Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

2η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ 3ου ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"

 Εδώ θα διαβάσετε τις υπόλοιπες ιστορίες  - παραμύθια
  του 3ου παιχνιδιού 

11.Το Σκιάχτρο κι η Βατομουριά

Ήταν ένα Ανοιξιάτικο απομεσήμερο, όταν  ο Αγησίλαος το σκιάχτρο είδε από μακριά τον Μένιο το γαϊδουράκι να έρχεται όπως κάθε απόγευμα που τελείωνε τα φορτώματά του και του χαμογέλασε ενώ τεντωνόταν για να ξεπιαστεί. 
Ο Αγησίλαος  δεν είχε πολύ δουλειά αυτή την μέρα ,
είχε διώξει μερικές κουρούνες, κάτι περιστέρια που γουργούριζαν στ΄ αυτιά του,  έκοψε την χολή στα χελιδόνια που κατέβηκαν να τσιμπολογήσουν σπόρια , έδιωξε δυο πέρδικες που ήθελαν να στήσουν φωλιά στο καπέλο του και παραπονιόταν πως βαριόταν κι ένοιωθε μοναξιά σ΄ αυτό το έρημο χωράφι!
«Δεν μπορώ άλλο, είπε ο Αγησίλαος, δεν έχω κανέναν να
μιλήσουμε και η Λένα η 
βατομουριά δεν μου δίνει σημασία!»
Το μοναχικό Σκιάχτρο ήταν ερωτευμένο με την Βατομουριά που είχε φυτρώσει στα πόδια του και  προτιμούσε να σέρνεται στο χώμα παρά να τον ακουμπήσει κι ενώ τα πουλιά τα κερνούσε γλυκά
βατόμουρα, εκείνον ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει.
Στενοχωρήθηκε ο Μένιος και ρώτησε  την Λένα γιατί
αντιπαθούσε τον φίλο του.
« Δεν το θέλω το παλιοσκιάχτρο! Διώχνει τα πεινασμένα
πουλάκια. Αν μπορούσα θα έφευγα από κοντά του για πάντα !»
 « Κι αν αλλάξω? Αναρωτήθηκε ο Αγησίλαος, αν δεν φοβίζω τα πουλιά θα με αγαπήσει η Βατομουριά?»
Για την αγάπη της ο Αγησίλαος άλλαξε, δεν κούναγε ούτε
αχυροκλαράκι για να μη τρομάζουν τα πουλιά κι η Λένα
χαρούμενη τον τύλιξε απαλά τα αγκαθωτά κλαριά της,
και με τις καταπράσινες άκρες τους τον γέμιζε φιλιά
στ’  αχυρένια μαλλιά, στα μάγουλα, στο γελαστό του στόμα.
Πόσο ευτυχισμένος ήταν ο Αγησίλαος με τον έρωτα της Βατομουριάς!
Στεκόταν  τα 
συννεφάκια κοντά τους παίζοντας
μελωδίες στις ουράνιες 
φυσαρμόνικες και τα πουλιά
τραγουδούσαν στο ερωτευμένο ζευγάρι,  ενώ η Βατομουριά χόρευε στολισμένη με κατακόκκινα ζουμερά βατόμουρα!
Ένα απόγευμα όμως ήρθε στο χωράφι τ΄ αφεντικό και τους τσάκωσε στα πράσα!
Θύμωσε τόσο  που τραβήχτηκαν τα σύννεφα, σώπασαν
οι φυσαρμόνικες, τα πουλιά φτερούγισαν τρομαγμένα
ενώ ο Μένιος ίδρωσε μέχρι τα αυτιά!
«Ώστε έτσι προσέχεις το χωράφι μου παλιοσκιάχτρο?»
Φώναζε το αφεντικό «Τώρα θα σου δείξω εγώ»
και πριν το καταλάβουν με τον αναπτήρα του έβαλε φωτιά στα αχυρένια πόδια του Αγησίλαου.
Απελπισμένος ο Μένιος κλώτσαγε τα χώματα να σβήσει
την φωτιά όμως ο Αγησίλαος  χανόταν μέσα  στις φλόγες
φωνάζοντας στην Λένα «σ΄ αγαπάω Βατομουριά μου»
«σ΄ αγαπάω Σκιάχτρο μου » φώναξε κι η Λένα και τον
τύλιξε σφιχτά στα κλαριά της δίνοντας του το
τελευταίο φιλί προτού τους καταπιούν οι φλόγες.
Όλη νύχτα έκλαιγε το γαϊδουράκι τους φίλους του.
Το άλλο πρωί  ήρθε το αφεντικό φέρνοντας μια μπάλα
άχυρο κι έφτιαξε ένα καινούργιο Σκιάχτρο στην θέση του παλιού.
«Μένιο κλαις ακόμα?» άκουσε το γαϊδουράκι μια γνώριμη φωνή. 
Ξαφνιάστηκε ο Μένιος.
« Πως ξέρεις τ΄  όνομα μου?» 
« Ο Αγησίλαος είμαι, εμάς τα σκιάχτρα από την στιγμή που θα μας βάλεις σε ένα χωράφι εκεί  μένει η ψυχή μας για πάντα!»
Πόσο χάρηκε ο Μένιος!
Κι εκεί ανάμεσα στις στάχτες φάνηκαν δυο πράσινα κλαράκια.
Ήταν η Λένα που πέταγε καινούργια κλωνάρια και σύντομα θ΄ αγκάλιαζε πάλι τον αγαπημένο της Αγησίλαο
και θα κερνούσε τα πουλιά ζουμερά γλυκά βατόμουρα!

12.Xωρίς τίτλο

Ο Γιάννης ο τεχνίτης, γύρισε απ τη δουλειά,
στο ταίρι του τη Μόνικα.
Έκανε το μπανάκι του, μετά φρεσκαρισμένος
έπαιξε φυσαρμόμονικα.
Της άρεσε και γέλαγε όταν μετά τη γράπωνε
ο νους του πάντα στο κοκό.
Μα σήμερα δεν ήθελε να αφήσει την κουζίνα
και το βατόμουρο που έκανε γλυκό…
Τα πήρε ο Γιάννης κι έπαψε αστεία να της κάνει,
Σύννεφο  στο μάτι του άπλωσε ο θυμός.
«σαν σκιάχτρο μ’ αποφεύγεις και λες δικαιολογίες
ενώ εγώ περίμενα πως θα γενεί χαμός !
… Τα βάρη τα φορτώνομαι σαν να ‘μαι γαϊδουράκι
Στα πόδια σου ότι θέλεις να χαρείς
Εγώ σε θέλω ξέφρενα, να σε βογγήξω κάτω
Και συ αδιαφορείς…»
Η Μόνικα τα λόγια του, όσο τα εσκεφτόταν,
πύρωνε σαν χύτρα στη φωτιά.
Δεν ήταν κι από σίδερο, τον ήθελε τον Γιάννη,
να κάψει το κορμί της πυρκαγιά.
Έτσι σε λίγο φώναζε γεμάτη πάθος και ηδονή
«δώστα μου όλα ! Δώστα !».
Τρίζοντας σιγοντάριζε του κρεβατιού ο σωμιές,
και κάηκε στο μάτι η κομπόστα… 

