Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ 1ου ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ (β)

β΄ μέρος ανάρτησης  παραμυθιών - ιστοριών  από το

1ο Παιχνίδι "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ"




 
13. ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Ήταν Παρασκευή βράδυ. Έξω έβρεχε. Το φθινόπωρο έδινε σιγά - σιγά την θέση του στον χειμώνα. Εκείνη είχε κάτσει στο τζάμι, με μία κούπα ζεστή σοκολάτα στα χέρια και σκέφτονταν για την κατάσταση στην Ελλάδα.
Σκέφτονταν πως είναι άνεργη και δεν μπορούσε να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια της, (ειδικά τώρα που η μεσαία αδερφή της πέρασε επαρχία), σκέφτονταν πως δύσκολα αύριο - μεθαύριο θα ανοίξει σπίτι γιατί τα έξοδα θα τρέχουν και με τόσο χαμηλούς μισθούς δεν θα τα καταφέρουν, σκέφτονταν τις επιλογές της, τους φόβους της, όλα.
Κοιτούσε τις στάλες της βροχής, που μία - μία ακουμπούσαν το τζάμι για να της πουν την δική τους ιστορία και ταξίδευε, μερικές φορές σε μέρη που δεν της άρεσαν, σε μέρη που τις στερούσαν τις ελπίδες.
Τις σκέψεις της διέκοψε η μικρή της αδερφή που είχε να κάνει μια εργασία για το σχολείο με θέμα το αγαπημένο τους ζώο.
Το αγαπημένο ζωάκι της μικρής ήταν το ζαρκάδι, γιατί της άρεσε η ευγένεια που έχει στα μάτια του και η ελευθερία του. Βέβαια την τρόμαζαν οι άνθρωποι και η άνεση τους να κυνηγήσουν ένα τόσο γλυκό πλασματάκι.
Τέλος πάντων, η Ηλέκτρα άνοιξε τον υπολογιστή της και ξεκίνησε με την μικρή της αδερφή να ψάχνουν πληροφορίες. Πέρασε μία ώρα περίπου όταν είπε στην μικρή : " Λίλιαν, κάτσε εδώ να τελειώσεις την εργασία σου και εγώ πάω να φτιάξω το γλάσο για τα cupacakes πριν γυρίσει η μαμά".
Η Ηλέκτρα άρχισε να απλώνει το γλάσο πολύ προσεχτικά μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο της. Το σηκώνει γεμάτη χαρά, ήταν εκείνος.
-Αγάπη μου σε βάζω σε ανοιχτή ακρόαση γιατί φτιάχνω κεκάκια.
-Ηλέκτρα πρέπει να μιλήσουμε. Ξέρω ότι ο τρόπος που θα κάνω αυτό που θα κάνω είναι άθλιος μα... .
-Αγάπη μου τι λες δεν καταλαβαίνω, ποιος τρόπος;
-Θέλω να χωρίσουμε.
Η Ηλέκτρα έμεινε να κρατά το τηλέφωνο ενώ στην ουσία αυτό που ήθελε ήταν να το ρίξει κάπου μακριά και να κλείσει τα αυτιά της, να προσποιηθεί πως δεν το άκουσε αυτό που της είπε. Τι κεραμίδι ήταν αυτό που της έριξε;! Να χωρίσουν εκείνοι; Που είναι τόσο ταιριαστοί; Γιατί;
-Ηλέκτρα είσαι εκεί; Μίλα μου, πες κάτι, οτιδήποτε.
-Αντίο.
Με αυτό το "Αντίο" έγραψαν τον επίλογο της σχέσης του, μιας σχέσης που τέλειωσε άδοξα, αναίτια. Έκατσε στο κρύο πάτωμα άνοιξε τις πύλες των ματιών της και άφησε τα δάκρυα της να αποδράσουν. Για μια φορά δεν ήθελε να είναι δυνατή. Ήθελε να ξεσπάσει, να κλάψει, να φωνάξει. Έδωσε 
μάχη με τον εαυτό της για να μην τον πάρει τηλέφωνο, να ζητήσει ευθύνες, να του ζητήσει να της απαντήσει τόσα αναπάντητα "γιατί", να του πει πως τον αγαπάει.
Η μικρή Λίλιαν μπήκε για να της διαβάσει αυτό που έγραψε και την είδε να κλαίει.
-Ηλέκτρα γιατί κλαις; Τι έχεις;
-Τίποτα μωρό μου, απλά χωρίσαμε με τον Νίκο, ήταν ξαφνικό και είμαι λιγάκι στεναχωρημένη θα περάσει, δεν είναι κάτι.
Και μαζί με αυτά τα λόγια έδωσε χώρο και σε ένα ψεύτικο χαμόγελο να ξεπροβάλει.
-Δεν είναι ωραίο να έχεις καρδιά Ηλέκτρα, γιατί πονάς και κλαις, της είπε και σκούπισε κάποια από τα δάκρυα της.
-Μωρό μου, να μην το ξαναπείς ποτέ αυτό. Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις καρδιά και να αντέχεις να την κουβαλάς. Αν η ζωή είναι ένα πολύχρωμο αερόστατο, η καρδιά σου και τα βάρη της είναι το τελευταίο φορτίο που πρέπει να πετάξεις.
Να ευχαριστείς τον Θεό που σου έδωσε μεγάλη καρδιά για να έχεις απόθεμα στην χαρά και ας πονάει η λύπη.
Είναι ένα ρίσκο και μετά χαράς το παίρνω και πρέπει να το παίρνεις και εσύ!!
Τότε η Λίλιαν χαμογέλασε και έπεσε στην αγκαλιά της αδερφής της.
-Ηλέκτρα μην στεναχωριέσαι για τον Νίκο, εμείς έχουμε κεκάκια.
Η Ηλέκτρα έβαλε τα γέλια και το ίδιο έκανε και η μικρή και μέσα στον απόηχο των γέλιων τους, της παιδικής αθωότητας, της ομορφιάς της αδερφικής αγάπης και του αρώματος των φρεσκοψημένων cupcakes η πένα μου αποφάσισε να γράψει το τέλος αυτής της ιστορίας.

14. ΦΥΣΑΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ

Φυσάει ο άνεμος, πέφτει σκοτάδι,
τρέχει η σκέψη  σαν το ζαρκάδι
σε λόχμες κρύβεται και ξαποσταίνει
στέκει, αφουγκράζεται, στον ήλιο βγαίνει
με τα σκοτάδια δίνει τη μάχη,
με πίστη ακλόνητη, πάντα μονάχη,
χαράζει σύμβολα στο κεραμίδι,
αδρή η όψη του, χωρίς φτιασίδι ,
ορμάει ανέμελα και τριγυρνάει,
και με την κούπα της, κούπα κρασί κερνάει !!!
Μ΄ ένα χαμόγελο που σε σκλαβώνει
και μ΄ ένα άγγιγμα που σε λαβώνει
άλλοτε ανάλαφρη , σαν πέπλο νύμφης
άλλοτε ασήκωτη σαν χρόνια λήθης
με γεύση υφάλμυρη….πως να ξεχάσω;
το αλατένιο των βράχων γλάσο ;
Φυσάει ο άνεμος και στο σκοτάδι,
λάμπουν τ΄ αστέρια όλο το βράδυ
κι οι σκέψεις χάνονται, κι αποκοιμιούνται,
όνειρα γίνονται κι αποξεχνιούνται….
μένει το χάραγμα, στο κεραμίδι,
σύμβολα αιώνια  μας παραδίδει…
            

