μπουκώθηκε με μια χούφτα σοκολάτας ακόμα.
                                                      
10.Μια αλλιώτικη Πρωτοχρονιά
   Ήταν Πρωτοχρονιά όταν η γυναίκα του εμφανίστηκε στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας φορώντας αυτό το αποκαλυπτικό εσώρουχο που είχε αγοράσει ο άνδρας της ειδικά γι’ αυτήν την περίπτωση.
  Το θεσπέσιο σώμα της με τους καλλίγραμμους γοφούς αναδεικνυόταν με εξαιρετική ενάργεια. Τα μακριά μαύρα της μαλλιά έφταναν μέχρι τη μέση της πλάτης της, εκεί όπου υπήρχε το κούμπωμα του στηθόδεσμου. Το κόκκινο σκουφάκι που παρέπεμπε στον Άγιο Βασίλη φανέρωνε το εορταστικό κλίμα που επικρατούσε. Παράλληλα, τα μαύρα της τακούνια την ψήλωναν και αναδείκνυαν εκείνα τα σμιλευμένα από τους θεούς πόδια που θα ζήλευε η πλειονότητα των γυναικών.
  Έκλεισε απαλά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, μα οι σκουριασμένοι μεντεσέδες την έκαναν να τρίξει ανατριχιαστικά. Για λίγο, η πανέμορφη γυναίκα ένιωσε ένα πρωτόγνωρο ρίγος να διαπερνάει το σώμα της. Ωστόσο, το αχαλίνωτο πάθος της για να παρασυρθεί σε ασυνήθιστα ερωτικά παιχνίδια με το σύζυγό της δεν την άφηναν να ανησυχήσει γι’ αυτό το απρόοπτο.
   Εκείνος, με τους καλλίγραμμους κοιλιακούς του βρισκόταν ολόγυμνος κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού. Τον αγαπούσε όχι τόσο για το γυμνασμένο του σώμα, αλλά για το ψυχικό του κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι ξεχωριστό μέσα του. Ήταν τόσο καλός, τόσο γλυκός, τόσο  μοναδικός, τόσο υπέροχος. Την κρατούσε ερωτευμένη εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Σε όσες φίλες της το έλεγε την κοίταζαν περίεργα και ισχυρίζονταν με περισσή ευκολία ότι τους κορόιδευε. Δεν ήταν δυνατόν να είναι ερωτευμένη με τον ίδιο άνδρα για περίπου δέκα χρόνια.
   Με το γεμάτο υποσχέσεις βλέμμα της έκλεισε το αναμμένο πορτατίφ στα αριστερά του διπλού κρεβατιού. Ύστερα, χώθηκε κι εκείνη κάτω από τα σκεπάσματα. Ο άνδρας της είχε ήδη κοιμηθεί. Πρέπει να είχε κουραστεί από την πολύωρη δουλειά. Ποτέ της δεν είχε καταλάβει γιατί ήταν δύσκολη η συγγραφή βιβλίων. Ναι, ο άνδρας της ήταν ένας αρκετά επιτυχημένος συγγραφέας.
   Με τρυφερά λόγια τον ξύπνησε και τον φίλησε παθιάρικα στο λαιμό. Εκείνος ξύπνησε απότομα. Βλέποντας την γυναίκα του μ’ αυτή την αμφίεση έμεινε εμβρόντητος. Στο πρόσωπό του είχε σχηματιστεί μια πονηρή έκφραση. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί για το γεγονός ότι τον είχε πάρει ο ύπνος, μα η θεόπνευστη ύπαρξη που στεκόταν δίπλα του του έκλεισε το στόμα με το δείκτη του δεξιού χεριού της. Τον προσκάλεσε να συμμετάσχει στο ερωτικό παιχνίδι.
   Ο συγγραφέας χωρίς να περιμένει άλλο κυλίστηκε μαζί της στο κρεβάτι κι ύστερα στο πάτωμα. Μύρισαν ο ένας τον άλλον, τα κορμιά τους έγιναν ένα. Κάτω από το αμυδρό φως του φεγγαριού αναζωογόνησαν τον έρωτά τους. Παρότι βρισκόταν εδώ και δέκα χρόνια παντρεμένοι ο ένας λάτρευε και αγαπούσε παράφορα τον άλλον…
   «Κλείσε το βιβλίο επιτέλους Ευρυδίκη. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα του χρόνου και θα πρέπει να είμαστε εγκαίρως σπίτι », φώναξε μια ηλιοκαμένη γυναίκα που έστεκε κάτω από έναν κέδρο.
 «Ναι, έρχομαι. Μην ανησυχείς θα είμαστε εγκαίρως σπίτι», είπε η Ευρυδίκη καθώς έκλεινε το βιβλίο και κατευθυνόταν προς τη φίλη της.
   Κι εκείνη ήταν παντρεμένη για περίπου δέκα χρόνια, μα ποτέ της δεν είχε τολμήσει κάτι παρόμοιο με όσα είχε διαβάσει. Ίσως σήμερα να κατάφερνε να εξιτάρει τον άνδρα της, ώστε να τον παρασύρει σε ερωτικά παιχνίδια.

                              Η συνέχεια στην παρακάτω ανάρτηση.