13.To σκιάχτρο

Τα τέσσερα αδέλφια αφού ήπιανε το γάλα τους, βγήκανε στη πίσω αυλή και μπήκανε  στην αποθήκη. Η μητέρα αποβραδίς τους είχε πει: «Αύριο θα φτιάξουμε ένα σκιάχτρο!  Η σοδειά μας κινδυνεύει  και πρέπει να κάνουμε κάτι γι΄ αυτό!!»
Βοηθήσανε όλοι τη μητέρα και σε λίγο, στηριγμένο σε δυό ξύλα δεμένα σε σταυρό ήτανε έτοιμο το σκιάχτρο τους. Του φορέσανε ένα παλιό παντελόνι του πατέρα, ένα καρό πουκάμισο του μεγάλου γιού, το παλιό ψάθινο καπέλο του παππού, παραγεμίσανε με άχυρα το σώμα καθώς και μία παλιά μαξιλαροθήκη που έγινε κεφάλι, και τέλος η μητέρα, έραψε για μάτια δύο μεγάλα παράταιρα κουμπιά και ζωγράφισε ένα μεγάλο χαμογελαστό κόκκινο στόμα….
Μόλις επέστρεψε ο πατέρας, του το έδειξαν με υπερηφάνεια και χαρά και όλοι μαζί το στήσανε στη μέση του αγρού τους…..
«Τώρα δεν θα τρώνε τα πουλιά τη σοδειά μας;;;» ρωτήσανε τα παιδιά και ο πατέρας απάντησε: «Ας ελπίσουμε πως όχι » και η μητέρα πρόσθεσε: «Για τα πουλιά, φροντίζουμε να αφήνουμε σπόρους γύρω-γύρω στην άκρη του χωραφιού μας γιατί πρέπει να ζήσουνε κι αυτά»
Το σκιάχτρο στεκότανε  κατάπληκτο και κοίταζε με περιέργεια γύρω του έχοντας  ζωγραφισμένο ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό του.  Τα πουλιά όχι μόνο δεν το φοβόντουσαν, αλλά αντίθετα   ερχόντουσαν άφοβα να ξαποστάσουν επάνω στα απλωμένα χέρια του και το καπέλο του!!!
Όταν σουρούπωσε, ήρθε ο παππούς και έδεσε το γαϊδουράκι του στη άκρη του φράχτη κάτω από τη μεγάλη συκιά.
Ύστερα από λίγο έπεσε το σκοτάδι και στον ουρανό, που δεν είχε ούτε ένα σύννεφο, ανέτειλε το καινούργιο φεγγάρι και φάνηκαν να λάμπουν στο στερέωμα τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα αστέρια….την ίδια στιγμή, από το σπίτι ακούστηκε η μελωδία…..ο παππούς έπαιζε το σκοπό στη φυσαρμόνικα και τα τέσσερα εγγόνια του τραγουδούσαν. «Απ΄ όλα τα πετούμενα ολά ολά…ο γάιδαρος μ΄ αρέσει….γιατί έχει αγγελική φωνή…ολά ολά…και δαχτυλίδι μέση…....»
Ύστερα κι άλλο τραγούδι, γέλια και χαρούμενες κουβέντες ώσπου ακούστηκε η μητέρα να λέει: «΄Ηρθε η ώρα να δοκιμάσετε την τάρτα μου  με μαρμελάδα βατόμουρο  κι ύστερα παιδιά στα κρεβάτια σας,αύριο έχετε σχολείο, θα ξυπνήσετε νωρίς!»
Πέρασε καιρός, το σκιάχτρο ήτανε τρισευτυχισμένο, τα πουλιά είχανε γίνει οι καλλίτεροι φίλοι του και τα τέσσερα παιδιά δεν έπαυαν να το καμαρώνουν !» Ένα βράδυ όμως, ξέσπασε μια δυνατή μπόρα,  ο αγρός πλημμύρισε και το καημένο το σκιάχτρο μούσκεψε τόσο πολύ που την άλλη μέρα ήτανε αγνώριστο!!!
Κουρέλια κρεμόντουσαν από τα γερμένα ξύλα που το στηρίζανε και το κεφάλι του είχε βαρύνει από τα μουσκεμένα άχυρα και κρεμότανε πάνω στο στήθος του!!
«Τι καταστροφή θεέ μου»!! είπε η μητέρα και ο πατέρας συμπλήρωσε : «Ευτυχώς δεν είναι ολοκληρωτική καταστροφή, τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τη φύση» «Και  το σκιάχτρο μας ;» ρωτήσανε τα παιδιά. «Θα το ξαναφτιάξουμε» είπε ο πατέρας, «Μπορεί να μην έδιωχνε τα πουλιά, αλλά ήτανε χαμογελαστό και το έχουμε αγαπήσει » είπε η μητέρα…
Το σκιάχτρο, ένιωσε τόση συγκίνηση και χαρά που το χαμόγελο στο στραπατσαρισμένο του πρόσωπο έγινε ακόμη πιο πλατύ και σαν ένα δάκρυ να κύλησε από τα παράταιρα μάτια του….