15.Ο ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ

Η κυρά Ευρυδίκη ήτανε η μοναδική κάτοικος εδώ και χρόνια, του μισοερειπωμένου νεοκλασικού, του τελευταίου που είχε απομείνει σε ολόκληρη σχεδόν τη γειτονιά, με τη μαύρη σιδερένια αυλόπορτα, τα λιγοστά ακροκέραμα να στέκονται μοναχικά στην κεραμιδένια στέγη του, την ξύλινη σκαλιστή δίφυλλη πόρτα του και δίπλα ακριβώς, το μεγάλο παράθυρο με τις φθαρμένες  δαντελλένιες κουρτίνες και τις ξεφτισμένες γρίλιες.
Ζούσε με μια πενιχρή σύνταξη και φρόντιζε με αφοσίωση και επιμέλεια τις εκατό και πλέον γλάστρες της αυλής της καθώς και όλες τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς.
Καλοσυνάτη και μικρόσωμη με τα κάτασπρα μαλλάκια της τυλιγμένα σε πλεξούδα και στερεωμένα με τρείς κοκάλινες φουρκέτες στην κορυφή του κεφαλιού της , η κυρά Ευρυδίκη διατηρούσε μια ενεργητικότητα και μια ζωντάνια σπάνια για γυναίκα της ηλικίας της.
Κάθε πρωί έψηνε το καφεδάκι της στο μικρό παραδοσιακό καμινέτο οινοπνεύματος, το σέρβιρε στην πορσελάνινη κούπα με τα ρόζ και κίτρινα τριαντάφυλλα, έβαζε δύο παξιμαδάκια σ΄ ένα πιατάκι και τα ακουμπούσε όλα στον οβάλ δίσκο με το δαντελλένιο δισκόπανο.
Τις μέρες με λιακάδα καθότανε στην αυλή σε μια παλιά μπαμπού πολυθρόνα με ένα μεγάλο  μαξιλάρι κεντημένο σταυροβελονιά, λευκές μαργαρίτες σε πράσινο φόντο και  ακουμπούσε το δίσκο δίπλα της σε ένα παλιό στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά.
Εκεί απολάμβανε τον καφέ της βουτώντας μέσα στο μυρωδάτο παχύρευστο υγρό τα παξιμαδάκια της, χαϊδολογούσε της γάτες που τριγύριζαν στα πόδια της, κουβέντιαζε μαζί τους, κάποτε-κάποτε τους τραγουδούσε με την ωραία κοντράλτα φωνή της και τις καλούσε πάντα με το όνομά που η ίδια τους είχε δώσει, Χάιδω, Παξιμαδοκλέφτρα, Κοντύλω, Χιονάτη, Σκαντάλω, Μισιρλού, Πορτοκαλένιος, Ακάκιος, Πειναλέων, Ζορρό,  Μαυρούκος,  κι ανάσαινε το άρωμα που ανάδιδαν ανάλογα με την εποχή, τα γιασεμιά, τα τριαντάφυλλα, οι βασιλικοί, τα χρυσάνθεμα, ο δυόσμος, τα νυχτολούλουδα και οι γαρδένιες…
Τις χειμωνιάτικες μέρες, συνήθιζε να κάθεται στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού, δίπλα στο παράθυρο…. πλέκοντας και έχοντας στα γόνατά της την αγαπημένη γάτα της ,την αρχόντισσα κουρελού όπως την ονόμαζε, μια γάτα με απαλό φουντωτό τρίχωμα με μπαλώματα όλων των χρωμάτων καστανό, πορτοκαλί, φαιόγκριζο, μία μαύρη βούλα στη ράχη, λευκό στο στήθος και κατάλευκα καλτσάκια στα πόδια, με πράσινα λαμπερά μάτια και μια  υπέροχη πυρόξανθη φουντωτή ουρά.
Μόνο αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιούσε πιά η κυρά Ευρυδίκη, στη μια γωνιά είχε το κρεβάτι της, σιδερένιο με περίτεχνο κεφαλάρι, δίπλα  το παλιό σκαλιστό κομοδίνο και τη λαντέρνα με το διάφανο γυαλί  ακουμπισμένη πάνω στο δαντελλένιο πετσετάκι, στην απέναντι γωνιά το εικονοστάσι με τις παλιές εικόνες του Χριστού, της Γλυκοφιλούσας και της Οδηγήτριας με την μεγάλη τριανταφυλλιά καντήλα να κρέμεται εμπρός τους και στη μέση το τετράγωνο τραπέζι με το βυσσινί βελούδινο τραπεζομάντιλο και ολόγυρα τις καρέκλες με τη βιεννέζικη ψάθα.
 Μπροστά από το μεγάλο παράθυρο υπήρχε μια παμπάλαια σκαλιστή ξύλινη κομότα με δυό συρτάρια, προικιό της πεθεράς της και δύο  πολυθρόνες δεξιά κι αριστερά της, ντυμένες με κλαρωτό κάλυμμα.
 Στην κομότα ήτανε στρωμένο ένα δαντελλένιο περίτεχνο εργόχειρο και εκεί επάνω ήτανε τοποθετημένες σε ωραίες ξύλινες χρυσωμένες σκαλιστές κορνίζες τρείς φωτογραφίες, η μία ήτανε γαμήλια φωτογραφία, ο γαμπρός καθιστός, χαμογελαστός, ντυμένος επίσημα, η νύφη δίπλα του όρθια χαμογελούσε με συστολή  τυλιγμένη με το πέπλο του μεταξωτού νυφικού της κρατώντας την πλούσια ανθοδέσμη της, στην  άλλη  ένας άνδρας με λαμπερά μάτια, πλατύ μέτωπο και καλογραμμένο μουστάκι και στην τελευταία ένα νεαρό αγόρι με σγουρά μαλλιά και πλατύ χαμόγελο και παραδίπλα ένα παλιό τετράγωνο μπρούτζινο κουτί  με χρυσά γράμματα και μια ζωγραφιά στο επάνω μέρος, που παράσταινε ένα μικρό ζαρκάδι με εκφραστικά μεγάλα μάτια  και άσπρες βούλες στην κανελιά του ράχη.
Ώρες καθότανε η κυρά Ευρυδίκη και στύλωνε το βλέμμα στις αγαπημένες μορφές κι οι αναμνήσεις τη συντρόφευαν, κι ο πόνος της λόγχιζε την καρδιά.  
Χήρεψε νέα,  ήτανε μόλις 32 ετών, ο Περίανδρος ήτανε έξω καρδιά,  χωρατατζής, φιλότιμος, καλός οικογενειάρχης, κουβαλητής και πρώτος τεχνίτης ζαχαροπλάστης, μάστορας στο γλάσο της σοκολάτας! Μοναδικός και ονομαστός για τα εκλαίρ του, τα μαρόν τυλιγμένα σε βελούδινο γλάσο σοκολάτας και για τις τούρτες του,  τις μαύρες καλλονές…όπως τις ονόμαζε χαριτολογώντας.
Τι ευτυχισμένα χρόνια…!!! Το σπιτικό τους ξεχείλιζε από ευτυχία, με το γέλιο ξεκίναγε η μέρα τους με το γέλιο τελείωνε, το τραπέζι τους στρωμένο με όλα τα καλά, φίλοι και συγγενείς τους συντρόφευαν,  γλέντια στηνόντουσαν από το τίποτα και το τραγούδι δεν έλειπε από τη συντροφιά τους μιας και η κυρά Ευρυδίκη ήτανε ιδιαίτερα καλλίφωνη και ο Περίανδρος έπαιζε μαντολίνο, όμως το πιο σημαντικό ήτανε η  γεμάτη αγάπη συμβίωσή τους, μέχρι τη μέρα που όλα χάθηκαν…..
Ο Περίανδρος έσβησε στα 38 του από πνευμονία μετά από μόλις μία εβδομάδα νοσηλεία στο νοσοκομείο …..
Η ζωή  στο σπιτικό της κυρά Ευρυδίκης γύρισε τα πάνω κάτω, ο γιός της ο Ιδομενέας ήτανε τότε μόλις δώδεκα ετών… πήγαινε στην τελευταία τάξη του Δημοτικού  όταν έπαψαν τα γέλια και τα τραγούδια  και η θλίψη μαζί με τη μαυρίλα στρογγυλοκάθησαν στο κατώφλι τους.
Η θεία Πρόνοια μερίμνησε για τη νεαρή χήρα και το ορφανό και παρά το βαρύ χτύπημα η κυρά Ευρυδίκη έσφιξε τα δόντια και έγινε μάνα και πατέρας για τον μονάκριβο γιό της, άρχισε να πηγαίνει και στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής που δούλευε ο μακαρίτης, να ‘ναι καλά το αφεντικό ο κυρ Αναστάσης ο Κάρσος που με μεγάλη διακριτικότητα της το πρότεινε αμέσως μετά τα σαράντα του Περίανδρου ενώ η γυναίκα του, η κυρία Κορνηλία, της συμπαραστάθηκε στο πένθος σχεδόν σαν συγγενής και της έφερε δώρο το μπακιρένιο κουτί με το ζαρκάδι μέσα στο οποίο είχε τυλίξει με φροντίδα 20 λίρες χρυσές και ένα συγκινητικό και ειλικρινές σημείωμα  συλλυπητηρίων.
Αυτό το κουτί η κυρία Ευρυδίκη το θεωρούσε κουμπαρά, έγινε ο κουμπαράς της όπου έριχνε συχνά πυκνά τις δραχμούλες και τα πενηντάλεπτα που μπορούσε να εξοικονομήσει….. Τα χρόνια που κύλησαν, από το περιεχόμενο αυτού του κουμπαρά χίλιες δύο έκτακτες ανάγκες καλύφθηκαν, χίλια δύο καλά γινήκανε…..χωρίς να μάθει ποτέ κανείς το παραμικρό….
Περνούσαν τα χρόνια, το χαμόγελο άρχισε πάλι ν΄ανθίζει στο σπιτικό της κυρά Ευρυδίκης, ο Ιδομενέας μεγάλωνε και έγινε ένας εξαίρετος έφηβος, επιμελής, ευγενής, πρόσχαρος, άρχισε μάλιστα να παίρνει μαθήματα  μαντολίνου στο Ωδείον για να τιμήσει το όργανο που έπαιζε και ο πατέρας του και παρέμενε σιωπηλό κι ανέγγιχτο, φυλαγμένο για χρόνια, στη δερμάτινη θήκη του στο πάνω μέρος της ντουλάπας.
Τότε ακριβώς αποφάσισαν η μαυρίλα και το θανατικό να ξαναεπισκεφθούν το σπιτικό της κυρά Ευρυδίκης…. ακριβώς την ημέρα που θα έβγαιναν τα αποτελέσματα για την εισαγωγή των νέων φοιτητών στις Ανώτατες Σχολές….
Από το πρωί η κυρά Ευρυδίκη ένοιωθε μια ταραχή και μια αναστάτωση που προσπάθησε μονάχη της να καταλαγιάσει, γι αυτό πριν πάει στη δουλειά μπήκε στην εκκλησία κι άναψε ένα κερί, έκανε το σταυρό και τη δέησή της μπροστά στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης και ενδυναμωμένη , χαμογελαστή πέρασε το πρωινό στο εργαστήριο τυλίγοντας μπακλαβαδάκια   και βάζοντας σοκολατάκια και λουκούμια σειρά-σειρά στα χαρτονένια χρυσά κουτιά τους .
Το μαύρο μαντάτο έφτασε νωρίς το απόγευμα…. ένας αστυνομικός, ευγενέστατος με φανερή δυσκολία , δακρυσμένος σχεδόν, της είπε πως ο Ιδομενέας Koνδυλάκης του Περιάνδρου και της Ευρυδίκης, απεβίωσε από συγκοπή στα σκαλιά της Παντείου…μόλις είχε δει τα αποτελέσματα…ήτανε από τους πρώτους επιτυχόντες…..
Έσβησε ο κόσμος από τα μάτια της, χάθηκε η γη και ο ουρανός, δεν έμεινε κεραμίδι αράγιστο από το σπαραγμό της, μαράθηκαν τα λουλούδια στις γλάστρες  κι εκείνη ανήμπορη σωριάστηκε στο κατώφλι….
Ούτε κατάλαβε τι έγινε μετά, αν ξημέρωνε, αν νύχτωνε, δεν μιλούσε, δεν έτρωγε, δε σκεφτότανε, δεν ανέπνεε σχεδόν, μόνο πονούσε μ’ έναν πόνο φρικτό, αδυσώπητο, αβάσταχτο… και  ποτάμια τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της, μουσκεύοντας μαντήλια, μαξιλάρια, σεντόνια, το πάτωμα, το πλακόστρωτο της αυλής, τον τόπο όλο…..
Σχεδόν τρείς μήνες βρισκότανε σ΄αυτή την κατάσταση κι έπειτα λίγο-λίγο, μετά από όνειρο που είδε, την Οδηγήτρια ολοζώντανη να την παρατηρεί αυστηρά, τότε άρχισε να ανασαίνει βαθειά, να δίνει τη μάχη με την εκμηδένιση, για  να σταθεί όρθια, ν΄ αντέξει το χτύπημα, να διαχειριστεί τον πόνο, με καθημερινές επισκέψεις στο κοιμητήριο και με την παρήγορη συντροφιά της κυρίας Κορνηλίας, της πρεσβυτέρας Χριστίνας, της γειτόνισσας Ελένης και της αγαπημένης της εξαδέλφης της Αγγελικής που μόλις ένα χρόνο πριν είχε χάσει κι εκείνη την μονάκριβη κόρη της την Αθηνά σε δυστύχημα.
Από τότε δεν μπόρεσε να εργαστεί ξανά η κυρά Ευρυδίκη στο εργαστήριο, κι αφοσιώθηκε σε προσφορά φιλανθρωπικού έργου, στο Νοσοκομείο Παίδων κυρίως, στη φροντίδα των γατιών όλης της γειτονιάς και των λουλουδιών της.
Άρχισε να πλέκει ασταμάτητα, γάντια, σκουφιά, κάλτσες, τερλίκια, κασκόλ, εσάρπες με μαλλιά και νήματα που την προμήθευαν οι γειτόνισσες και η δραστήρια και αγαπητή πρεσβυτέρα Χριστίνα και με τον τρόπο αυτό κρατούσε τη σκέψη της συγκεντρωμένη, τα χέρια της απασχολημένα και τα μάτια της προσηλωμένα στους πόντους στις βελόνες….
Αν περάσει κανείς το απόγευμα έξω από το παλιό νεοκλασικό, ίσως  διακρίνει τη μικροσκοπική φιγούρα της πίσω από το τζάμι του παραθύρου, με τα γυαλάκια και τις κοκάλινες φουρκέτες στα  λευκά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού της, να πλέκει  έχοντας τη γάτα της την κουρελού στρογγυλοκαθισμένη στα γόνατά της  και το βλέμμα της που και που να γλιστράει και να χαϊδεύει  τις φωτογραφίες μέσα στις χρυσές σκαλιστές  κορνίζες  και το παλιό μπακιρένιο κουτί με το ζαρκάδι επάνω στην ξύλινη κομότα……
Κάποτε ήρθε η μέρα που οι γλάστρες έμειναν καιρό απότιστες και οι γάτες της γειτονιάς μάταια περίμεναν νιαουρίζοντας παρακλητικά να γεμίσουν τα πιατάκια τους τροφή και τα μπωλάκια τους φρέσκο νερό, η λαντέρνα με το διάφανο γυαλί δεν άναψε μόλις σουρούπωσε και η γειτόνισσα Ελένη που χτύπησε την πόρτα της κυρά Ευρυδίκης, απάντηση δεν πήρε και όταν ειδοποίησε την πρεσβυτέρα Χριστίνα, την Αγγελική και την πιστή και αγαπημένη φίλη την κυρία Κορνηλία και μπήκανε στην κάμαρη, βρήκανε την κυρά Ευρυδίκη καθισμένη  στην πολυθρόνα της  με το κεφάλι γερμένο στο στήθος της, το πλεκτό πεσμένο στα πόδια της και την πιστή σύντροφό της την αρχόντισσα κουρελού ακίνητη και παγωμένη πάνω στα γόνατά της….
Στο μπακιρένιο κουτί με το ζωγραφισμένο ζαρκάδι βρήκανε, χρήματα, αρκετά χρήματα για μια απέριττη κηδεία και τα καθιερωμένα μνημόσυνα…. καθώς και ένα σύντομο αποχαιρετιστήριο σημείωμα με ονομαστικές ευχές και ευλογίες για την κάθε μία τους, όπου εξέφραζε μάλιστα την επιθυμία της, η Πρεσβυτέρα να πάρει τις παλιές εικόνες της και την καντήλα με τριανταφυλλί γυαλί, η  καλή της γειτόνισσα η Ελένη τις γλάστρες με τα λουλούδια της ,τον οβάλ δίσκο και το καμινέτο του καφέ, η εξαδέλφη της η Αγγελική τις κορνίζες με τις φωτογραφίες, τα δαντελλένια εργόχειρα, το μαντολίνο και τις κοκάλινες φουρκέτες της, η Κορνηλία την παλιά λαντέρνα και το μπακιρένιο κουτί με το ζαρκάδι ….
Τις όριζε όλες εκτελέστριες της διαθήκης της, για το λόγο αυτό είχε εσωκλείσει και μία κάρτα με το όνομα και τη διεύθυνση του Συμβολαιογράφου στον οποίο είχε παραδώσει  το Συμβόλαιο ιδιοκτησίας του σπιτιού της ,το οποίο δώριζε σε ένα Σύλλογο για παιδιά με ανίατες ασθένειες……….

