Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

5η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ του 2ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"



συνέχεια της 4ης ανάρτησης ιστοριών-παραμυθιών 
του 2ου παιχνιδιού "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"



19.H ΚΥΡΙΑ ΜΕΛΙΣΣΩ

Σ’ ένα μικρό   προσφυγικό σπιτάκι στην Νέα Ιωνία, είδε το φως του ήλιου για πρώτη φορά  ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που ο κύριος Αγησίλαος και η κυρία Θάλεια,  το βάφτισαν Μελισσώ.
 Οι πόνοι  αδράξανε ξαφνικά την κυρά Θάλεια , εκεί κάτω από την τροφαντή κληματαριά την ώρα που τρυγούσανε το μέλι. Ίσα που πρόλαβε η μαμή, η θειά - Παρουσίτσα, να πιάσει το μωρό και να φροντίσει τη λεχώνα.
Πέμπτο παιδί μετά από τέσσερα αγόρια , της μάνας της ο καημός, τ’ αγόρια είναι οι ρίζες έλεγε μα τα κορίτσια είναι  του δέντρου η δροσιά.
Η φρονιμάδα και η προκοπή σφαλίζανε κάθε μέρα το μεγάλωμα της μικρής που με τον καιρό γινότανε ακούραστη, κεφάτη, σαν πεταλούδα, να τρέχει εδώ κι εκεί, αλλά και λιγομίλητη, συντρέχτρα και μερικές  φορές μοναχική, ίσως και λυπημένη.
Ήθελε να γίνει δασκάλα, μα ζόρικα τα χρόνια εκείνα, που τέτοια όνειρα να γίνουν αληθινά.
Στα δέκα οκτώ την αγάπησε ο Στρατής, ένας παίδαρος μεροκαματιάρης ίσαμε εκεί πάνω, των νιάτων η αψιθιά, δεύτερη σκέψη δεν κάνανε, ώσπου να πεις κύμινο, βρέθηκαν  με στεφάνι και με παιδί .
Στην αρχή εκεί όλοι μαζί , κάτω από την κληματαριά του κυρ-Αγησίλαου, μα όταν τα κουτσούβελα μεγαλώνανε πήγανε στο κονάκι τους, μια παραγκούλα στην οδό  Ανθέων, αριθμός 28, που με τον καιρό τα χέρια του Στράτου, τούβλο-τούβλο τη μεταμόρφωσαν σ’ ένα  ταπεινό  παλάτι.
Κι έτσι καθώς η κυρία Μελισσώ, το ’χε φυτεμένο και ολάνθιστο, έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι, ξεκουράσου πια και λίγο παιδάκι μου, τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας  έχεις φυτέψει πια, της έλεγε η μάνα της, μα κατά  βάθος παραδεχότανε πως τον καλύτερο καφέ της, τον έπινε εκεί, κάτω από το μυρωδάτο γιασεμί και  δίπλα από την γλάστρα με το αγκάθι του Χριστού, το αγαπημένο της λουλούδι.