14.Το μνημόσυνο του παππού

Μετά την επιμνημόσυνο δέηση, τα σύννεφα πύκνωσαν στον ουρανό και η οικογένεια μαζί με τους στενούς συγγενείς, κατευθυνθήκανε βιαστικά με τα πόδια στο πατρικό τους .
Ετσι το είχανε κανονίσει τα παιδιά του Συνταγματάρχη Αριστόβουλου Μουζάκη, να τον τιμήσουνε φέτος, δέκα χρόνια μετά την εκδημία του, με τον τρόπο που εκείνος θα χαιρότανε, ένα οικογενειακό γεύμα στο φιλόξενο σπίτι του, όπου ακόμα ζούσε η Μερόπη, η αγαπημένη σύζυγός του.
Η γιαγιά Μερόπη τους καλοδέχτηκε όλους φανερά συγκινημένη  φορώντας, τα διαμαντένια σκουλαρίκια της και το μαργαριταρένιο κολλιέ της, τους φίλησε όλους στοργικά, τις κόρες της , τους γαμπρούς της, τα εγγόνια της, τα δισέγγονά της, την κουνιάδα της, τον βαφτιστικό της και την αγαπημένη εξαδέλφη της, την Ευγενία .
Καθήσανε όλοι στο μεγάλο τραπέζι, οι κόρες της Ουρανία, Δανάη και Ελπίδα, είχανε ετοιμάσει τα πάντα και οι εγγονές Μερόπη και Θάλεια  αναλάβανε το σερβίρισμα.
Κάνανε πρόποση «Αθάνατοι»!!! αναφερόμενοι στους Ιερολοχίτες πεσόντες, και μετά το γεύμα καθήσανε στο σαλόνι όπου οι αναμνήσεις όλων ζωντανέψανε  φυλλομετρώντας τα παλιά άλμπουμ με τις φωτογραφίες του παππού από τη νεαρή του ηλικία, όταν παιδόπουλο μόλις 17 ετών άφησε το χωριό του στο Θεσσαλικό κάμπο και ήρθε στην πρωτεύουσα για να καταταγεί εθελοντής, του στρατού , όταν έγινε αξιωματικός, με τον Στρατηγό Τσιγάντε, μαζί με συμπολεμιστές στη Μέση Ανατολή, στην τελετή παρασημοφόρησης της σημαίας του Ιερού Λόχου. Υστερα πήρε σειρά το οικογενειακό άλμπουμ,  με τον παππού και τη γιαγιά σε γιορτές, περιπάτους, χοροεσπερίδες, τη γαμήλια φωτογραφία, τους γονείς της γιαγιάς, που δεν τον ήθελαν για γαμπρό κι ας ήτανε ήρωας του πολέμου, γιατί ο πατέρας της, ο φαρμακοποιός Περικλής Κεσμαντζόγλου προτιμούσε για τη μοναχοθυγατέρα του να κάνει γαμπρό του έναν  γιατρό….
Θυμηθήκανε περιστατικά που τους είχε διηγηθεί ο παππούς, από τις μάχες, τις πτώσεις με το αλεξίπτωτο, την απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου, τον ηρωισμό των ιερολοχιτών στην Τύνιδα, τη Ρόδο, τη Λήμνο, τη Σάμο, τη Νίσυρο, τη Κώ, την Τήλο….σιγοψιθυρίσανε και τον ύμνο «Παιδιά με ατσάλινα χέρια, με θάρρος, γεμάτα ψυχή, στα χέρια μας είναι η δόξα, της πατρίδας μας και η τιμή!!! Εμπρός παιδιά ! Με μια καρδιά ! Η σάλπιγγα σημαίνει ! Η Μάνα Ελλάς, από εμάς, ελευθεριά προσμένει  !»
Πήγε σχεδόν πέντε η ώρα, χωρίς να το καταλάβουνε, τα κορίτσια σερβίρανε καφέ ,τσάι, κέηκ, κουλουράκια και το περίφημο λικέρ βατόμουρο, σπεσιαλιτέ της γιαγιάς. Τα εγγόνια θυμηθήκανε πώς ο παππούς τους έμαθε ποδήλατο, κολύμπι, τοξοβολία, τις εκδρομές και τις πεζοπορείες τους στα βουνά, τις ωραίες ζωγραφιές που έκανε με ακουαρέλες, τοπία με δένδρα και εκκλησάκια, γαιδουράκια φορτωμένα με ξύλα και σανό, σκιάχτρα σε σπαρμένους αγρούς, βοσκούς με το κοπάδι τους….
Τέλος ανοίξανε την κασετίνα με τα παράσημα καθώς και το κουτί που ήτανε φυλαγμένη η παλιά φυσαρμόνικα και το μικρό δερματόδετο ευαγγέλιο με τη σφαίρα σφηνωμένη ανάμεσά τους, αυτή που θα τον είχε σκοτώσει τότε στη Σάμο, αν δεν εμποδιζότανε από αυτά τα δύο αντικείμενα που είχε στην αριστερή του τσέπη!
Βράδιασε πιά, ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, καληνύχτα γιαγιά Μερόπη….    
Αιωνία σου η μνήμη ιερολοχίτη Συνταγματάρχη Αριστόβουλε Μουζάκη !

 15.Η καλύτερη μέρα της ζωής μου

Κάποτε πριν πολλά χρόνια πήγα ένα μακρινό ταξίδι σε ένα διαφορετικό ωραίο μέρος.
Ο ήλιος χρυσό κομμάτι, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια ήταν ολάνθιστα.
Υπήρχε ένα ωραίο ποτάμι γαλήνιο και στην άκρη του υπήρχε ένα δέντρο με ασυνήθιστους καρπούς. Ήταν μια βατομουριά. Οι καρποί του είχαν όλα τα πιθανά και απίθανα χρώματα.
Μπλε, μωβ, κίτρινο, κόκκινο, γαλάζιο.. Έκοψα ένα βατόμουρο και διαπίστωσα ότι ήταν πολύ νόστιμο και μύριζε υπέροχα.
Τότε εμφανίστηκε ένα σύννεφο <<Τι είναι αυτό που τρως;>> με ρώτησε
Ένα βατόμουρο του απάντησα, θέλεις να σου παίξω φυσαρμόνικα; Την ώρα που άρχισα να παίζω φυσαρμόνικα παρουσιάστηκε ένα γαϊδουράκι κάθισε και με παρακολουθούσε, τότε εμφανίστηκε και ένα σκιάχτρο. Το σκιάχτρο με το γαϊδουράκι άρχισαν να χορεύουν γύρω μου και  το σύννεφο τραγουδούσε. Γίναμε όλοι πολύ καλοί φίλοι. Φάγαμε βατόμουρα, ήπιαμε νερό από το ποταμάκι χορέψαμε και είπαμε πολλές  ιστορίες μέχρι αργά το απόγευμα.
Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ!!! Ήταν και θα είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου!!!


16.Ψυθιρίσματα.....