 16.Η ΤΟΥΡΤΑ

Μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά η Νένα επιστρέφει στο σπίτι.
Πρέπει να φροντίσει για το γεύμα της οικογένειας να τακτοποιήσει το σπίτι και να φτιάξει μια τούρτα για την επέτειο του γάμου της σήμερα κλείνει 30χρόνια, μια ολόκληρη ζωή !
Δεν βλέπει την ώρα ν’ απολαύσει τον απογευματινό της καφέ, να χαλαρώσει λίγο.
Ρουφάει την 1η γουλιά απ’ την αγαπημένη της κούπα και ακούει μια φωνή από μέσα της.
-Είσαι ευχαριστημένη τώρα? Μ’ έχεις ξεθεώσει όλη μέρα και νομίζεις ότι μ’ ένα καφέ είμαι ευτυχισμένη!
-Άρχισες πάλι? Δεν την αντέχω αυτή τη μάχη μαζί σου όποτε χαλαρώνω!
-Ναι, βάλ’ τα τώρα και μ’ εμένα! Τόσα χρόνια, πες μου τι μου ’χεις προσφέρει για όλα αυτά που σου ’χω προσφέρει?
-Ότι είσαι γερή και παλεύεις είναι μεγάλη υπόθεση!
-Νομίζεις! Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά!
-Πες μου και αυτό τώρα ,ότι μου ετοιμάζεις λαχτάρα! Τι παραπονιέσαι μωρέ όλα δεν τα ’χεις στη ζωή σου τι σου λείπει?
-Μου ‘χες τάξει γαμήλιο ταξίδι στη Β. Ελλάδα το ξέχασες? Από παιδούλα το περιμένω. Να βρεθώ σ’ ένα δάσος να πατήσω τα ξερά νοτισμένα φύλλα και να χάνεται ο ουρανός ανάμεσα στις  φυλλωσιές των δέντρων. Οι ηλιαχτίδες  να προσπαθούν  να τρυπώσουν απ’ τις πυκνές χαραμάδες, και ’γω να κρυφοκαμαρώνω τα ελάφια και τα ζαρκάδια που βολτάρουν ανέμελα και μασουλούν φύλα των δέντρων!
-Το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις? Πλάκα μου κάνεις? Δεν μπόρεσα να σε πάω τότε μ’ ένα αξιοπρεπή μισθό και θα σε πάω τώρα άνεργη? Δεν βλέπεις τι μάχη γίνεται για να εξασφαλίσω μια σύνταξη? Μην είσαι  αχάριστη!
-Εγώ ξέρω ότι το μόνο που κατάφερες τόσα χρόνια είναι να βάλεις ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι σου και αυτό με ελλείψεις άγχος και στερήσεις.
-Λίγο το ’χεις αυτό? Είπα να πάρω το εφάπαξ να τελειοποιήσω αυτά που δεν πρόλαβα τότε να….. να ….,να ….αλλά ήμουν τόσο τυχερή που μου το ’κοψαν και μου γκρέμισαν τα όνειρα.
-Και για μένα τι έχεις κάνει??Ούτε ένα όχημα καινούριο δεν μου έδωσες τη δυνατότητα να οδηγήσω όλα 2ο χέρι!
-Είχα άλλες προτεραιότητες τα ξέρεις έπρεπε να σπουδάσω τα παιδιά, να κοιτάξω τις δικές τους ανάγκες.
-Αυτό σου λέω και ’γω πάντα γραμμένος εγώ για μένα τίποτα όλα για τους άλλους! Και τι κατάλαβες? Τόσα έξοδα τόσες στερήσεις? που το όφελος?  Μετά βίας τα παιδιά βγάζουν ένα μεροκάματο να συντηρηθούν.
-Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα, κάτσε εκεί που κάθεσαι  και μη ζητάς πολλά!
-Τι πολλά? Τίποτα δηλαδή! Πού ’σαι τώρα που θα φτιάξεις την τούρτα κανόνισε το γλάσο  να ’ναι αρκετό να καλύψει και μένα γιατί δεν ξέρω πόσο θ’ αντέξω εδώ κρυμμένος και καταπιεσμένος!