Μεγάλωναν τα παιδιά, πότε μεροκάματο πότε όχι, δεν παραπονιόταν, δεν αλλάζει η ζωή με τη μουρμούρα, έκανε κανένα μεροκάματο κι αυτή, μέχρι που Στράτος έφυγε, η αγάπη της γλίστρησε, μονάχα από ένα κόμπο πίσσα στην σκαλωσιά.
Από τότε έγινε κολόνα εκείνη, μάνα και πατέρας για τα παιδιά, δουλειά στο Υφαντήριο  του Καχριμάνη, νυχτέρια, βάρδιες, μαγειρέματα, να σπουδάσει τα παιδιά, να φροντίσει τα γονικά, να τους κλείσει τα μάτια, δε βαριέσαι, ξέρεις τι είναι να βάζεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι και να μην έχεις βαρυμένη καρδιά;
Κοιτούσε την εικόνα της Παναγίας και ξάπλωνε, η προσευχή της βαθιά, ποτέ δεν σταυροκοπιόταν.
Που καιρός για βεγγέρες με τις γειτόνισσες, που μερικές από με κάποια δόση ζήλειας έλεγαν, ωχ μωρέ τι να πεις με δαύτη, τη μονόχνωτη, την ακατάδεκτη, αφού βράζει στο ζουμί της.
Ωστόσο εκείνη, δεν τις ξεσυνεριζόταν, ο κάθε άνθρωπος έλεγε είναι φτιαγμένος  αλλιώς, και έπειτα με το ριζικό του ο καθένας.
Ο καιρός διάβαινε  κι εκείνη γερνούσε ήσυχα, με πόνους στα κουρασμένα κόκαλα και με γυαλιά στα καρτερικά μάτια.
Χαρά της ανείπωτη ήτανε, να ράβει ρούχα  για τα εγγόνια της και να επιδιορθώνει τα παλιά. Το παλιό έλεγε μπορεί να γίνει, σε άξια χέρια, δύο φορές καινούργιο.
Τελευταία  ζαλιζόταν, ένοιωθε βάρος στα πόδια πολύ, μα το πιο μεγάλο της όνειρο να τελειώσει την πλεχτή κουβερτούλα για το δισεγγονάκι της, που το περιμένανε τον άλλο μήνα .
Καθότανε όπως πάντα εκεί, στην αναπαυτική πολυθρόνα, είχε τελειώσει το κουβερτάκι, το καμάρωνε, το χάιδεψε απαλά και το κανάκεψε σα να ’τανε και το μωρό επάνω, και τότε τα μάτια της σκοτεινιάσανε, νόμισε προς στιγμήν πως ήτανε τα γυαλιά, έκανε να τα σκουπίσει, μα τότε συνέβη κάτι παράξενο, ένοιωσε  ξαφνικά να παίρνει αλαφράδα, να μικραίνει, να βγάζει στην πλάτη φτερά, να γίνεται λέει  μέλισσα, και να πετάει, να πετάει, να πετάει, πάνω από έναν απέραντο κήπο, με παραμυθένια χρώματα και γλυκόλαλα πουλιά.
Ένα πελώριο σμήνος  μελισσών, την καλωσόρισε, και την οδήγησε στο δωμάτιό της, μια κερήθρα μικρή, αλλά νοικοκυρεμένη, όπως  της άρεσε πάντα .
Εκεί θα συνέχιζε να εργάζεται, να μιλάει με τα λουλούδια, τώρα θα ’χει μπόλικο καιρό, για να ζυμώνει  πάντα  το μέλι της υπομονής, της αγάπης και της αφοσίωσης.