Ηρθε το σύννεφο το συννεφάκι
βροχή να ρίξει στο χωραφάκι
πού χε ένα σκιάχτρο χρόνια και χρόνια
εκεί ακίνητο με ήλιο και χιόνια.
Φορούσε ρούχα παλιά σχισμένα
τα χέρια του είχε πάντα απλωμένα
παρέα του έκαναν πουλιά και ζώα,
και η καρδιά του μικρή κι αθώα.
Χαιρόταν τόσο που τα πουλάκια
στα αχυρένια του κάτσαν χεράκια
και δεν το ένοιαζε που ως την δύση
με κουτσουλίτσες το χαν γεμίσει.
Ο ήλιος κοίτα λαμπρός πως βγαίνει,
κι όλη την φύση γύρω ζεσταίνει,
κοίτα στο δρόμο ένα παιδάκι 
καβάλα είναι σε γαϊδουράκι.
Με φυσαρμόνικα μέσα στα χέρια
σαν να κρατούσε όλα τ αστέρια
στις χούφτες μέσα γλυκά την κλείνει
μια μελωδία  αφήνει εκείνη....
όταν στα χείλη του την ακουμπάει,
όμορφες νότες τριγύρω σκορπάει.
Δρόμο αφήνει και δρόμο παίρνει
σε ένα δάσος σε λίγο μπαίνει
δίπλα κυλάει το ποταμάκι,
και κατεβαίνει να πιεί νεράκι.
Καθώς περνούσε το μονοπάτι,
κάτι του γυάλισε λοξά το μάτι.
Σε ένα βάτο λίγο πιο πέρα,
ένα βατόμουρο φωνάζει αέρα...
με έχουν πνίξει όλα τ αγκάθια
μονάχο είμαι, μην φέρεις καλάθια!!!!
το χέρι σου άπλωσε για να με κόψεις
το άρωμα μου στη γεύση να νιώσεις
Ο ήλιος φτάνει κοντά στη δύση
κι όλη η πλάση έχει αφήσει
αρώματα χίλια μέσα στην νύχτα
και ψυθιρίσματα για καληνύχτα..!!!!!!!

17.Η Περιέργεια

Μια ιστορία θα σας διηγηθώ, την έλεγε η γιαγιά μου
κάθε φορά που την εζάλιζα με τα ερωτήματά μου.
Μια ιστορία αληθινή, για την γλυκιά Μαγδαληνή
που τ' όνομα της αλλάξανε και το ‘καναν "Τιτί"
Μικρό κορίτσι ήτανε, στα σύννεφα πετούσε
γεμάτη περιέργεια πώς, πού, γιατί ρωτούσε.
Άραγε οι τοίχοι έχουν αυτιά κι ακούνε όσα λέμε;
Μήπως τα σκιάχτρα έχουν καρδιά και κάπου - κάπου κλαίνε;
Πάνε οι κατσίκες σινεμά, τα φίδια βγαίνουν βόλτες;
Τα γαϊδουράκια πόσα χρόνια ζουν και πόσα ζουν οι κότες;
Ποιο δέντρο είναι πιο ψηλό και ποιο δεν έχει αγκάθια;
Σταφύλια και βατόμουρα μαζεύουν με καλάθια;
Ρωτούσε για ό,τι έβλεπε, για ό,τι φανταζόταν.
Ρωτούσε και στον ύπνο της, όταν ονειρευόταν.
Ακόμα και στην παιδική χαρά που πήγαινε να παίξει,
ρωτούσε τη μανούλα της, θα' χει ήλιο ή θα βρέξει;
Πού βρίσκεται η Χονολουλού; Πώς φτιάχνεται το γλάσο;
Τι είναι η φυσαρμόνικα και τι το κοντραμπάσο;
Ώσπου όλοι την βαρέθηκαν και πια δεν απαντούσαν.
Σε ό,τι ερώτηση έκανε την πλάτη της γυρνούσαν.
Καλή είναι η περιέργεια, μα μάθε πρώτα  - πρώτα
πως όλα έχουν όρια κι αν θέλεις μετά ρώτα.

18. "Μια ασυνήθιστη βροχή"
  
Στην άκρη του χωριού, σε κείνο το μεγάλο χωράφι με το σιτάρι,  στάθηκε κάποτε για λίγο το σκιάχτρο να διώχνει τα πουλιά.
Είχε γίνει βιαστικά και άτεχνα από τα χέρια του γεωργού λίγο μετά τη σπορά και ο χρόνος πίεζε μια και τα πουλιά είχαν ανακαλύψει ήδη τους σπόρους .
Όλη του η ελπίδα να σωθεί η σοδειά του ήταν κάτι παλιόρουχα  παραγεμισμένα με άχυρο κι ένα παλιό καπέλο να σκεπάζει το χορταρένιο πρόσωπο.
Ο γεωργός το έστησε  και ανάσανε λίγο καθώς είδε ότι τα πουλιά δίσταζαν να συνεχίσουν το φαγοπότι.
Ευχαριστημένος πήρε το γαϊδουράκι του και τράβηξε για το σπίτι του να ξεκουραστεί.
Το σκιάχτρο έμεινε εκεί να προστατεύει το χωράφι.
Έτσι πέρασε η πρώτη νύχτα.
Το πρωί, ένα σύννεφο εμφανίστηκε στον καταγάλανο ουρανό και στάθηκε πάνω από το σκιάχτρο, αναποφάσιστο για λίγο.
Ο άνεμος που φύσηξε το έσπρωχνε προς το νότο, αλλά αυτό δεν κουνήθηκε καθόλου.
Μια ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει πάνω στο σκιάχτρο, πριν το σύννεφο αφεθεί τελικά στη δύναμη του αέρα και πάρει το δρόμο του.
Το σκιάχτρο άρχισε να κουνιέται.
Κάτω από το καπέλο, δυο μάτια υψώθηκαν στον ουρανό και ανοιγόκλεισαν θαμπωμένα από τον ήλιο.
Ένα σώμα, που δεν ήταν πια αχυρένιο, κουνήθηκε και έκανε τα πρώτα του διστακτικά βήματα.
Το σκιάχτρο είχε γίνει άνθρωπος.
Ένας άνθρωπος που δεν είχε ιδέα ποιος ήταν και γιατί στέκονταν εκεί.
Άρχισε να προχωράει προς το χωριό.
Από το πρώτο σπίτι άκουσε μια φυσαρμόνικα να παίζει έναν λυπημένο σκοπό και σταμάτησε να απολαύσει τον πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο οικείο ήχο.
Είδε από μακριά το γεωργό να κάθεται κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο στην αυλή του σπιτιού και να παίζει.
Κοντοστάθηκε μην ξέροντας τι να κάνει.
Ο γεωργός είδε τον ξένο και σηκώθηκε να τον υποδεχτεί, αλλά αμέσως στάθηκε απορημένος.
Αναγνώρισε τα ρούχα που έντυσε το σκιάχτρο χτες και τρόμαξε, μα πιο πολύ θύμωσε με την πλάκα που σίγουρα του έκαναν οι χωριανοί του.
-Ποιος είσαι; φώναξε καρφωμένος στη θέση του.
-Γιατί φοράς αυτά τα ρούχα;
-Δεν ξέρω, ήρθε η απόκριση, αλλά κρυώνω γιατί βράχηκα στη βροχή.
-Μα δεν έβρεξε, απόρησε ο γεωργός.
Πλησίασε τον ξένο και είδε πως ήταν μούσκεμα.
Έβγαλε το καπέλο του και το στριφογύρισε στα χέρια του.
-Ποιος είσαι, ξαναρώτησε τρομαγμένος αυτή τη φορά.
-Ξύπνησα με αυτά τα ρούχα εκεί στο χωράφι, μουρμούρισε το σκιάχτρο και πεινάω πολύ.
Δεν ξέρω πως βρέθηκα εκεί, αλλά ξέρω πως έπρεπε να έρθω εδώ.
Ο γεωργός πλησίασε κι άλλο και αναγνώρισε ξαφνικά το πρόσωπο.
Μια πνιχτή κραυγή βγήκε από τα χείλη του και όρμησε να αγκαλιάσει τον αδερφό του που τον νόμιζε πεθαμένο.
Το σκιάχτρο ξαφνιασμένο, έκανε πίσω, μα μόλις τα χέρια του γεωργού έκλεισαν γύρω του σε μια σφιχτή αγκαλιά το κεφάλι του γέμισε εικόνες.
Δυο παιδιά μάζευαν βατόμουρα στην άκρη του ποταμού.
Το ένα βρήκε ένα μεγάλο βατόμουρο κι έσκυψε στο ποτάμι να το πλύνει.
"Έπεσε στα ορμητικά νερά και δεν ξαναβγήκε ποτέ, μέχρι που το σύννεφο έβρεξε την ασυνήθιστη βροχή του."