17.H ΠΕΜΠΤΗ ΕΥΧΗ

Στον παλιό καλό καιρό, ζούσε μια όμορφη νεραϊδούλα... 
Το πρόσωπό της , έμοιαζε του φεγγαριού... αλλά αυτό που την έκανε τόσο ξεχωριστή.. ήταν τα μάτια της...
Είχε τα πιο όμορφα πράσινα μάτια στον κόσμο...!!!!
Πράσινα ..σαν το χρώμα του σμαραγδιού....!!!!!
Η νεραίδούλα μας ήταν τόσο καλόκαρδη που ήθελε  όλοι να είναι ευτυχισμένοι...
Είχε όμως  στα χέρια της μόνο πέντε ευχές..και αποφάσισε να βρει  πέντε  ανθρώπους να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες τους...
Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε καθότανε σε ένα καφενείο και έπινε τον καφέ του από μια κούπα..
Μπορώ να πραγματοποιήσω μια ευχή σου... ποια θέλεις να είναι;;;;
χωρίς να πολυσκεφτεί εκείνος ..της είπε....να γεμίσει η κούπα μου λίρες.....
Πες το και έγινε...και ευθείς η κούπα του γέμισε λίρες...
Ο δεύτερος ήταν ένας ζαχαροπλάστης....πραγματοποιώ ευχές του είπε... τι θα ήθελες;;; 
Θέλω να φτιάχνω το καλύτερο και νοστιμότερο γλάσο στον κόσμο..της απάντησε..
γέλασε η νεραϊδούλα μας.. αλλά του έκανε το χατίρι... Εντάξει του είπε από εδώ και πέρα το γλάσο σου θα είναι το νοστιμότερο και διασημότερο στον κόσμο
Λίγο παρακάτω είδε έναν άνθρωπο να τρέμει από τον φόβο του...
Εσύ τι θα ήθελες να ευχηθείς;; τον ρώτησε..
Αχ!!! καλή μου νεράιδα της είπε φοβάμαι τόσο πολύ να βγω από το σπίτι μου
γιατί νομίζω ότι θα πέσει κανένα κεραμίδι στο κεφάλι μου και θα σκοτωθώ...
θα ήθελα να απαλλαγώ από αυτόν τον φόβο μου...
Μην στεναχωριέσαι μέχρι τα βαθιά σου γεράματα αυτό που φοβάσαι δεν θα σου συμβεί....του είπε και έφυγε....να συνεχίσει την αποστολή που η ίδια έβαλε στον εαυτό της.
Εκεί που πήγαινε βρέθηκε μπροστά της ένας στρατιώτης... 
Πραγματοποιώ ευχές  πες μου την δική σου ευχή να γίνει πραγματικότητα... 
Τι να θέλω;;; αφού είμαι στρατιώτης θα ήθελα να κερδίζω πάντα στη μάχη..της είπε....
Από εδώ και πέρα πάντα θα κερδίζεις τις μάχες σου ...του είπε και τον χαιρέτισε....
Τι μου έμεινε; σκέφτηκε..μόνο μια ευχή ..θα την δώσω σε όποιον βρω μπροστά μου αυτήν την στιγμή.....
Η ματιά της έπεσε  σε ένα παιδί που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά της καθισμένο σε ένα αναπηρικό καροτσάκι...
Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσει το παιδί η νεραϊδούλα μας τι ευχή θα ήθελε 
το έβλεπε στα μάτια του.. και μέσα της για πρώτη φορά έκανε εκείνη μια ευχή για κάποιον άλλο άνθρωπο....
Ευχήθηκε  να σηκωθεί το μικρό παιδί από εκείνη την απαίσια καρέκλα..και να τρέξει σαν ζαρκάδι ελεύθερο και χαρούμενο....
Και ενώ έκανε την πέμπτη και τελευταία..ευχή της… δάκρυα χαράς κύλισαν 
από τα πανέμορφα σμαραγδένια της μάτια....!!!!!!!!!!!! 

 


18.  ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Σάββατο πρωί, αχάραγα, αξημέρωτα (δεν έχει άλλα συνώνυμα ο Μπαμπινιώτης) λίαν πρωί και των θυρών κεκλεισμένων (ας τολμήσει να έρθει ο προκομμένος και τα λέμε) βρίσκομαι μπροστά στην τρίτη κούπα καφέ. Όχι, δεν μαντέψατε σωστά. Δε θέλω να ξυπνήσω, θέλω να μην κοιμηθώ ̇  και να είμαι εκνευρισμένη, πολύ εκνευρισμένη με τα νεύρα κρόσσια χίπικα και να του τα ψάλω και ένα και δύο χεράκια, όταν δεήσει να γυρίσει. Και φαίνεται πως η αποσταγμένη καφεΐνη έκανε καλά τη δουλειά της, γιατί δε μου φεύγουν από το μυαλό όλα όσα έγιναν στη χθεσινή μάχη.