20.H ATAKTH ΜΕΛΙΣΣΑ

Δεν είμαι φλύαρο παιδί, 
θα μπω αμέσως στο ζουμί!
Ήταν μια μέλισσα κακιά,
φορούσε κόκκινα γυαλιά!
Δεν είχε ιδέα από δουλειά,
μόνο να πλέκει τα μαλλιά.
Δε χώνευε τ'αφεντικά
και το 'χε ρίξει στην κλεψιά.
Μέτραγε λάθος τον αριθμό
χωρίς να μπαίνει στο ρυθμό,
αυτό των άλλων μελισσών
που ήταν τόσο φοβερός!
Και μια ημέρα βροχερή,
δεν άντεξε η καψερή.
Δεν ήξερε πού να κρυφτεί,
και πού αλλού να μπει?
Βούτηξε μέσα στην κερήθρα
και ξίνισε, σαν τη μυζήθρα!
Ποιος θα το πίστευε αυτό,
το μάθημα το τρομερό?
Είδαν οι φίλες την εικόνα
 και γέλασαν με την κοκόνα!

21.ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Ο νέος την εκοίταζε για ώρα την εικόνα
με λυπημένη τη ματιά και στην καρδιά χειμώνα
ασάλευτος, αμίλητος, ένιωθε σαν νεκρός
η μάνα του ήξερε καλά, πως ήτανε μικρός…
και απ της καρδιάς τα βάσανα είχε πολλά να μάθει,
γι αυτό δράση ανέλαβε πριν άλλο κακοπάθει.
Βρε γιόκα μου, λεβέντη μου αστέρι της ζωής μου,
δεν χάθηκαν οι κοπελλιές μην θλίβεις την ψυχή μου,
αυτή αν σε παράτησε, χωρίς να σ έκτιμήσει
πολλές άλλες υπάρχουνε, κάποια θα σ΄αγαπήσει!!!
Εγω μωρέ σ΄ανάστησα με μέλι και κερήθρα
και δούλεψα χρόνια πολλά βελόνα ,δακτυλήθρα,
χάλασα τα ματάκια μου, δεν καλοβλέπω φώς,
δεν ξεχωρίζω με γυαλιά, γράμματα;;; αριθμός;;;
Για σένα τζιβαέρι μου θα ψάξω ένα βοτάνι
που το ζουμί του μαγικά, τον πόνο σου θα γιάνει
και θα το βρώ, τ΄ορκίζομαι, κι αμέσως θα στο φέρω
γιατί  αν είσαι δυστυχής, κι εγώ θα υποφέρω !!!


22. ΟΜΟΡΦΗ ΗΜΕΡΑ

    Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χτυπήσανε το δωμάτιο. Η Μίνα άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε. Άλλη μια όμορφη ημέρα ξεκινούσε. Σηκώθηκε και πήρε μια κούπα. Το γλυκό ζουμί του μελιού γέμισε την κούπα της. Το ήπιε με μεγάλη ευχαρίστηση, τρώγοντας ταυτόχρονα κι ένα γενναίο κομμάτι κερήθρα. Το πρωινό της ήταν πλήρες τώρα. Φόρεσε τα γυαλιά της με τον κίτρινο κοκάλινο σκελετό, κι έβαλε το όμορφο φουστάνι της με τα κίτρινα ηλιοτρόπια. Έπλυνε πρόσωπο και φτερά και χτένισε τα ξανθά μαλλιά της. Σήμερα είχε φτάσει η μεγάλη μέρα! Θα πήγαινε με τα μικρά μελισσάκια εκδρομή στο λιβάδι! Η πρώτη φορά που τα μικρούλια θα βγαίναν εκτός της κυψέλης. Τα προετοίμαζε εβδομάδες τώρα. Σαν να άκουγε της φωνές ενθουσιασμού, και τα γέλια τους, στα αυτιά της. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε και φώτισε το πρόσωπό της. Φθάνοντας στην αίθουσα, τα μικρά περιμένανε ήδη με μεγάλη ανυπομονησία.
-Πόσα παιδάκια είστε; Για σηκώστε χεράκια να σας μετρήσω!
    Σηκωθήκανε μπόλικα χεράκια. Δεκαοχτώ, σημείωσε σε ένα χαρτί. Ο αγαπημένος της αριθμός. Μα ποια δύο λείπανε; Τα δίδυμα, η Εμέλια και η Χρυσή. Της είχε πει η μητέρα τους χθες πως ήταν αρρωστούλες. Όταν γυρνούσε από το μάθημα, θα περνούσε να τις δει.
-Ξεκινάμε! Μπείτε σε σειρές και φρόνιμα! Βγαίνοντας από την κυψέλη μην σκορπίσετε.
    Αποκρίθηκαν χαρούμενα και μπήκανε σε σειρές. Δεξιά τα αγοράκια, αριστερά τα κοριτσάκια. Σε δύο λεπτά φθάσανε στην έξοδο. Άνοιξε την πόρτα και η πρώτη εικόνα που αντίκρισε ήταν ο ολόλαμπρος ήλιος. Έπειτα, το τεράστιο λιβάδι με λουλούδια σε κάθε λογής χρώματα. Ναι! Σήμερα θα ήταν υπέροχη η ημέρα!
-Πάμε μικρά μου!