2η ανάρτηση ιστοριών - παραμυθιών 5ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Συνέχεια από την 1η ανάρτηση  ιστοριών -παραμυθιών

ιστορίες 11 έως 18

11. Γέφυρες
Η γέφυρα που οδηγεί στην πόλη είναι φωτισμένη και στολισμένη για τα Χριστούγεννα που πλησιάζουν με ορμή.
Όλα γύρω της ουρλιάζουν «χαρά» κι αυτή θέλει να κλείσει τα αυτιά της για να μην ακούει.
Δεν αντέχει άλλο όλο αυτό το ψεύτικο πάθος για γιορτή.
Θέλει να κλείσει την πόρτα της ψυχής της και να αποτραβηχτεί εκεί μόνη της στα σκοτεινά.
Να τρίξει εκείνος ο αόρατος  μεντεσές και να ακούσει τον γνώριμο ήχο που κάνει μια βαριά πόρτα όταν κλείνει.
Μόνο τότε θα είναι ήσυχη και προστατευμένη.
Μέσα της!
Ίσως να άναβε κι ένα φως.
Είχε αφήσει  ένα πορτατίφ εκεί, ίσα  να φωτίζει τα όνειρα που γεννιούνται.
Είναι εκείνο που είχε δίπλα στο κρεβάτι της όταν ήταν παιδί.
Το γλυκό του φως τη συντρόφευε στα ταξίδια που έκανε στο μαγικό κόσμο της Αλίκης και της  Ντόροθι.
Ήταν σίγουρη τότε πως ο μάγος θα έκανε πραγματικότητα όλες της τις ευχές.
Δίπλα του βρίσκεται ξεχασμένο ένα γυάλινο γοβάκι.
Άραγε ξέρει η Σταχτοπούτα πως ο πρίγκιπας δεν το βρήκε ποτέ ή περιμένει ακόμα ;
Στο λιγοστό  φως  βλέπει κι άλλα πράγματα να παλεύουν να αποκτήσουν σχήμα και νόημα.
Βλέπει την αγαπημένη της κούκλα με το κατακόκκινο φόρεμα που της χάρισαν οι γονείς της κάποια Χριστούγεννα.
Να, αυτός εκεί στην άκρη, δεν είναι ο κέδρος που την φιλοξενούσε στη σκιά του και γίνονταν σιωπηλός μάρτυρας  όσων συνήθιζε να σκαλίζει στο χαρτί ;
Μια φορά, θυμάται, σκάλισε και πάνω του μια φράση  κι αυτός την άφησε να το κάνει.
Με τη φαντασία της  περνάει απαλά το χέρι της πάνω στα χαραγμένα αρχικά και χαϊδεύει το ξύλο που δεν μπορεί να αγγίξει.
Ένα  λουλούδι , ίσως εκείνο που της έβαλε κάποτε στα μαλλιά χαμογελώντας ένας έρωτας, μοσχομυρίζει ακόμα και τη γεμίζει αναμνήσεις.
Το αστέρι που ξεκρέμασε για χάρη της από ένα μακρινό ουρανό  η καλύτερη φίλη της, λάμπει ακόμα σε μια γωνιά θυμίζοντας αγάπη.
Ανοίγει  ένα μουσικό κουτί και η ξεχασμένη μελωδία έρχεται  πάλι  στο νου και τη συνεπαίρνει.
Δεν το καταλαβαίνει, αλλά ψιθυρίζει ήδη το σκοπό.
Κλείνεται όλο και πιο βαθιά μέσα της καθώς διασχίζει τη φωτισμένη γέφυρα.
Τα βήματά της πάνω στο πλακόστρωτο ντύνουν με μια περίεργη, μονότονη μουσική την επιστροφή της στην πόλη και μέσα της.
Ψάχνοντας, βρίσκει κι άλλα πράγματα ξεχασμένα.
Ένα χαμόγελο εδώ, μια αγκαλιά εκεί, ένα γράμμα γεμάτο αγάπη.
Η βουτιά μέσα της είναι  καταπραϋντική.
Στέκεται για λίγο στην άκρη της γέφυρας , αφήνει τον παγωμένο αέρα να της δώσει  ένα παρηγορητικό χάδι,  κι εκεί, μέσα στα φώτα που πνίγουν το σκοτάδι της νύχτας, διακρίνει μια γυναίκα να της  χαμογελά μέσα στα σκοτεινά νερά.
Δεν τη βλέπει καθαρά, περισσότερο την αισθάνεται, αλλά  ξέρει πως είναι αυτή.
Μέχρι να φτάσει στην άκρη της γέφυρας το χαμόγελο γίνεται πιο πλατύ και στολίζει  το πρόσωπό της .
Η  περίεργη αίσθηση πως δεν διέσχισε μόνο μια γέφυρα
Ξέρει πως την περιμένουν κι αυτό ξαφνικά ζεσταίνει την καρδιά της περισσότερο από όλες τις αναμνήσεις.
H περίεργη αίσθηση πως δεν διέσχισε μόνο μια γέφυρα  απόψε,  γίνεται εντονότερη πριν σβήσει μέσα στους ήχους και τα γέλια της γιορτής.