Και φυσικά πρόκειται για τον προκομμένο μου. Όλα άρχισαν από τη μοιραία φράση που τόλμησα να εκστομίσω στο «στεφάνι» μου, όταν μετά από μία εξουθενωτική μέρα στη δουλειά έφτασα ωραία - ωραία στο σπιτάκι μας:

«Τι μέρα κι αυτή σήμερα! Με τέτοια κούραση πού να μαγειρέψω για βραδινό. Πετάγεσαι για κάνα σουβλάκι βρε μωρό μου;»
Ε ρε και το μωρό πήρε ανάποδες και, ενώ πετούσε τη σκούφια του για τέτοιου είδους μενού, άρχισε ένα λογύδριο χωρίς τελειωμό με κεντρική ιδέα την υψηλή γαστρονομία και τα γκουρμέ μενού και ότι πρέπει να τα βάλουμε στη ζωή μας, γιατί είμαστε στην Ευρώπη, και κάτι άλλα τέτοια ασυνάρτητα και ότι στην τηλεόραση είδε εκπομπή με ένα χοντρούλη να δείχνει συνταγή «ζαρκάδι φλαμπέ με γλάσο βατόμουρο» και να τσακιστώ να το φτιάξω καμιά μέρα, για να μπορούμε να στεκόμαστε στη γειτονιά και την κοινωνία.
Εγκεφαλικό ευθεία η δικιά σου.
«Ρε πουλάκι μου, ποια κοινωνία και, κυρίως, ποια γειτονιά; Η Δραπετσώνα;»
Και άρχισε μετά κάτι ασυνάρτητα του στυλ «Γιατί; Δε σου αρέσει η γειτονιά μου; Που το σπίτι το είχα από τους γονείς μου κ.λπ. κ.λπ.»
Και το κερασάκι στην τούρτα ήταν ένα σκπλάς στην πόρτα και εξαφανιζόλ ο κύριος. Μη χειρότερα. Καλέ τι του ήρθε; Βρε δε θα γυρίσει; Εδώ στην πόρτα από πίσω θα κάθομαι, για να του υπαγορεύσω δυο φωνήεντα.
Αμάν!! Τι θόρυβος είναι αυτός στα κεραμίδια; Καλέ από τη σκεπή θα κατέβει; Μη χειρότερα ̇  πάει η σκεπή. Μα για στάσου… δεν έχουμε σκεπή και … το μωρό μου κοιμάται δίπλα μου με την ικανοποίηση από το χθεσινό jour fix σουβλάκι πάρτι στη βεράντα αποτυπωμένη στο πρόσωπό του και στην αναπνοή του. Με τόσο φαΐ πώς να μην το ρίξω στους … εφιάλτες!!


19.ΜΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΕΚΔΡΟΜΗ

      Η βόλτα μας στο δάσος μας ξάφνιασε με εικόνες που ποτέ δεν είχαμε ξαναδεί. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα δύο ζαρκάδια που έπιναν αχόρταγα νεράκι  σε μια πηγή που  άφηνε να ξεπηδάει από τα σωθικά της  με παφλασμό  άφθονο γάργαρο  νερό  κάτω από τη σκιά της πυκνής φυλλωσιάς.
     Περπατήσαμε, σκαρφαλώσαμε, ξαποστάσαμε και  όταν βεβαιωθήκαμε ότι δεν υπήρχαν  ζώα  κοντά στην πηγή για να τα ενοχλήσουμε, ήπιαμε κι εμείς απ’ αυτό  το νερό αχόρταγα, και ούτε που σκεφτήκαμε αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να πιούμε από εκεί. Άλλωστε εκεί ο πολιτισμός δεν είχε πατήσει το πόδι του για να μολύνει το νερό. Το άφησε γάργαρο να ρέει προς τέρψιν   των μικρών ζώων του δάσους που δεν τα έβλεπες αν αλλά τα ένιωθες κρυμμένα στην πυκνή βλάστηση.
      Αποκαμωμένοι  από την περιήγησή μας στο δάσος  μπήκαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό το μικρό ξύλινο ξενοδοχείο με τα κόκκινα κεραμίδια του που βρισκόταν αρκετά κοντά στο δάσος.
       Ήταν προχωρημένο απόγευμα πήγαμε στο δωμάτιό μας ξεφορτωθήκαμε τις μπότες από τα πόδια μας, και απαλλαχθήκαμε από τα ρούχα μας. Κάναμε ένα ζεστό μπάνιο, τυλιχτήκαμε με τα χοντρά μαλακά μπουρνούζια μας και κάτσαμε δίπλα στο φουντωμένο τζάκι.
       Η επιθυμία μιας κούπας αχνιστού καφέ ήρθε αυτόματα  στη σκέψη μας. Χωρίς πολλά λόγια, παραγγείλαμε στην ξενοδόχα τον καφέ μας και σε λίγη ώρα, χτύπησε η πόρτα. Τότε έφθασαν οι καφέδες μας , όπως ακριβώς τους θέλαμε,  συνοδευόμενοι  από  ένα δισκάκι  όπου υπήρχαν  δύο μεγάλα κομμάτια κέϊκ περιχυμένα με παχύ στρώμα γλάσου σοκολάτας.
      Καθώς απολαμβάναμε αυτή την  μεγαλειώδη  γευστική ηδονή, μέσα σ’ αυτή  την υπέροχη θαλπωρή, σκεφτόμουν ότι  πλησίαζε η Δευτέρα όπου η επιστροφή στη δουλειά ήταν αναπόφευκτη  κι εμείς  θα αρχίζαμε να δίνουμε πάλι τη μάχη με  την καθημερινότητα.


20.ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


Καλοκαίρι, ήλιος, θάλασσα και φραπέ στην παραλία ...έτσι  είμαστε εμείς οι Έλληνες ,γι αυτό μας ζηλεύουν γι αυτό και  μας κατηγορούν  και για να πνίξουμε τον πόνο μας με όλα αυτά που μας υποχρεώνουν να αντέξουμε πίνουμε που και που μια κούπα με κρασάκι ελληνικό   ετσι για περισσότερη χαλάρωση βρε αδελφέ…
Όμως για πείσμα των καιρών όσο και να προσπαθούν δεν μπορούν να μας αλλάξουν.
 Αντέχουμε ακόμη και δίνουμε τη μάχη μας για να εξασφαλίσουμε ένα κεραμίδι πάνω στο κεφάλι μας  που λέγανε πολύ σοφά και οι παλιοί, το ουζάκι μας μπροστά στη θάλασσα εκεί που σκάει το κύμα για να μας χαϊδεύει τα πόδια και αν δεν περισσεύουν και χρήματα  μαγειρέψουμε ζαρκάδι με κάστανα στη γάστρα και για επιδόρπιο μους σοκολά με γλάσο μαστίχας , δεν πειράζει. Υπάρχει η σωτήρια και πολύ οικονομική  λύση της χωριάτικης για κυρίως πιάτο (ντομάτες από το μπαχτσέ ) και φυσικά  γλυκό πορτοκάλι με γιαούρτι για επιδόρπιο (τσάμπα τα πορτοκάλια, το περιβόλι γεμάτο κανείς δεν τα αγοράζει).
Το μόνο λοιπόν που μας χρειάζεται είναι  κέφι δύναμη, αισιοδοξία και  θετική σκέψη. Για όλα υπάρχει λύση . 