23. ΜΑΓΙΚΟ ΞΟΡΚΙ

Αν βαρέθηκες λιγάκι
και ν’ αλλάξεις θες μορφή,
μία είναι μόνο η λύση
φτιάξε, πιές το μαγικό ζουμί.
Μια εικόνα να βρεις ψάξε
όπως είσαι να σε δείχνει.
κάντην χίλια κομματάκια
μια βραδιά που χιόνι ρίχνει.
Μάζεψε τρεις μαργαρίτες,
από μια κερήθρα μέλι.
πάρε δέκα σαλιγκάρια
κι απ’ τη θάλασσα ένα χέλι.
Ρίξτα μέσα σε καζάνι
βάλτο πάνω σε φωτιά
φόρεσε γυαλιά ηλίου
κι ανακάτεψε καλά.
Μέτρα αργά ως το πενήντα,
όμως πρόσεξε πολύ
τον αριθμό μην κάνεις λάθος
δεν υπάρχει επιστροφή.


24.ΟΙ ΝΕΡΑΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΞΕΧΑΣΕΙ

Μια φορά κι έναν καιρό  σε ένα πανέμορφο ποτάμι χωμένο μέσα στο πράσινο ζούσε μια μικρή νεράιδα.
Τα αρχαία πλατάνια, της χάριζαν τον ίσκιο τους τα μεσημέρια και το θρόισμα των φύλλων τους τη νανούριζαν τα βράδια.
Ήταν ολομόναχη και δε θυμόνταν καν πως είχε βρεθεί εκεί.
Σαν σε όνειρο είχε μια και μόνη ανάμνηση.
Πολλές νεράιδες, πανέμορφες όλες τους  να χορεύουν τη νύχτα κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι.
Άκουγε τα γέλια τους και τα τραγούδια τους και μύριζε την ευωδιά που σκορπούσαν γύρω τους.
Κρατούσε μέσα της σα θησαυρό αυτή την όμορφη ανάμνηση και κάθε φορά που  το φεγγάρι γέμιζε, κατέβαινε το ποτάμι μέχρι κάτω, εκεί που άρχιζαν τα πρώτα σπίτια και το ανέβαινε μέχρι πάνω, εκεί που γεννιόνταν ψηλά στο βουνό,  ψάχνοντας για την εικόνα που γέμιζε την καρδιά της και τη μνήμη της.
Κάθε φορά γύριζε απογοητευμένη πίσω.
Έτρωγε λίγο μέλι από την κερήθρα που της έφερναν οι μέλισσες μια στο τόσο, γιατί τη λυπόνταν που την έβλεπαν έτσι μοναχή της κι έπεφτε στην αγκαλιά των φύλλων να ονειρευτεί όσα δεν μπορούσε να βρει.
Ένα πρωί, ξύπνησε τρομαγμένη από ένα περίεργο κουβεντολόι.
Της φάνηκε παράξενο, γιατί στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμιού δεν πλησίαζε ποτέ κανείς.
Άνοιξε τα μάτια της  και κρυμμένη πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές, είδε μια παρέα κορίτσια να κάθονται στις πέτρες και να είναι λυπημένες.
Όλες φορούσαν γυαλιά για τον ήλιο, μια και δεν άντεχαν να τον αντικρύσουν κατάματα.
Συζητούσαν χαμηλόφωνα, λες και θα τις άκουγε κανείς στην ερημιά.
Της φάνηκε σα να έκλαιγαν κιόλας, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη.