 12.Η ασήμαντη ιστορία μιας  πεταλούδας που τη λέγανε Σιμόνα
Αν δεν είχε πάρει το σώμα γυναίκας, θα ήταν σίγουρα μια πεταλούδα. Απ’ αυτές που ζουν λίγες μόνο ώρες πριν γίνουν χρυσόσκονη και σκορπιστούν στον αέρα. Θα είχε πολύχρωμα φτερά με μεταξένιες πτυχώσεις και θα ρούφαγε όση ζωή της αναλογούσε με πάθος έφηβης. Θα διάλεγε να βγει απ’ το κουκούλι της σ’ ένα δάσος με κέδρους, μια ηλιόλουστη μέρα, στις αρχές μιας άνοιξης. Θα έκανε θεαματικά βολ – πλανέ ανάμεσα στις φυλλωσιές και θα ερωτευόταν ένα λεπιδόπτερο απ’ τις τροπικές ζώνες. Θα ζευγάρωνε μαζί του κι ας ήξερε πως δεν θα προλάβαινε να πετάξει ως τον τόπο ωοτοκίας της. Απλά θα χτύπαγε δυνατά τα φτερά της μέχρι να εξαντληθεί και να πεθάνει. Θα έσβηνε απαλοτρέμοντας πάνω στα χαμόκλαδα Στη διάρκεια του ζευγαρώματος…
Η Χρυσαλίδα, αν είχε ριζικό να γεννηθεί από άλλη μήτρα και σε διαφορετική πατρίδα, θα φόραγε τζιν με αθλητικά και θα πήγαινε σχολείο. Θα είχε όνειρα για τη ζωή της και θα έκλαιγε μόνο για ανεκπλήρωτους έρωτες. Στο κομοδίνο της θα υπήρχε ένα ροζ πορτατίφ, με βελούδινα κρόσσια και ιριδίζοντα κρυσταλλάκια στην απόληξή τους. Σε μια βελούδινη κορνίζα θα της αναλογούσε μια οικογενειακή φωτογραφία. Μία μαμά και ένας μπαμπάς. Δεν θα πάλευε να τους δώσει υπόσταση, κάθε φορά που έβλεπε νυχτοπεταλούδες στο δωμάτιο ενός ορφανοτροφείου. Θα  υπήρχαν μέσα της μνήμες που θα ένωναν σαν ασημένιες κλωστές, αυτή και το παρελθόν της.
Το πραγματικό της όνομα δεν θα ήταν Σιμόνα και δεν θα είχε πουληθεί σαν ανθρώπινο εμπόρευμα σε κάποιον ιδιοκτήτη μπαρ σε μια παγωμένη κωμόπολη του βορά. Τα μαλλιά της θα είχαν το φυσικό τους χρώμα. Τις αποχρώσεις που παίρνει ο κέδρος την άνοιξη. Δεν θα είχε υποχρεωθεί να τα βάψει ξανθά για να φαίνεται μεγαλύτερη και να μην κινεί τις υποψίες της τοπικής αστυνομίας. Θα είχε δικαίωμα να ερωτευτεί κάποιο μελαχρινό αγόρι που θα περπατούσε ανέμελα στο δρόμο.
Κάποια Σιμόνα, που την φωνάζανε Χρυσαλίδα και ήρθε κρυμμένη σ’ ένα φορτηγό μαζί με άλλα δέκα «κομμάτια» απ’ τη Ρουμανία, ήταν το φρέσκο εμπόρευμα κάποιου σωματέμπορα. Με διαδρομή ζωής προκαθορισμένη και καταδικασμένη στο έρεβος. Εγκλεισμός, ξύλο, προαγωγοί, κολόνα σε μπαρ, πιάτσες, κουστουμάτοι παιδεραστές, έρωτας «χωρίς λάστιχο» που αποφέρει περισσότερα, μεταπώληση, διαρκείς μετακινήσεις, ένας μαιευτήρας για τυχόν ανεπιθύμητες γκαστριές, ένας μπάτσος για να συγκαλύπτει και να παίρνει το μερτικό του και μια λερή κοινωνία που αγωνιά μόνο για τα καθαρόαιμα παιδιά της. Λες και η παιδικότητα είναι προνόμιο και όχι δικαίωμα.
Στο δωμάτιο-φυλακή, έκανε τους λογαριασμούς της κι «έκλεισε» το ταμείο της ζωής της. Μόλις σουρούπωσε, βγήκε στο παράθυρο του πέμπτου ορόφου, στηρίχτηκε στους σάπιους μεντεσέδες κι ερωτεύτηκε ένα μελαχρινό αγόρι που διέσχιζε τη λεωφόρο. Του φώναξε σα δαιμονισμένη στη γλώσσα της «Θες να μ’ αγαπήσεις;». Την κοίταξε έκπληκτος και πλησίασε κάτω απ’ το παράθυρό της. Εκείνη, άνοιξε τα φτερά της κι όση ώρα αιωρούταν στο κενό, τα χτύπαγε δυνατά. Αν το αγόρι δεν είχε αποτραβηχτεί φοβισμένο, θα έπεφτε στην αγκαλιά του. Μπορεί και να την είχε αγαπήσει.

13.Στο Δάσος με τους κέδρους…….