19. Χωρίς τίτλο

Γεννήθηκα ένα πρωινό του Ιούνη. 
Ο αφεντικός με έστησε εδώ και μου ανέθεσε να φυλάω το αμπέλι του με την ίδια μου τη ζωή.  Ήμουν το σκιάχτρο στο αμπέλι του κι έπρεπε να φοβίζω τα πουλιά για να μην τσιμπολογάν τις ρόγες απ'τα σταφύλια.
Για μένα αυτή η υποχρέωση ήταν ολόκληρη η μικρή ζωή μου.  Και τι δεν είδα μέσα σ' αυτή τη μικρή ζωούλα μου.  Τα αμπέλια να γεμίζουν όμορφα φύλλα και την κόρη του αφεντικού να έρχεται και να μαζεύει τα πιο τρυφερά από αυτά.
Συχνά έβλεπα και τον γιό του αφεντικού που ερχόταν και καθόταν στα πόδια μου και μου γλύκαινε τη μέρα παίζοντας μαγευτικές μελωδίες με την φυσαρμόνικά του. 
Όχι δεν ήταν όλα ρόδινα για μένα.   Μια μέρα ένα   γαϊδουράκι που ξέφυγε απ' το αφεντικό του με πλησίασε και μου έριξε μια κλωτσιά με όλη του τη δύναμη.  Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον πόνο. 
Οι μέρες κυλούσαν αργά κάτω απ' τον λαμπερό ήλιο.  Τα πουλιά δεν τα φόβιζα.  Τους μιλούσα, τους εξηγούσα, κι αυτά απομακρυνόντουσαν ευγενικά.  Συχνά ερχόντουσαν μόνο να σταθούν στις άκρες απ’ τα ανοιχτά μου χέρια και να μου κάνουν παρέα.
Ώσπου μια μέρα άρχισαν οι βροχές του Σεπτέμβρη.  Έτσι κατάλαβα  πως η μικρή ζωή μου πλησιάζει στο τέλος της μαζί με την εργασία που μου είχαν αναθέσει. 
Τα σύννεφα που μαζευόντουσαν κάθε λίγο στον ουρανό με μούσκευαν και σκέπαζαν τα δάκρυά μου.  
Σιγά σιγά  πρόσεξα πως ένας μικρός θάμνος άρχισε να φυτρώνει κάτω απ 'τα πόδια μου. 
Την ημέρα που το αφεντικό ήλθε να με πάρει απ' τη θέση μου και να με ξανακάνει ξύλα, άχυρα και παλιόρουχα έριξα μια τελευταία θλιμμένη ματιά και πρόσεξα πως αυτός ο μικρός θάμνος στα πόδια μου ήταν γεμάτος βατόμουρα. 
Χαμογέλασα θλιμμένα γιατί ήξερα πως κάθε βατόμουρο ήταν κι ένα δάκρυ μου για το τέλος της μικρής ζωής μου."

20. Ζήτημα ζωής και θανάτου.

Η γυναικεία φωνή από το τηλέφωνο ακούστηκε γεμάτη αγωνία.
-Ο κύριος Σταύρος Κ.
-Ο ίδιος…
-Θέλω οπωσδήποτε να σας δω πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου…
Έτσι ο Σταύρος ώρα τώρα οδηγούσε σαν τρελός στον στενό επαρχιακό δρόμο, για να προλάβει το ραντεβού, ενώ η βροχή μαστίγωνε τα τζάμια του αυτοκινήτου.
«Διαβολόκαιρε», μουρμούρισε καθώς προσπαθούσε να αποφύγει μια λακκούβα πλημμυρισμένη με νερό, «τώρα βρήκε και αυτό το σύννεφο να ανοίξει τους καταρράκτες του». Έτρεχε…  και στο τσακ πρόλαβε να φρενάρει,  καθώς σε μια στροφή βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα γαϊδουράκι, που είχε  σταθεί στη μέση του δρόμου μασουλώντας μια κλάρα με βατόμουρα που είχε τραβήξει από τον διπλανό φράχτη. Στο δέκατο παρατεταμένο κορνάρισμα μέριασε και ο Σταύρος πατώντας γκάζι όρμησε μπροστά.
Κοίταξε το ρολόι του… είχε αργήσει κατά δέκα λεπτά, όταν παρκάρισε και όρμησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας που είχε το γραφείο του.
Ανέβηκε στον τρίτο όροφο και δεν βρήκε κανένα να τον περιμένει. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα που υπήρχε η μικρή πινακίδα «Σταύρος Κ. Ιδιωτικός ντετέκτιβ» και την άνοιξε. Αμέσως είδε το σημείωμα κάτω στα πλακάκια το σήκωσε και διάβασε: «θα σας περιμένω στο μπαρ το ‘Σκιάχτρο’ στις έντεκα… μην αργήσετε αυτή τη φορά» και για υπογραφή ένα σκέτο Φ.
Κοίταξε πάλι το ρολόι του… είχε μία ώρα στη διάθεση του για το ραντεβού, αλλά αποφάσισε να πάει νωρίτερα για να ανιχνεύσει το χώρο.  Βγαίνοντας στο δρόμο διαπίστωσε πως η βροχή είχε σταματήσει. Ο ζητιάνος στο απέναντι πεζοδρόμιο πιστός στο πόστο του έπαιζε στη φυσαρμόνικά του ένα μελαγχολικό σκοπό. Προχώρησε προς το μέρος που είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του έχοντας την αίσθηση ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Γύρισε απότομα το κεφάλι του και πρόλαβε να δει μια σκιά να κρύβεται πίσω από μια κολόνα.
Έφτασε στο μπαρ, κάθισε σε ένα σκαμπό και παράγγειλε ένα ποτό. Οι θαμώνες λιγοστοί. Ήταν νωρίς ακόμη… Και τότε  είδε μία γυναίκα, όμορφη γύρω στα τριάντα να κατευθύνεται προς το μέρος του, όμως το περπάτημά της είχε μια αστάθεια και πριν προλάβει να σκεφτεί αν ήταν μεθυσμένη ή είχε κάποια αναπηρία, εκείνη σωριάστηκε μπροστά του ψελλίζοντας του «σώσε το παιδί μου».  Το αίμα ήδη έβαφε κόκκινο το άσπρο της πουκάμισο…
Της έπιασε το σφυγμό και αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και τον αστυνομικό διευθυντή, που ήταν φίλος του. Ώσπου να έρθει το ασθενοφόρο και η αστυνομία έμαθε από τον μπάρμαν πως η κοπέλα δούλευε σε ένα άλλο μπαρ λίγο πιο κάτω και πως την έλεγαν Φιόνα.
Από την έρευνα που έκανε, διαπίστωσε πως η Φιόνα ήταν μητέρα ενός μικρού παιδιού, που της το πήραν και το έδωσαν για παράνομη υιοθεσία. Εγκέφαλος  της σπείρας ήταν το αφεντικό της που την εκβίαζε και την εκμεταλλευόταν. Κατά την ανάκριση ένας  από τους μπράβους του, είπε ότι από το αφεντικό της είχε λάβει  εντολή να παρακολουθεί τη Φιόνα και πως όταν του είπε πως είχε επισκεφτεί ντετέκτιβ τον διέταξε να την σκοτώσει...
Τώρα στον Σταύρο δεν έμενε τίποτα άλλο από το να ψάξει για το παιδί της, της το όφειλε… ήθελε όταν συνερχόταν να είχε να της πει ευχάριστα νέα…