Έπρεπε να πλησιάσει κι άλλο, για να σιγουρευτεί.
Στην προσπάθειά της να πλησιάσει γλίστρησε κι έπεσε από τον πλάτανο.
Αναγκάστηκε να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει.
Τα κορίτσια ξεφώνησαν τρομαγμένα και σηκώθηκαν από τις πέτρες που θρηνούσαν αυτό, που δεν ήξεραν πως θρηνούσαν.
Παρόλο που δε γνωρίζονταν, μια περίεργη σύμπτωση τις είχε φέρει εκεί αυτό το πρωινό.
Δυσκολεύτηκαν μάλιστα να φτάσουν και κόντεψε πολλές φορές ακόμα και να τις παρασύρει το ρεύμα του ποταμού, αλλά έφτασαν τελικά, η καθεμιά μόνη της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά μεταξύ τους εκεί στην όχθη του παράξενου ποταμού και άρχισαν να μιλάνε και να κλαίνε μαζί.
Όλες τους το βράδυ είχαν δει το ίδιο όνειρο.
Φορούσαν, λέει, αέρινα ρούχα και χόρευαν στο φεγγαρόφωτο.
Έπιναν το ζουμί από τα λουλούδια και ήταν απόλυτα και απέραντα ευτυχισμένες.
Εκεί που ζούσαν δεν ήταν ευτυχισμένες.
Όλα ήταν πάντα ίδια και ένας αριθμός από άχρηστα αντικείμενα τις έκανε να νιώθουν παγιδευμένες μέσα σε έναν κόσμο που οι αριθμοί είχαν μεγάλη σημασία, μεγαλύτερη ακόμα και από τις ψυχές.
Η μικρή νεράιδα αμέσως αναγνώρισε στα πρόσωπά τους τις αγαπημένες φιγούρες που έβλεπε στον ύπνο της κι ας ήταν ντυμένες περίεργα.
Εκείνες, βλέποντάς την, θυμήθηκαν πως δεν ήταν άνθρωποι.
Ήταν νεράιδες  και βρέθηκαν από λάθος στον κόσμο των ανθρώπων όταν ξεγελάστηκαν ένα βράδυ και κατέβηκαν προς το χωριό.
Εκεί συνάντησαν όμορφα παλικάρια που τους έταξαν τον ουρανό με τα άστρα, κι επειδή αγαπούσαν και τα άστρα και τον ουρανό τα ερωτεύτηκαν κι αυτά και ξέχασαν τι ήταν στην πραγματικότητα.
Νόμιζαν πως βρήκαν τη χαρά, αλλά είχαν πια καταλάβει πως η δική τους χαρά ήταν στην ελευθερία και μόνο στην ελευθερία.
Οι άνθρωποι δεν ήταν ελεύθεροι κι ούτε θα γίνονταν ποτέ.
Ακόμα κι ο έρωτας και η αγάπη δεν κατάφερνε να τους ελευθερώσει.
Πάντα θα ήταν σκλάβοι των αριθμών.
Όλα τα μετρούσαν, μετρούσαν τόσο πολύ, που είχαν φτάσει να λογαριάζουν ακόμα και την αγάπη, την ευτυχία, την πίστη και τη χαρά.
Η μεταμόρφωση δεν άργησε.
Τα ξεχασμένα φτερά αναδιπλώθηκαν και μετά άνοιξαν μεγαλόπρεπα σε όμορφους ώμους.
Η χαρά της μικρής νεράιδας ήταν απερίγραπτη!