Κάποτε σε μια μεγάλη σπηλιά, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού σκεπασμένου με κέδρους, ζούσε μια γυναίκα, ακαθόριστης ηλικίας, που άλλοι την λέγανε, μάγισσα, άλλοι γιάτρισσα και άλλοι ξωτικό !!!
Κανείς δεν ήξερα από πού είχε έρθει και πότε ,το μόνο που ξέρανε ήτανε ότι όλη την ημέρα περπατούσε στο δάσος και μάζευε βότανα, ρίζες, λουλούδια και το σούρoυπο γύριζε στη σπηλιά της, που την είχε  ντύσει με φλούδες και κορμούς κέδρων, είχε στήσει  στη μέση έναν μεγάλο ξύλινο αργαλειό, είχε φτιάξει ένα πέτρινο τζάκι και από το ταβάνι είχε κρεμασμένα σε μάτσα και αρμαθιές, λογίς-λογίς βοτάνια και καρπούς . Πάνω σ΄ έναν μεγάλο ξύλινο πάγκο είχε αραδιασμένα γυάλινα βάζα, μπουκάλια, χύτρες και πήλινες λεκάνες ενώ ένα πανέμορφο υφαντό κεντημένο με θαυμάσια σχέδια χώριζε το χώρο που φιλοξενούσε το απλό ξύλινο κρεβάτι της σκεπασμένο κι αυτό με μια υφαντή πολύχρωμη κουβέρτα. ΄Εμοιαζε η σπηλιά, σαν σπιτικό ξωτικού, με τα στρογγυλά παραθυράκια της και την  ξύλινη πορτούλα με το φεγγίτη και τους μεγάλους μπρούτζινους μεντεσέδες.
Τα βράδια αν τύχαινε να περάσει κανείς θα έβλεπε τον αχνογάλανο καπνό να ανεβαίνει από την καμινάδα και ίσως κατόρθωνε να  διακρίνει  τη γυναίκα, είτε καθισμένη στον αργαλειό της είτε στο τζάκι της να ανακατεύει τη χύτρα της ή να φτιάχνει  ξύλινες βάσεις για πορτατίφ   και την κάτασπρη γάτα της να τρίβεται στα πόδια της.
Πολλοί λέγανε πως γιάτρευε όλα τα ζώα , τα ελάφια, τα άλογα, τους λαγούς, τους ασβούς, τις αλεπούδες, τους λύκους, τα κουνάβια και όλα τα πουλιά, τις κουκουβάγιες, τ΄ αηδόνια, τις πέρδικες, τις καρδερίνες, τα γεράκια, τους αετούς, τα τρυγόνια….
Κάποτε, ο άρχοντας του τόπου απογοητευμένος από τους  ονομαστούς γιατρούς και τους βοτανολόγους, έστειλε να την καλέσουνε στο αρχοντικό του για να γιατρέψει το σκυλί του, την καρδερίνα του και το άλογό του.
Όμως εκείνη αποκρίθηκε ότι θα έπρεπε να της πάνε τα ζωντανά στη σπηλιά της, για να μπορέσει να βρεί την κατάλληλη θεραπεία.
Πραγματικά την επόμενη μέρα οι άνθρωποι του άρχοντα έφεραν στη σπηλιά το σκυλί, την καρδερίνα και το άλογο  και η γυναίκα τους υποσχέθηκε ότι θα προσπαθήσει  να τα γιατρέψει, θα χρειαστεί όμως μία εβδομάδα.
Πραγματικά για μία εβδομάδα τάιζε τα ζωντανά χυλούς και σπόρους, τα χάιδευε και τους σιγομιλούσε, τα έτριβε με αλοιφές και τους τραγουδούσε με πάθος ένα παράξενο τραγούδι, χωρίς λόγια….
Όταν πέρασε η εβδομάδα, οι άνθρωποι του άρχοντα ήρθανε να παραλάβουνε τα ζωντανά και πραγματικά με έκπληξη και θαυμασμό αντικρίσανε το κουτσό άλογο, ρωμαλέο και περήφανο να καλπάζει όλο ορμή και δύναμη, την σιωπηλή καρδερίνα, να κελαηδάει γλυκά και να πηδάει χαρούμενη από κλαδί σε κλαδί και το  μελαγχολικό γέρικο σκυλί, με λαμπερό τρίχωμα και σπινθηροβόλα μάτια, να οσμίζεται τον αέρα, να πηδάει τριγύρω και να κουνάει  δυνατά  περά-δώθε την ουρά του.
Ο άρχοντας δεν πίστευε στα μάτια του, θέλησε να ανταμείψει τη γυναίκα μα εκείνη δεν γύρεψε καμιά ανταμοιβή και όταν έστειλε στη σπηλιά τους ανθρώπους του με δώρα και καλούδια, εκείνοι γυρίσανε
άπρακτοι γιατί δεν βρήκανε κανέναν πια εκεί…. η σπηλιά ήτανε άδεια και η γυναίκα είχε εξαφανιστεί…..