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία μιας φίλης
που για τεχνικούς λόγους δεν πρόλαβε 
την προθεσμία υποβολής της  ιστορίας της       

Το ατίθασο τσουλούφι,ξέφυγε από τον σφιχτό κότσο που συνήθως έφτιαχνε στα μαλλιά της, όταν χωνόταν μέσα στο βασίλειό της...
Κοίταξε γύρω της μοσοκλείνοντας τα μάτια,ακούμπησε τη ΚΟΥΠΑ με τον καφέ της στο μικρό τραπέζι της κουζίνας και ετοιμάστηκε να δώσει τη ΜΑΧΗ της...
Πρώτη φορά θα επιχειρούσε τέτοια " αποστολή " και ήταν απόλυτα προετοιμασμένη γι΄αυτή...
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
ΚΕΡΑΜΙΔΙ να της είχε πέσει στο κεφάλι,δεν θα τη ζάλιζε τόσο,όσο η εικόνα του άντρα της, που κρατώντας τη γαλάζια σακούλα,μπήκε χθες το βράδυ στο σπίτι...
Τη φίλησε πεταχτά όπως συνήθιζε και μπήκε κατ' ευθείαν στο...θέμα...!!!
" Η μαμά,σου στέλνει πεσκέσι...
το χτύπησε ο θείος Αλέξανδρος χθες...Θα είναι εδώ αύριο κατά τις 8..."
" Τη μαμά του και τον θείο Αλέξανδρο μαζί... " σιγομουρμούρισε και έπιασε να ανοίγει  τη σακούλα...
Το ουρλιαχτό που διαδέχτηκε το σιγομουρμούρισμα έκανε τον άντρα της να αναπηδήσει και να τη κοιτάξει με γουρλωμένα μάτια...
Στο πάτωμα,η μπλε σακούλα είχε ανοίξει και το "πεσκέτσι" κοίτονταν στο πάτωμα...
΄Ενα ΖΑΡΚΑΔΙ, ίσαμε 7 κιλά μισοφαινόταν από τη πεσμένη σακούλα...
Πολλές φορές ο θείος Αλέξανδρος είχε " χτυπήσει " κυνήγι,αλλά αυτό δεν το περίμενε...
Και θα είχε και τη πεθερά της στο τραπέζι,που ευκαιρία δεν έχανε να της λέει πόσο πολύ  άρεσαν στο γιόκα της τα φαγητά που του μαγείρευε απ' όταν ήταν μικρός...
Και ο " γιόκας " να τη κοιτάζει και να ξερογλύφεται λες και έτρωγε τούρτα με ΓΛΑΣΟ σοκολάτας που τρελαινόταν...
Μάζεψε το κρέας από κάτω και άνοιξε οτι βιβλίο και σημείωση είχε μαζέψει από περιοδικά και συνταγές...
Το στιφάδο της,θα άφηνε εποχή...
Αυτή τη φορά,ο " γιόκας ",θα είχε το δικό της φαγητό για να θυμάται και να ξερογλύφεται...
Ακολούθησε κατά γράμμα τη συνταγή:
                                   ΖΑΡΚΑΔΙ ΣΤΙΦΑΔΟ 
- 3 κιλά ζαρκάδι κομμένο σε μερίδες
- 3 κιλάκρεμμυδάκια για στιφάδο
- 2 με 3 σκελίδες σκόρδο
- μισή κούπα πολύ καλό,λευκό ξίδι
- μισή κούπα νερό
- 1 ποτηράκι του κρασιού κόκκινο κρασί
- 4 μεγάλες ώριμες ντομάτες,περασμένες στον τρίφτη
( αφήστε το μούλτι,τις κάνει νιά νιά )
- 2 κουταλιές σούπας πελτέ ντομάτας
- 3 κλαδάκια δεντρολίβανο
- 3 + 3 φύλλα δάφνης
- κόκκους μαύρου πιπεριού
- κόκκους μπαχαριού
- αλάτι,πιπέρι,λάδι
- ένα πακέτο χαρτομάντηλα
και αρχίζουμε :
Από το βράδυ,πλένουμε καλά το κρέας και το βάζουμε στο σκεύος που θα το μαρινάρουμε...
Προσθέτουμε το ξίδι,το νερό,το δεντρολίβανο,τους μισούς κόκκους πιπεριού,τους μισούς μπαχαριού
και τα 3 δαφνόφυλλα...
Τα σκεπάζουμε καλά και τα αφήνουμε να κοιμηθούν αγκαλίτσα όλο το βράδυ...
Την άλλη μέρα,βγάζουμε το κρέας από τη μαρινάδα,τη σουρώνουμε,( κοιτάξτε μη τη πετάξετε,θα τη προσθέσουμε μετά στη κατσαρόλα ) και το σκουπίζουμε καλά...
Βάζουμε στη κατσαρόλα το λάδι και τσιγαρίζουμε ελαφρά 2 από τα κρεμμύδια ψιλοκομμένα και το σκόρδο...
 Περνάμε το κρέας να κάνει κρούστα και να κρατήσει έτσι τους χυμούς του... ( αφήστε το πηρούνι κάτω,που βιάζεστε...θα ξεκολήσει μόνο του )
Σβύνουμε με το κόκκινο κρασί, προσθέτουμε τη μαρινάδα,τις ντομάτες και το πελτέ, τα άλλα 3 δαφνόφυλλα,το μπαχάρι και το πιπέρι...
Κλείνουμε τη κατσαρόλα καλά και αφήνουμε να μαγειρευτεί το φαγητό σε σιγανή φωτιά...
( όλο το μυστικό σε αυτά τα φαγητά,είναι το πολύ σιγανό μαγείρεμα,με κλειστή κατσαρόλα, έτσι ώστε να απελευθερωθούν όλα τα αρώματα...)
Εν τω μεταξύ, όσο το ζαρκάδι μαγειρεύεται - είπαμε,θέλει υπομονή - εμείς καθαρίζουμε τα κρεμμυδάκια ( εδώ χρησιμοποιούμε τα χαρτομάντηλα που αναφέρονται στη συνταγή γιατί κλαίμε με τα μερινά μας ), τα πλένουμε,τα στεγνώνουμε και τα τηγανίζουμε ...
Οταν το κρέας είναι σχεδόν έτοιμο,προσθέτουμε και τα τηγανισμένα κρεμμυδάκια,που έχουμε φροντίσει να σουρώσουμε από το λάδι που τα τηγανίσαμε...
Συνεχίζουμε το αργό μαγείρεμα,- προσθέτουμε εν τω μεταξύ και το αλάτι -μέχρι που το κρέας να λιώνει στο πηρούνι που το δοκιμάζουμε ( γιατί μη μου πείτε οτι δεν κάνετε μία μικρή βουτιά,έτσι για να δοκιμάσετε βρε παιδί μου ) και η σάλτσα να θυμίζει μελένιο όνειρο...
κι ένα μικρό ΤΙΠάκι:
αν " ακούτε " κάπως περισσότερο το ξίδι,( μη στήνεις αυτί παιδί μου,εννοώ αν η γεύση του ξιδιού φαίνεται κάπως δυνατή ) προσθέστε λίγη ζάχαρη στο φαγητό...

( ...και χασκογέλασε ευχαριστημένη...
" άντε να σε δω "μαμά" τώρα,σκέφτηκε...
Βγήκε από τη κουζίνα,έλυσε τα μαλλιά και πήγε χαμογελώντας να ανοίξει τη πόρτα...!!!!

                            

18 σχόλια:

  1. Κλαυδία2:11 π.μ.