25.ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΓΟΣ

Υπήρχε ένα χωριό βαθιά χωμένο στο πυκνό δάσος της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν ανήκε σε καμιά χώρα δεν είχε όνομα και κανείς δεν υποψιαζόταν ότι ζούσαν εκεί κάποια όντα με νοημοσύνη. Στο κέντρο του δάσους υπήρχε μία μικρή καλύβα στη ρίζα ενός αιωνόβιου δέντρου. Η οροφή της ήταν σκεπασμένη από βρύα και τα μικρά λουλούδια του δάσους τριγύρω της. Ο ήλιος άρχιζε να γέρνει και το φως είχε αυτό το γλυκό υπέροχο χρώμα του ηλιοβασιλέματος. Μια εικόνα σαν από παραμύθι, ζωγραφισμένη με όλα τα χρώματα της φύσης.
Αριστερά της καλύβας, κάτω από δέντρο διακρίνεται μία φιγούρα ντυμένη στα πράσινα με ένα καφέ καπέλο. Παρατηρώντας καλύτερα είναι ένα παιδί με λευκή επιδερμίδα, μελιά μάτια πίσω από κάτι παράξενα σκούρα γυαλιά  και ροδαλά χείλη. Γύρω από το παιδί υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ζώων όπως, σκίουροι, ζαρκάδια, κουνάβια και άλλα λογής λογής ζώα. Ένα μικρό ξωτικό, σκέφτηκα αμέσως. Πλησίασα ακόμη περισσότερο μη θέλοντας να τρομάξω το παιδί ή τα ζώα, μη θέλοντας να χαλάσω αυτή την υπέροχη εικόνα που απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Σε λίγο τα ζώα άρχισαν να απομακρύνονται και να χάνονται μέσα στο δάσος. Τότε ανασηκώθηκα και ξερόβηξα για να κάνω αισθητή την παρουσία μου.
Το μικρό ξωτικό σηκώθηκε και με πλησίασε χωρίς ίχνος φόβου στο βλέμμα του. Με ρώτησε πως με λένε και μου είπε ότι το δικό του όνομα ήταν αρκετά πολύπλοκο αλλά θα μπορούσα να τον φωνάζω Άντυ. Με κάλεσε στην καλύβα του και μου έδειξε ένα καθίσω. Ένοιωθα υπέροχα εκεί μέσα. Είχε μια ζεστασιά, ένα άρωμα και τόσο φως που με ξάφνιασε. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί τριγύρω… Μια μικρή καμινάδα με τα ξύλα κάτω και το φούρνο πάνω. Πιο πέρα ένα σταμνί με νερό και μία γούρνα. Και λίγο πιο δεξιά ένας πάγκος που εκεί πάνω είχε διάφορα μυρωδικά, βότανα και ένα μπολ με κερήθρα γεμάτη μέλι. Μια σκάφη στον τοίχο και μετά σαν να άρχιζε το καθιστικό. Ένας καναπές και μια πολυθρόνα έτσι ώστε να βλέπουν έξω από το παράθυρο. Σκαμπό, τραπεζάκι και μετά το σημείο που καθόμουν. Πίσω μου ένα μικρό μονό κρεβάτι. Όση ώρα κοιτούσα γύρω μου το παιδί – ξωτικό ετοίμαζε κάτι να μου προσφέρει. Άφησε πάνω στο τραπέζι μια κούπα με ένα ζουμί αχνιστό και ευωδιαστό παράλληλα. Δεν αντιστάθηκα, πήρα την κούπα ανάμεσα στα χέρια μου και δοκίμασα. Υπέροχα ζεστό, γλυκό σα μέλι και ευωδιαστό σαν ένα λιβάδι την άνοιξη. Δεν έβγαλε ούτε ένα ήχο, με παρακολουθούσε ώσπου τελείωσα το ζουμί μου. Τότε μόνο μου ζήτησε να φύγω και να ξεχάσω την παρουσία του και ότι άλλο είδα εκείνη τη μέρα στο δάσος.
 Το ευχαρίστησα και του υποσχέθηκα ότι δεν πρόκειται να αποκαλύψω την ύπαρξή του ή το δάσος που επισκέφτηκα σήμερα.
Οι λίγες ώρες στο δάσος και η συνάντησή μου με το παιδί – ξωτικό ήταν σαν βάλσαμο στην ανήσυχη ψυχή μου και ένα μέρος που δεν πρόκειται να αποκαλύψω ποτέ  για να μην αλλοιωθεί από τον πολιτισμό. Θα το αφηγούμαι μόνο σαν παραμύθι στα παιδιά και τα εγγόνια μου.