14.ΜΑΤΙΝΑ  Η  ΑΛΧΗΜΙΣΤΡΙΑ
Πέρασε προσεκτικά με το βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα, όλα τα αντικείμενα που θα χρησιμοποιούσε , τα βαζάκια, τους δοσομετρητές, τα κουτάλια, τον πάγκο, είχε φορέσει και τη βαμβακερή ροζ ρόμπα της  και τη φαρδιά λουλουδάτη κορδέλα να συγκρατεί τα κατσαρά μαλλιά της και ήτανε έτοιμη να επιδοθεί με περισσή προσήλωση και ασυγκράτητο ενθουσιασμό στην παρασκευή  σπιτικών καλλυντικών.
Από μικρή η Ματίνα καταλαμβανότανε κατά καιρούς από διάφορες μανίες, στις οποίες επιδιδότανε με ασυγκράτητο ενθουσιασμό και πάθος.  
Στην παιδική της ηλικία παθιάστηκε με το μπαλέτο, στην εφηβεία της , με την ιστιοπλοΐα, μιας και ο πρώτος νεαρός που είχε ερωτευτεί ήτανε ιστιοπλόος, στη συνέχεια με την ορειβασία, επειδή  συμπτωματικά το επόμενο φλερτ, ήτανε  ορειβάτης, με τη γιόγκα, από τότε που η κολλητή της τη μύησε στις τεχνικές της και τέλος, για πολλά χρόνια με  την κατασκευή κοσμημάτων .
Τώρα που τα παιδιά είχανε  φύγει πια από το σπίτι , η Ματίνα, γυναίκα δραστήρια  όπως στα νιάτα της σχεδόν, είχε άφθονο χρόνο ώστε να συνεχίσει να παθιάζεται με τις δικές της ενασχολήσεις , τελευταία με την παρασκευή καλλυντικών, ενώ ο  σύζυγός της ο Μενέλαος ,  είχε τα δικά του χόμπι,  σκάκι, μπριτζ, σταυρόλεξα και  διάβασμα…..
Ο Μενέλαος όταν την είδε να κλείνεται με τις ώρες στην κουζίνα πολύ το χάρηκε, γιατί πίστεψε αφελώς ότι η καινούργια μανία της γυναίκας του είχε να κάνει με τη μαγειρική ή τη ζαχαροπλαστική, αλλά δυστυχώς οι προσδοκίες του διαψευστήκανε και έμεινε μόνο με την ανάμνηση των γεμιστών της μάνας του, των ντολμάδων της πεθεράς του και των λουκουμάδων της γιαγιάς του.
Η Ματίνα βγήκε από την κουζίνα και πήγε στο καθιστικό όπου ο Μενέλαος καθισμένος στη συνηθισμένη του θέση , έλυνε  σταυρόλεξα, άναψε το πορτατίφ, γιατί ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ρώτησε  :
-Τι θα ήθελες για βραδινό, να ετοιμάσω μία σουπίτσα ή ένα τοστ;
-Μία σουπίτσα νομίζω ότι είναι θαυμάσια ιδέα ! Τι έφτιαξε η αλχημίστριά μου σήμερα;
-Οικολογικό απωθητικό εντόμων με αιθέριο έλαιο κέδρου!!!
-Ελπίζω να μην το έβαλες στο ψυγείο να κρυώσει, όπως τις προάλλες που έβαλες εκείνες τις κρέμες με το αμυγδαλέλαιο και την κανέλα και  δοκίμασα, γιατί ξεγελάστηκα νομίζοντας ότι πρόκειται για ρυζόγαλο…
- Όχι βρε αγάπη μου, αφού σου εξήγησα ότι στο κάτω ράφι βάζω όλα τα δικά μου, δεν βάζω φαγώσιμα, και πρόσεξε, στα πορσελάνινα μπολάκια, έχει μάσκα προσώπου, μην την περάσεις για μουσταλευριά…..
Μπήκε πάλι στην κουζίνα και άρχισε να ανοίγει τα ντουλάπια, πρέπει να φτιαχτούνε οι μεντεσέδες σκέφτηκε, έχουνε χαλαρώσει πολύ….
Μισή ώρα αργότερα, ο Μενέλαος πρόβαλε το κεφάλι του από την πόρτα της κουζίνας και ρώτησε:
-Τι καλό ετοίμασε η αλχημίστριά μου; Μυρίζει υπέροχα !!!Αυτά τα ροζ ζελεδάκια που είδα το πρωί στον πάγκο τρώγονται;
-Πέρασε, ετοίμασα τραχανόσουπα με κρουτόν και τυρί!!! Τα ροζ ζελεδάκια δεν τρώγονται, είναι σαπούνια !!!!
-Κρίμα! Μήπως ξέρεις πώς λέγεται το όρος του δάσους των κέδρων του Θεού; Είναι το 4 οριζοντίως έξι γράμματα, το πρώτο Μ το τελευταίο Λ….
-ΜΑΧΜΑΛ αγάπη μου, ΜΑΧΜΑΛ…..
 
15. Η επιτυχία δεν φέρνει την ευτυχία…
Κάθισε καταγής μπροστά στον γέρικο κέδρο, χωρίς να την νοιάζει αν θα λερωθεί το πανάκριβο παλτό της. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοιτώντας τον ουρανό και αναρωτήθηκε πόσα χρόνια είχαν περάσει από εκείνη την φορά που κάτω από το ίδιο δέντρο έκανε όνειρα για την ζωή που ανοιγόταν μπροστά της.