    H ιστορία,αν και εκτός συναγωνισμού, είναι εξαιρετική....καλογραμμένη και η παράθεση ολόκληρης της συνταγής, με κάθε λεπτομέρεια (και των μυστικών συμπεριλαμβανομένων)...την κάνει ξεχωριστή !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σίγουρα η φίλη που την έγραψε και δυστυχώς από λάθος δεν την έστειλε στην ώρα της πολύ θα ευχαριστηθεί με το σχόλιό σου.
      Ξέρεις κι εγώ θα ήθελα να μπει ανάμεσα στις άλλες και να αξιολογηθεί αλλά ήδη είχα αναρτήσει τις υπόλοιπες και ήδη είχε βαθμολογήσει κάποιος όταν την βρήκα στο mail μου.
      Ωστόσο η κοπέλα κουράστηκε και νομίζω πως όφειλα να την αναρτήσω.

      Διαγραφή
  2. ΚΛΑΥΔΙΑ4:10 μ.μ.

    Πολύ σοφά έπραξες Φλώρα μου...κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα έκανα....Αν και είναι παιχνίδι είναι βασική προυπόθεση να τηρούνται οι κανόνες αλλά απο την άλλη πλευρά, ο σεβασμός στον κόπο και την πνευματική προσπάθεια, απαιτεί μιά διαφορετική αντιμετώπιση....το χειρίστηκες άψογα το θέμα...βρήκες την τέλεια λύση !!!Με τον τρόπο αυτό και η συγγραφέας είχε τη χαρά να δεί την ιστορία της δημοσιευμένη και οι αναγνώστες να απολαύσουν το όμορφο κείμενο και την σούπερ γκουρμέ συνταγή...!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κλαύδια μέχρι στιγμής τα καταφέρνω με τα ψιλοπροβληματάκια.
      Όταν τα βρω σκούρα θα ζητήσω και τις δικές σας γνώμες.

      Διαγραφή
  3. Μπραβο Φλορα μου..!!!!! τι ομορφα που έπραξες!!!! θα χαρεί πολύ η φιλη..και μονο οπως το λές για το κοπο...και εξ αλλου η συμετοχή μετραει....παιχνιδι ειναι...πολυ ωραια δωσμενη η ιστορία της και το πρωτότυπο της η συνταγή ...του στοιφαδου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι αλλά κρίμα τη συνταγή. Που να βρεθεί ζαρκάδι σε μέρες κρίσης....

      Διαγραφή
  4. Αχ Φλώρα μου την πάτησα τελικά με κέρδισε και Ο "ΚΟυμπαράς της Κας Ευριδίκης"είναι πολύ καλογραμμένη για να μην κάνω ζαβολιές ας περίμενα να τις διαβάσω όλες θα δώσω το 2και το 3στο ποίημα που διάβασα πιο πάνω!

    Ολες είναι υπέροχες η κάθε μια ξεχωριστή κρίμα για την τύχη τους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ζουζού είχες πει στην άλλη ανάρτηση ότι θέλεις να βάλεις
      3 στην ιστορία 10 "Το άγγιγμα" και τώρα λες ότι θέλεις να βάλεις
      2 στην ιστορία 15 "Ο κουμπαράς της κας Ευριδίκης" και
      3 στο ποίημα 14 "Φυσάει ο άνεμος"
      όμως δεν μπορείς να βάλεις 2 φορές 3.
      Αν μπορείς σε παρακαλώ γράψε μου αναλυτικά τι ακριβώς θέλεις
      μήπως δεν έχω εγώ καταλάβει καλά.

      Διαγραφή
    2. Συγνώμη σε μπέρδεψα και σενα αντί να βάλω 1,έβαλα 3στο ποίημα
      το 1λοιπόν στο ποίημα.

      Και πάλι συγνώμη για το μπέρδεμα!

      Καλή εβδομάδα με φιλιά θαλασσινά!

      Διαγραφή
    3. OK Zoυζού τώρα ξεκαθάρισε το τοπίο.

      Διαγραφή
  5. Αν μου επιτρέπετε να βαθμολογήσω θα βάλω 3 στο Μέλιο το Μικρό Ζαρκάδι, 2 στο ποίημα Φυσάει ο Άνεμος (αν και δεν είμαι καθόλου της ποίησης μου άρεσε πολύ) και 1 στο Μια Φθινοπωρινή Εκδρομή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. zizugataki,
      με χαρά δέχτηκα τη βαθμολογία σου.
      Στο επόμενο παιχνίδι να λάβεις μέρος και συ στο παιχνίδι.

      Διαγραφή
  6. ΚΑΛΗ ΣΟΥ ΜΕΡΑ ΦΛΩΡΑ ΜΟΥ!!!!!
    ΔΙΑΒΑΣΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ!!!
    ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ ΟΛΕΣ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΒΙΒΛΙΟ Η ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΑΝ ΚΙ ΑΛΛΟ!!!!
    ΠΡΟΤΙΜΩ ΤΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ, ΓΙΑΥΤΟ ΘΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΩ ΕΤΣΙ!!!!
    ΒΑΖΩ ΛΟΙΠΟΝ
    3 ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 20, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ, ΜΟΝΟ ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΠΑΛΙΕΣ ΑΞΙΕΣ!!!!!!!!
    2 ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 7, ΓΙΑΤΙ ΓΕΛΑΣΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΟΣΑ ΝΑ ΕΓΡΑΦΕ ΓΙΑ ΤΗΝ " ΚΥΡΙΑ " ΛΙΓΑ ΘΑ ΗΤΑΝ!!!!!!!!!
    1 ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 12, ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ ΟΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ!

    ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΑΛΩ ΑΛΛΟΣ ΒΑΘΜΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΑΛΛΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ 6, ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΓΡΑΦΑ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΕΙΧΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ!!!

    ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΗΝ ΕΠΟΜΗΝΗ ΙΔΕΑ ΣΟΥ!!!!!!!
    ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΙΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρένα μου ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που αφιέρωσες να μας διαβάσεις και να μας βαθμολογήσεις.

      Διαγραφή
  7. Πολύ όμορφες όλες οι ιστορίες. Συγχαρητήρια σε όλους και όλες.
    Η δική μου βαθμολογία είναι:

    3 στην ιστορία Νο6
    2 στην ιστορία Νο15 και
    1 στην ιστορία Νο5

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νικολέττα μου ευχαριστώ για τον κόπο σου να διαβάσεις και να βαθμολογήσεις.

      Διαγραφή
  8. XRYSOMELISSES2:38 μ.μ.

    Θαυμάσιες συγγραφικές προσπάθειες...φαντασία, πρωτοτυπία, χιούμορ, συγκίνηση...Το παιχνίδι εξαιρετικό διασκεδαστικό και ταυτόχρονα επιμορφωτικό.. Μπράβο συγχαρητήρια !!!
    Βαθμολογία τώρα :
    3 στην Ιστορία 18
    2 στην Ιστορία 7
    1 στην Ιστορία 2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ που ασχοληθήκατε και συμμετείχατε στην προσπάθεια.

      Διαγραφή