26.ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Το αυτοκίνητο έστριψε στην τελευταία στροφή του δρόμου, όταν μπροστά  στα μάτια της Νεφέλης
φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού... << ΚΡΕΜΑΣΤΉ>> έγραφε η ταμπέλα....οπότε είμαι στο σωστό χωριό σκέφτηκε..
Η Νεφέλη ζούσε με τους γονείς της στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών...
Είχανε φύγει από το χωριό πολλά χρόνια πριν... η Νεφέλη ήταν δεν ήταν πέντε χρονών.
Πήγαν για μια καλύτερη ζωή..δούλεψαν σκληρά  όπως οι περισσότεροι μετανάστες...και η τύχη από την μια μεριά ..η δουλειά από την άλλη, μπόρεσαν και έφτιαξαν μια αλυσίδα εστιατορίων,με το όνομά τους  να φιγουράρει σε πολλές πολιτείες..της Αμερικής....
Πόσες φορές δεν είχανε παρακαλέσει την μάνα τους να πάει κοντά τους..!!!!
Ανένδοτη κάθε φορά...
Όχι παιδιά μου εδώ είναι το σπίτι μου νιώθω καλά   δεν φεύγω....
Το μόνο της παράπονο ήταν που δεν είχε δει την μικρή εγγονούλα της μόνο στις φωτογραφίες την καμάρωνε και τις μιλούσε....."Κοριτσάκι μου...την ευχή μου νά χεις όπου κι αν είσαι"
Η Νεφέλη μπήκε στο χωριό.
γύρευε το σπίτι με την κόκκινη  βουκαμβίλια στην αυλόπορτα...στον αριθμό 45.. να το!!!!
αυτό πρέπει να είναι είπε μέσα της και σταμάτησε...απ έξω. 
Κατέβηκε και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή από την αγωνία.. έφτασε στην αυλόπορτα και   τράβηξε τον σύρτη, εκείνη άνοιξε τρίζοντας.. περπάτησε στον πέτρινο διάδρομο. χτύπησε την πόρτα..
Ποιος είναι; ..ακούστηκε μια φωνή απο μέσα.....μετά από λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε και στο κατώφλι...φάνηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα...με τα άσπρα της μαλλιά δεμένα σε ένα περιποιημένο κότσο και το μπλε φόρεμα της με τα μικρά άσπρα λουλουδάκια το συμπλήρωνε μια λευκή ποδιά..που άστραφτε από καθαριότητα.
Παρακαλώ κοπέλα μου μπορώ να σε εξυπηρετήσω σε κάτι; γυρεύεις κανένα;;
Η Νεφέλη, έμεινε για λίγο βουβή χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη.
Η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη της μετά από λίγο ήταν.....
Γιαγιά μου;;;
Η κυρία  Νέλι .....(.Νεφέλη την έλεγαν άλλα στο χωριό την φωνάζανε Νέλι...)ανοιγόκλεισε για λίγο τα γαλάζια της μάτια και οι μνήμες πλημμύρισαν......
Το κοριτσάκι της;;; η μικρή Νεφέλη;;;;
Ανοίξανε δυό αγκαλιές να κλείσουν μέσα τους η μια την άλλη..
Τα έλεγαν για ώρες...κόντευε μεσημέρι...η κυρία Νέλι σηκώθηκε.. θα πάω στο κοτέτσι να σφάξω τον κόκκορα να σου κάνω μια σούπα να πιεις το ζουμί της να σε στελιώσει μάτια μου..όχι σαν τις σούπες που τρως στη Αμερική..γέλασε η Νεφέλη...μέχρι όμως να ψηθεί ο κόκορας έβαλε στο πιατάκι φρέσκια μυζήθρα..και τις έσταξε επάνω μέλι που έτρεχε από μια κερήθρα διάφανο και μοσχομυριστό..!!!!! πω..πω..τι μυρωδιές στα ρουθούνια της της !!!! ότι μύριζε και ότι έβλεπε το έβαζε βαθιά στην καρδιά της..
Νεφέλη μου  να σου δείξω τις φωτογραφίες των γονιών σου με εσένα εδώ είναι η συντροφιά μου της είπε καθώς στερέωνε τα γυαλιά της επάνω στην μύτη της...
Πόσα δεν είπανε γιαγιά και εγγονή εκείνη την μέρα!!!!! 
Το βράδυ της έστρωσε πεντακάθαρα κεντημένα σεντόνια της προίκας της που μοσχομύριζαν σαπούνι.....
Η Νεφέλη με την καρδιά γεμάτη συναισθήματα, πήγε να ξαπλώσει... θέλησε να καληνυχτίσει 
την γιαγιά της ...την είδε να κάνει το Σταυρό της μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς της Ελεούσας..
Καληνύχτα γιαγιά είπε ψιθυριστά..σε ευχαριστώ γι αυτά που μου χάρισες!!!!!!!!



ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΑΣ
 ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕΤΕ ΣΩΣΤΑ

14 σχόλια:

  1. στην ιστορία Νο24 ΟΙ ΝΕΡΑΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΞΕΧΑΣΕΙ δίνω 2 βαθμούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΟΚ, Αποφάσισε και για την τρίτη

      Διαγραφή
  2. ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΦΛΩΡΑ ΜΟΥ!!!!!
    ΟΛΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΝΣΙ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΕΣ, ΤΙΣ ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ!!!!!!!!!!
    ΔΙΝΩ 3 ΒΑΘΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 23 ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΞΟΡΚΙ
    2 ΒΑΘΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 26 ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ
    1 ΒΑΘΜΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 18 ΚΑΝΕ ΚΙ ΕΣΥ ΕΝΑ ΤΕΣΤ!
    ΦΙΛΑΚΙΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Ρένα μου και σε σένα εύχομαι καλή επιτυχία.
      Φιλάκια.

      Διαγραφή
  3. Διαβάζω ξαναδιαβάζω...τελικά αποφάσισα..δεν ξαναδιαβάζω γιατί θα μπερδευτώ περισσότερο..
    Λοιπόν
    3 βαθμούς δίνω στην ιστορία 11.Η μάνα..
    2 βαθμούς στην 25. Ένας μικρός μάγος
    Και 1 βαθμό στην 23.Μαγικό ξόρκι.
    Καλή Κυριακή!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  4. Φλώρα καλημέρα,Μαρία από Χρυσομέλισσες, λοιπόν 3 βαθμούς στο Νο 13,
    2 Βαθμούς στο Νο 14 και 1 στο Νο 19, οκ?
    Να είσαι καλά, φιλιά πολλά..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία μου από τις Χρυσομέλισσες, ευχαριστώ πολύ.

      Διαγραφή
  5. Το αποφάσισα και θα τους μπουμπουνίσω τους βαθμούς μου γιατί όσο το λιβανίζω το πράγμα δεν θα καταλήξω τελικά να ψηφίσω.
    Λυπάμαι που δεν μπορώ να ψηφίσω περισσότερα κείμενα αλλά οι κανόνες του παιχνιδιού είναι κανόνες και πρέπει να τους σεβόμαστε.
    Λοιπόν πάρε και τους βαθμούς μου:

    3 βαθμούς στο 21 (Της καρδιάς τα βάσανα)
    2 βαθμούς στο 10 (Τα κάλλη της)
    1 βαθμό στο 19 (Η κυρία Μελισσώ)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ xristin μου. Και εις άλλα.

      Διαγραφή
  6. Τελικά αποφάσισα.......3 βαθμούς δίνω στο 18, 2 βαθμούς δίνω στο 7 και 1 βαθμό στο 24. Καλά αποτελέσματα και πολλά μπράβο για την οργάνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Eυχαριστώ πολύ Κατερινάκι μου.

      Διαγραφή
  7. φλώρα αποφασισα με δυσκολία 3βαθμους στο 10 2στο 17 και 1 στο 26 ο.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σωτηρία μου, ευχαριστώ πολύ.

      Διαγραφή