21. Η έκπληξη της Μαργαρίτας

 Συγκινημένες, οι στενές κι αγαπημένες φίλες της Μαργαρίτας, σταθήκαμε μπροστά στο υπέροχο δημιούργημά της.
Πάνω σε μπέζ λινό, κεντημένο με απίθανες βελονιές, απλικαρισμένα μικρά μοτίβα από λογιών λογιών κομμάτια υφασμάτων - από αυτά που της είχαμε φέρει τότε, στα γενέθλιά της - ζωντάνευε με μοναδικό τρόπο ένα ήρεμο τοπίο εξοχής με γαλάζιο ουρανό, λίγα σύννεφα, λαμπερό ήλιο, πουλιά, καταπράσινους λόφους, ένα σκιάχτρο στον αγρό, γαιδουράκι, καταπράσινη βατομουριά  γεμάτη βατόμουρα γαντζωμένη στον πέτρινο τοίχο ενός νερόμυλου, ποταμάκι, παπάκια, αγριολούλουδα...
-«Σκέφτηκα ότι έχοντας κάτι δικό σας,  θα σας έχω όλες κοντά μου κάθε στιγμή» είπε με αφοπλιστικό χαμόγελο.
Αισθανθήκαμε τόσο ωραία που αυθόρμητα  αγκαλιαστήκαμε και τη φιλήσαμε… ξεφωνίζοντας.
-«Μα είσαι απίστευτη!!! Ξεπέρασες τον εαυτό σου μ΄ αυτή την υπέροχη ιδέα !» 
Πριν ένα μήνα μαζί με τους λογαριασμούς και τα διαφημιστικά, έλαβα τη χειρόγραφη πρόσκληση της Μαργαρίτας :
«Αγαπημένη φιλενάδα, την Παρασκευή  19 Οκτωβρίου γίνομαι 60 ετών και θέλω να το γιορτάσω παρέα με τους ξεχωριστούς ανθρώπους της ζωής μου. Σε περιμένω στις 19.00 και σε παρακαλώ να μου φέρεις σαν δώρο, μόνο ένα μικρό κομμάτι ύφασμα από κάποιο παλιό φορεμένο κι αγαπημένο σου ρούχο»
Πάντα έκανε πρωτότυπα κι ασυνήθιστα πράγματα η Μαργαρίτα. Είχαμε πλούσια εμπειρία από τις ξεχωριστές γιορτές που οργάνωνε με χιούμορ.
Μία άλλη έμπνευσή της, προ ίντερνετ, ήταν η κυκλική αλυσίδα ενημέρωσης. Για να ενημερωνόμαστε όλες για κάτι που μας ενδιέφερε, καθιερώσαμε μετά από προτροπή της, όποια είχε ενδιαφέρουσα πληροφορία, τηλεφωνούσε στην επόμενη της αλυσίδας και της έλεγε να το μεταφέρει στην επόμενή της και από ποιά είχε γίνει η αρχή...
΄Ηταν η πρώτη που  καθιέρωσε  σύστημα ανακύκλωσης. Αρχή της είναι ότι δεν πρέπει να είμαστε σκληροί με τους ανθρώπους και να τους δίνουμε δεύτερη ευκαιρία. Επεκτεινόμενη η θεωρία της και στα πράγματα, σύντομα έγινε θεσμός, ομολογουμένως με μεγάλη επιτυχία. Έτσι μόλις κάποια τηλεφωνούσε «Την ερχόμενη Κυριακή στις 5.00 ξεστρίμωγμα ντουλάπας» οι μυημένες φίλες αποκρυπτογραφούσαμε το ληφθέν μήνυμα κι ετοιμάζαμε η κάθε μία  κάτι τι , γλυκό ή αλμυρό, πριν καταφθάσουμε για ν΄ αξιολογήσουμε τι έπρεπε να κρατήσει η φίλη. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, μαντήλια, ζώνες, ήταν αραδιασμένα σε κρεμάστρες, καρέκλες, καναπέδες, κρεβάτια.  Με λίγα λόγια γινόταν ένα πανηγυράκι. Διαλέγαμε, δοκιμάζαμε, σχολιάζαμε και φεύγαμε με τα αποκτήματα δεύτερης ευκαιρίας, αφού προηγουμένως είχαμε τιμήσει τον πλούσιο ρεφενέ – μπουφέ!
Μ΄ευχαριστεί να θυμάμαι την ημέρα, των γενεθλίων της, που η  παλιοπαρέα μαζευτήκαμε στο φιλόξενο σπιτικό της Μαργαρίτας.
Η τούρτα ήτανε δική της υπερπαραγωγή. Έσβησε τα κεράκια που σχημάτιζαν τον αριθμό 60 κάτω από το άκουσμα του καθιερωμένου τραγουδιού με την υπόκρουση φυσαρμόνικας παρακαλώ! Ακολούθησαν ευχές, πειράγματα, τρανταχτά γέλια, που δε σταμάτησαν παρά τη στιγμή που έφερε ένα καλάθι  και ρίξαμε μέσα  το κομμάτι του υφάσματος  που μας είχε ζητήσει.
Προς μεγάλη απογοήτευσή μας, αρνήθηκε  ν΄ αναφέρει το παραμικρό, αλλά μας υποσχέθηκε ότι σύντομα θα είχαμε αποκαλύψεις!
Μας ευχαρίστησε με βουρκωμένα μάτια για το δώρο μας, εισιτήριο για μία κρουαζιέρα στα Σκανδιναϋικά φιόρδ που πάντα ονειρευόταν…και  συγκινημένες, τσουγκρίσαμε όλες μαζί τα ποτήρια μας.
« Εις υγείαν!»
«Χρόνια καλά!»
«Πάντα με ζεστασιά και υπέροχες δημιουργικές ιδέες»!
Μαργαρίτα μας, νάσαι πάντα καλά.