Σαν σε όνειρο είδε ένα κοριτσόπουλο να τρέχει χαρούμενο στον λόφο. Ήταν αυτή στα δεκαοχτώ της χρόνια! Είχε καταφέρει να περάσει με επιτυχία στις εξετάσεις και επιτέλους θα έφευγε από το χωριό και θα άφηνε πίσω της  την κλειστή κοινωνία και τα κουτσομπολιά της, την ζωή στα χωράφια και την μιζέρια.  Έκλεισε τα μάτια και είδε την ζωή που την περίμενε. Το δικό της δωμάτιο που δεν θα μοιραζόταν με τις τέσσερις αδερφές της, το αμφιθέατρο του πανεπιστημίου, τους φίλους που θα έκανε, τα φοιτητικά πάρτυ, τα ιδεώδη για τα οποία θα μαχόταν ως φοιτήτρια, το πτυχίο στο χέρι και μετά το ολοδικό της γραφείο, τα δικαστήρια, τις υποθέσεις που θα αναλάμβανε, τα χρήματα που θα έβγαζε, την φήμη που θα αποκτούσε ως νεαρή και αδέκαστη δικηγόρος! Υποσχέθηκε πως την επόμενη φορά που θα βρισκόταν στον λόφο της θα ήταν επιτυχημένη και έφυγε…
Όλα πήγαν βάση προγραμματισμού. Είχε τις παρέες της, ζούσε την φοιτητική ζωή  αλλά δόθηκε και  με  πάθος στις σπουδές της οπότε κατάφερε να πάρει το πολυπόθητο πτυχίο, χωρίς να χρειαστεί επιπλέον χρόνος. Έπιασε δουλειά σε ένα δικηγορικό γραφείο και γρήγορα καταξιώθηκε στον χώρο της! Κάθε βράδυ που έσβηνε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι της, ένοιωθε και πιο ικανοποιημένη με όσα είχε καταφέρει…. Τι είχε αλλάξει; Γιατί ξαφνικά την έπιασε αυτή η λησμονιά και έφυγε σαν τον κλέφτη από το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν του γραφείου για να βρει καταφύγιο στον ξεχασμένο λόφο; Που οφειλόταν η έντονη ανάγκη να ψάξει μέσα της και να δει γιατί ένοιωθε τόσο περιττή σε αυτή την μικρή συνεστίαση; Δεν άργησε να καταλάβει το γιατί. Ήταν η  μόνη χωρίς οικογένεια, χωρίς έστω έναν συνοδό και ήταν ήδη σαράντα χρονών. Πετυχημένη  αλλά μόνη! Γιατί την πείραζε τώρα; Επιλογή της δεν ήταν; Μήπως δεν της είχαν δοθεί ευκαιρίες; Όχι, πολλοί συμφοιτητές της αλλά και συνάδελφοι αργότερα σκιρτούσαν για ένα της «ναι», αλλά πάντα ένοιωθε ότι θα την απομάκρυναν από τους στόχους της. Η αγάπη δεν χωρούσε στην ζωή της, θα την αποδιοργάνωνε! Αυτό δεν έλεγε στην αδερφή της κάθε φορά που της θύμιζε ότι ξεχνάει πως είναι  γυναίκα και κλείνει την πόρτα στην ευτυχία;
«Πως έκανα το  λάθος να σκεφτώ πως η επιτυχία φέρνει την ευτυχία;» αναρωτήθηκε αγκαλιάζοντας το γέρικο δέντρο και ξέσπασε σε γοερό κλάμα. Έμεινε εκεί πολλή ώρα κάνοντας αναθεώρηση των πιστεύω της και των προτεραιοτήτων της. Αυτή την φορά τα όνειρά της περιλάμβαναν έναν σύντροφο που θα την αγαπούσε, τα δικά της παιδιά να ανοίγουν δώρα γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, εγγόνια να της λένε τα κάλαντα και δάκρυα ευτυχίας στα μάτια της… Αποφασισμένη να χαλαρώσει τους μεντεσέδες και να ανοίξει την πόρτα στην αγάπη,  ανανέωσε την υπόσχεσή της στον λόφο. Ευχήθηκε  να μην είναι αργά και έφυγε….  

16.Καληνύχτα στο χτες!
Άναψε το πορτατίφ κι ανακάθισε στο κρεβάτι της. Η καρδιά της χτυπούσε τρελά. Τι ήταν κι αυτό απόψε; Ένας δυνατός θόρυβος την είχε ξυπνήσει απότομα. Τα πορτοπαράθυρα από ξύλο κέδρου , το αγαπημένο της δέντρο -  σ' έναν κέδρο χάραξαν μαζί κάποτε το "θα σ'αγαπώ για πάντα"-  χτυπούσαν άγρια από τον αέρα.... άνοιγαν κι έκλειναν κι έκαναν το θόρυβο-τρόμο, στα μάτια της νεαρής γυναίκας.
Μισούσε το ξύλο απόψε. Μισούσε τον αέρα. Σηκώθηκε να ασφαλίσει το παράθυρο αλλά πρόσεξε ότι δεν μπορούσε. Ένας μεντεσές είχε λασκάρει στη μία του βίδα, είχε στραβώσει κι εμπόδιζε το κλείσιμο. Μια βρισιά ανέβηκε στο στόμα της, μα προσπάθησε να τη διώξει. Τι ωφελούσε να βρίζει; Μήπως με τις βρισιές θα έδιωχνε τον πόνο; Θα ξόρκιζε τον τρόμο; Αυτή, μια γυναίκα που ποτέ της δεν δείλιασε, που ήταν γεμάτη ζωή, γεμάτη πάθος, που ζούσε τρελά κι επικίνδυνα, απόψε έλιωνε από το φόβο της σαν κερί.
Μισούσε το φόβο απόψε. 
Την είχε κάνει δειλή λοιπόν! Και πόσο τον μισούσε κι αυτόν! Που την άφησε κι έφυγε. Που της πήρε τα χρόνια. Που της πήρε τη χαρά. Μα πάνω απ' όλα που της πήρε την πίστη στον εαυτό της!
Αυτή, μια γυναίκα που έκανε ορειβασία σε δυσκολοπρόσιτες βουνοπλαγιές, που δεν λύγισε κάνοντας παρά πέντε, που αντιμετώπισε έναν μασκοφορεμένο άντρα μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, όταν της επιτέθηκε- λιώμα θα τον είχε κάνει αν δεν το είχε βάλει στα πόδια - αυτή η ατρόμητη γυναίκα φοβόταν απόψε ένα χαλασμένο παράθυρο!
Ντράπηκε!
Κι η ντροπή έγινε θυμός!
Κι ο θυμός την ταρακούνησε!
Και να που μέσα σε λίγα λεπτά έγινε το κλικ! Μερικές φορές φτάνει ένα χαλασμένο παράθυρο για να σε ταρακουνήσει και  να δεις τη "χαλασμένη" σου ζωή. Μερικές φορές φτάνουν ελάχιστα λεπτά για να δεις τη ζωή σου όλη, σαν ταινία όπου κάποια άλλη πρωταγωνιστεί. Κι εσύ απλά θέλεις να της φωνάξεις τι να κάνει. Ποια απόφαση να πάρει!
Ανακάθισε στο κρεβάτι της. Έψαξε για το ημερολόγιό της, στο κομοδίνο. Είχε καιρό, μήνες να το συμπληρώσει. Δεν έβρισκε τίποτα καινούργιο να γράψει.
Πήρε το μολύβι με τρεμάμενα χέρια, από τον ενθουσιασμό που ξαφνικά την κυρίεψε κι έγραψε όσο πιο έντονα μπορούσε:  "Αύριο ξαναφτιάχνω τα χαλασμένα πράγματα στη ζωή μου!  Πρωί πρωί  στάση στου κυρ-Θωμά την κιγκαλερία : Να αγοράσω καινούργιο μεντεσέ. 
Καληνύχτα στο χτες! 
Καλημέρα ζωή! "

17.Χαρά
    Άνοιξε τα μάτια της κοιτώντας προς το παράθυρο. Αυτό που αντίκρισε την έκανε να ξεφωνίσει από χαρά και να πετάξει από πάνω της τα σκεπάσματα. Έτρεξε και κόλλησε τη μύτη της στο γυαλί του παραθύρου. Πράγματι χιόνιζε! Εδώ και ώρες, απ' ότι καταλάβαινε μιας και όλα κάτω ήταν λευκά. Ακόμη κι ο μεγάλος και ψηλός κέδρος ήταν κάτασπρος. Έτρεξε να πάρει τη ζακέτα της και μες στη φούρια της αναποδογύρισε το πορτατίφ που έπεσε με ένα πνιχτό γδούπο στο χαλί. Του έριξε μια ματιά, είδε πως δεν είχε σπάσει, ανασήκωσε τους ώμους και πήρε τα χνουδωτά μποτάκια της από την ντουλάπα. 
    Δεν πρόλαβε να ανοίξει την εξώπορτα και την πρόδωσε το τρίξιμο του μεντεσέ αφού δευτερόλεπτα μετά άκουσε μια φωνή:
" Που πας; Ήμουν σίγουρος πως με το που ξυπνούσες θα προσπαθούσες να το σκάσεις έξω, με τις πιτζάμες! Ολόκληρη γυναίκα και κάνεις χειρότερα από τα παιδιά σου!" 
    Χαμογέλασε, έστειλε ένα φιλί στον άντρα της κι έκλεισε την πόρτα βγαίνοντας. Δυο ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω της. Γελώντας έφτιαξε μια χιονόμπαλα και την πέταξε στον μεγάλο της γιο ενώ πήρε αγκαλιά την μικρή που βρέθηκε δίπλα της σε δευτερόλεπτα, για να την προστατέψει από τα αντίποινά του. Συνέχισαν να παίζουν μέχρι που μούδιασαν τα δάχτυλα των χεριών της. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως το να παίζει με τα παιδιά της ήταν το πάθος της. Και ποιος την αδικούσε; Τίποτα δεν συγκρινόταν με το γέλιο τους!
    Τρία κατακόκκινα, από το κρύο, πρόσωπα, μπήκαν μέσα στο σπίτι, συνοδεύοντας τρεις ανάλαφρες και ευτυχισμένες καρδιές!