22. Το θαύμα

 Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μαγικό λιβάδι όπου όλα ήταν πιθανά και οι ευχές ζωντάνευαν όταν η επιθυμία ερχόταν κατευθείαν από την καρδιά, ζούσε ένα αχυρένιο σκιάχτρο. Έμενε ακίνητο μέρα-νύχτα στο λιβάδι με τις κολοκύθες, προσέχοντας μην τσιμπολογούν τη σπορά τα λαίμαργα κοράκια. Δεν καταλάβαινε γιατί προτιμούσαν τις κολοκύθες του από τα ζουμερά βατόμουρα του διπλανού χωραφιού. Μακάρι, σκεφτόταν, να μπορούσα κι εγώ να δοκιμάσω τη γλύκα τους. Μακάρι να μπορούσα να κουνηθώ, να δω κι άλλα πράγματα πέρα από τα σύννεφα και τα κοράκια. Πέρα από τις κολοκύθες και τα βατόμουρα. Μακάρι να είχα στόμα να μιλήσω, να τραγουδήσω, να σφυρίξω, να παίξω κι εγώ τόσο όμορφα φυσαρμόνικα, όπως ο δημιουργός μου. 
    Ξαφνικά, σαν να του φάνηκε άστραψε κι έλαμψε ο τόπος. Μα δεν έχει σύννεφα! Τότε; Και τι είναι αυτό το συναίσθημα μέσα του; Κοίταξε προς τα κάτω και κουνήθηκε ο λαιμός του. Έχει λαιμό; Έχει και πόδια; Χέρια; Δοκίμασε να μιλήσει. Έχει και στόμα! Τι ευτυχία είναι αυτή; Ξεκίνησε να χορεύει, να ξεφωνίζει! Ήταν αληθινός πια! Δεν ήταν ένα άχαρο, αχυρένιο σκιάχτρο. Το όνειρό του! Πραγματικότητα;! Μα πως; 
    Ένα γαϊδουράκι, σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε. Ο μόνος μάρτυρας στο θαύμα του...


  
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΑΣ
 ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΤΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ



























27 σχόλια:

  1. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΦΛΩΡΑ ΜΟΥ!!!!!!
    ΕΙΑΙ ΟΛΕΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ!!!!!!!
    ΘΑ ΤΙΣ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΩ!!!!!!!!!
    ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΙΑ!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. OK Ρένα μου Καλό Σαββατοκύριακο.

      Διαγραφή
  2. Γειά χαρά σας

    τρεις πόντους στο 8,
    δύο πόντους στο 14,
    ένα πόντο στο 5

    Καλό μήνα !!

    Ερώτηση : όταν λέμε λέξη εννοούμε όπου και να κλίνεται : δλδ δεκτό το "φυσαρμόνικα" αλλά και το "φυσαρμόνικας", "φυσαρμόνικες" κ.λ.π. Δεκτό το "γαιδουράκι αλλά και το "γαϊδουράκια ?
    Το ρωτώ για τί είδα τέτοια. Δεν πειράζει για τώρα αλλά ξεκαθάρισε το κι αυτό. Σιγά σιγά θα το στρώσουμε. Δεν είναι απλό όσον φαίνεται να βάζεις όρους, όλο και κάτι ξεπηδα αν παρατηρείς λεπτομέρειες.

    Φιλιάααααααααααααα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ για τη βαθμολογία σου. 'Εχεις δίκιο στην παρατήρηση που έκανες θα πρέπει να το κάνουμε πιο ξεκάθαρο την επόμενη φορά.

      Διαγραφή
  3. Κλαυδία7:36 π.μ.

    Φλώρα μου καλημέρα, διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις ιστορίες και τα ποιήματα του 3ου Παιχνιδιού και τα βρίσκω όλα υπέροχα !!!! Ολα για 3άρι !!! Τι κάνω τώρα;;; πώς να επιλέξω μόνο τρία;;; Οι συμμετέχοντες αυτή τη φορά τα δώσανε όλα σε ποιότητα και πρωτοτυπία, κάνοντας τη δυσκολία της βαθμολόγησης ανυπέρβλητη !!!!Μπράβο σε όλους
    για τις ευφάνταστες ιδέες τους, τους αξιόλογους στίχους, τα εξαιρετικά κείμενα, συγχαρητήρια και σε σένα για την ιδέα του παιχνιδιού και την άψογη επιμέλεια της διεξαγωγής του.....όσο για τη βαθμολογία.....αναρωτιέμαι μήπως τελικά πρέπει να κάνω κλήρωση ....γιατί όλα μα όλα είναι αξιόλογα , καλογραμμένα, πρωτότυπα !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή μου Κλαυδία, σε σας οφείλεται όλο αυτό και σας ευχαριστώ πολύ πολύ.
      Κάνε ότι λέει η ψυχούλα σου. Ότι κι αν βαθμολογήσεις δεν έχει τόση σημασία.
      Ούτε χρηματικό έπαθλο υπάρχει ούτε καμιά ουσιαστική διάκριση και προοπτική.
      Απλά παίζουμε όπως μας αρέσει.

      Διαγραφή
  4. Κλαυδία3:59 μ.μ.