 18.Τι να σου πω και να με πιστέψεις...
Άστα να πάνε φίλε μου! Τι το' θελα εγώ κι έβγαινα έξω από το σπίτι; Μια χαρά δεν είχα κλειδαμπαρωθεί μέσα τόσο καιρό; Αλλά μου το φύλαγε η Μοίρα λέμε! Πάνε που λες καμιά δεκαριά μέρες, που είχε φαγωθεί ο φίλος μου ο Μπάμπης να πάμε σ' ένα μπαράκι εδώ κοντά, με ωραία μουσική κι ωραίο...κόσμο! Το 'πιασα το υπονοούμενο! Άντε και πήγα. Σιγά τα λάχανα! Κάτι παρακμιακά ντισκομπαρόκ σουξεδάκια, απορώ κι από που τα είχανε ξεθάψει! Kι από κόσμο;;; Κάτι "μπάζα" που είχαν σκάσει μύτη ολοφάνερα για να χτυπήσουν κανά "τεκνό" άρον-άρον! Αφού ήπια το πρώτο...πικρό ποτήρι, λέω στο Μπάμπη: "φίλε εγώ την κάνω!". Κι όπως βάζω το μπουφάν να φύγω, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα "Η" γυναίκα! Τώρα πως βρέθηκε εκεί, μέσα σ' αυτήν την παρακμή, μια τέτοια ομορφιά, θα σε γελάσω και δεν το θέλω! Σημασία έχει πως εγώ μια ώρα μετά, δήλωνα κεραυνοβολημένος! Το καλό βέβαια ήταν πως κι εκείνη μου έριχνε ματιές γεμάτες πάθος. Έτσι πήρα το θάρρος κι εγώ και την πλησίασα. Για να μην στα πολυλογώ, κουβέντα στην κουβέντα, τη ρωτάω αν θα ήθελε να ξαναβρεθούμε. 
"Ραντεβού απόψε στο σπίτι στο δάσος" μου απαντάει γεμάτη μυστήριο και μου κάνει σ' ένα πρόχειρο χαρτί ένα σχεδιάγραμμα. Ποιο δάσος Παναγία μου; Τι δουλειά έχουμε τώρα μέσα στο άγριο δάσος; Σκιάχτηκα, δε στο κρύβω, αλλά το σκέφτηκα...σοφότερα και λέω "θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό!"... Κι αρχίζω το...γνωστό τσεκάρισμα: Σώβρακο καθαρό: ok! Άρωμα: ok! Προφυλακτικά: ok! Τσίχλες για το χνώτο: ok! 
Και δίνουμε ραντεβού στο...δάσος, σύμφωνα με τις οδηγίες της μυστηριώδους ύπαρξης... Και φτάνω σε μια σκοτεινή βίλα στη μέση του πουθενά -σόρρυ! του δάσους!- μέσα στα πεύκα, τα έλατα, τις αλεπούδες, τις αρκούδες(...) κι έναν κέδρο δίπλα στην είσοδο. Η κοπελιά με περίμενε ήδη εκεί, μέσα στα μέλια και μου δίνει το κλειδί να ανοίξω, έτσι για να νιώσω ο άντρας του σπιτιού! Μαγκώνει που λες φίλε ο μεντεσές της πόρτας και δεν έλεγε να ανοίξει η ρημάδα με τίποτα! Εμ, βέβαια, ποιος ξέρει από πότε είχε να πατήσει ανθρώπου...πόδι εδώ πέρα μέσα!
Με τούτα και με κείνα, πάντως και πριν μας φάνε οι αρκούδες, κατάφερα να την ανοίξω και βρισκόμαστε στο σκοτεινό σαλόνι να φιλιόμαστε με τέτοιο πάθος, που ξέχασα και το όνομα μου!
"Δίπλα στο τζάκι είναι ένα πορτατίφ" μου σιγοψιθυρίζει εκείνη κι αφού το βρίσκω ψαχουλευτά, το ανάβω και μένω...το ημίγυμνο άγαλμα! Μια κάννη όπλου σημάδευε τα μάτια μου κι ένας νταγκλαράς ίσα με εκεί πάνω, μου λέει: "αν κουνηθείς σου την άναψα"!
Αν περιμένεις τώρα εσύ να μάθεις από μένα το παρακάτω, μάλλον θα περιμένεις πολύ!... "Το παλικάρι της φακής" -εγώ!- σωριάζομαι, λιποθυμώ κι όταν κάποτε άνοιξε το μάτι μου.....όχι μόνο είχε ξημερώσει, είχε πια μεσημεριάσει, είχα αργήσει για τη δουλειά, αλλά τρόμαξα να συνειδητοποιήσω πως μόλις είχα βγει μέσα από...ένα όνειρο!!!
Κι ύστερα ξαφνικά θυμήθηκα! Το ραντεβού με το Μπάμπη είναι για αύριο το βράδυ! Σιγά μην πάω!...
Είμαι εγώ τώρα για...πάθη, δάση, αρκούδες, βίλες, νταγκλαράδες και...κάννες;;; Βρε, ας το να πάει στην ευχή καλύτερα!