    Μετά την πολλοστή ανάγνωση των ιστοριών και με μεγάλη δυσκολία να αποφασίσω ανάμεσα σε τόσες υπέροχες ιστορίες, βάζω 3 στο 6. Απολογία του Σωκράτη το κείμενο με εντυπωσίασε πραγματικά, βάζω 2 στο 21 την Εκπληξη της Μαργαρίτας βρήκα εξαίσια την ιδέα που στηρίχτηκε η ιστορία βάζω 1 στο 9 Η Τασούλα τσοπάνης γιατί εκτίμησα το υπέροχο και ανυπέρβλητο χιούμορ της, όμως παρ΄όλο που δεν μπορώ να δώσω άλλους βαθμούς, εξίσου θαυμάσια βρήκα και την χιουμοριστική ιστορία 8 Το μονόλογο της κουτσομπόλας ενώ μου άρεσαν ιδιαίτερα και τα ποιήματα 16. Ψιθυρίσματα και 17 Περιέργεια Βρήκα πολύ αξιόλογες και τις ιστορίες 5. Ευχή και 11 Το σκιάχτρο και η βατομουριά . Δεν τολμώ να αναφέρω και όλες τις υπόλοιπες που ήτανε πραγματικά θαυμάσιες για να μην σε ζαλίσω και σε μπερδέψω Φλώρα μου, Μπράβο και πάλι σε όλους !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eυχαριστώ πολύ καλή μου φίλη, όπως κατάλαβα μάλλον προτιμάς τα χιουμοριστικά κείμενα παρόλο που εσύ δεν δεν γράφεις έτσι. Θα ήθελα την άλλη φορά να το προσπαθήσεις αφού σου αρέσει τόσο. Μάλλον κάπου μέσα σου κρύβεται κι αυτό.

      Διαγραφή
  5. Φλώρα μου καλησπέρα
    Για άλλη μία φορά θα σου δώσω συγχαρητήρια για αυτή σου την πρωτοβουλία. Επίσης συγχαρητήρια αξίζουν και σε όσους έγραψαν τα κείμενα. Είναι όλα πολύ ωραία, αλλά
    θα βαθμολογήσω ως είθισται τρία.
    Στην ιστορία 21 δίνω 3 βαθμούς
    στην 17 δίνω 2 βαθμούς και
    στην 13 δίνω το 1.
    Φιλάκια και καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eυχαριστώ πολύ που αξιολόγησες και βαθμολόγησες τις ιστορίες μας.
      Να είσαι καλά και στο επόμενο παιχνίδι.

      Διαγραφή
  6. Καλησπερα Φλώρα μου...όλες οι ιστορίες και τα ποιήματα ήταν πολύ όμορφα γραμμενα..μερικα δε ξεχώρισαν με το χιούμορ τους.. θα συνφωνήσω με την Κλαυδια δυσκολευτηκα να διαλεξω,..η δική μου η βαθμολογία ειναι..αφου τα ξαναδιαβασα....
    στο 19 χωρλις τίτλο δινω 3 βαθμούς μου άρεσε το τελος του....στο 9 δινω 2..βαθμούς γιατί έχει πολύ χιουμορ η ιστορία αν και μου θύμισε μια διαφήμηση ..δεν εχει σημασία το απέδωσε πολύ όμορφα το θεμα...και 1 βαθμό στο 17....ητανε πολύ έξυπνο...ποιημα ..φιλακια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Ρούλα μου για τον κόπο σου να βαθμολογήσεις.
      Και εις άλλα με υγεία...

      Διαγραφή
  7. Απαντήσεις
    1. Evonita μου, λυπάμαι δεν μπορείς να δώσεις και στη 16 βαθμό.

      Διαγραφή
    2. ναι, το ξέρω, μόνο σε 3, γιαυτό και δεν τη βαθμολόγησα, αλλά μου άρεσε και αυτή! :)

      Διαγραφή
  8. Πολύ όμορφα όλα Φλώρα μου, ευφάνταστα, με χιούμορ ….
    Ψηφίζω με 3 βαθμούς το νο.10 Την ώρα που έδυε ο ήλιος,
    με 2 βαθμούς το νο16 τα ψιθυρίσματα
    και τέλος το νο.22 το Θαύμα.
    Αν και ομολογώ πως είναι δύσκολη η ψηφοφορία όταν έχεις να κάνεις με τόσο όμορφες ιστορίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λεβίνα μου υποθέτω πως όταν λες και τέλος το νο 22 εννοείς 1 βαθμό.
      Αν εννοείς κάτι άλλο απάντησέ μου.

      Διαγραφή
    2. Nαι κοριτσάκι μου αυτό εννοώ,συγνώμη που δεν το διευκρίνησα

      φιλιά , καλό σου απόγευμα!

      Διαγραφή
    3. Kαλό βράδυ και σε σένα Levina μου.

      Διαγραφή
  9. Έρχομαι ,ξαναέρχομαι και τελικά θα περάσει η προθεσμία και δε θα ψηφίσω......οπότε δίνω 3 βαθμούς στην ιστορία νο2, 2 βαθμούς στην νο12 και 1 βαθμό στην νο14. Καλή επιτυχία σε όλους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eυχαριστούμε πολύ Κατερινάκι μου. Να είσαι καλά και στο επόμενο.

      Διαγραφή
  10. 3 ιστορία 7
    2 ιστορία 1
    1 ιστορία 8

    καλή συνέχεια και συγχαρητήρια για την προσπάθεια όλων!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ gyrologos που δεν ξεχνάς να μας διαβάζεις και να μας βαθμολογείς.

      Διαγραφή
  11. καλημέρα Φλώρα-))))
    ψηφίζω με 3 την ¨ διαθήκη του μπάρμπα Μάνθου¨
    πολλά φιλιά και συγχαρητήρια σε όλους όσους συμμετέχουν εδώ-)))))))))
    εύχομαι μία χαρούμενη μέρα-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα christa. Ευχαριστώ πολύ που βαθμολόγησες έστω και μόνο μία ιστορία.

      Διαγραφή
  12. Ανώνυμος3:55 μ.μ.

    Και αυτή τη φορά οι ιστορίες είναι απίθανες όλες!
    Πολύ μου άρεσε η διαθήκη του μπάρμπα Μάνθου πολύ συγκινητική θα της βάλω το 3
    Το σκάχτρο και η Βατομουριά ήταν πρωτότυπη βάζω 2
    και στην Ασυνήθιστη βροχή το 1

    Επιμένω να βαθμολογούνται όλες οι ιστορίες είναι αδικο να μη παίρνουν ούτε 1βαθμό και οι υπόλοιπες ιστορίες!

    Φιλιά θαλασσινά
    zoyzoy

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζού μου, ευχαριστώ πολύ για τη βαθμολόγησή σου.
      Και εις άλλα.

      Διαγραφή